Μότσαρτ και Ελύτης ή το δακτυλικό αποτύπωμα του ποιητή και η μουσική

Μότσαρτ και Ελύτης ή το δακτυλικό αποτύπωμα του ποιητή και η μουσική

Oδυσ­σέ­ας Ελύ­της: «Στο πιά­νο», 1977


——— ≈ ———

«Αυ­τό που άρ­θρω­σε ο Mozart αφο­ρά σε εκεί­να τα ύψη που δεν μπο­ρούν να συ­γκρι­θούν ού­τε με­τα­ξύ τους ού­τε με οτι­δή­πο­τε άλ­λο, πα­ρά μο­νά­χα λει­τουρ­γούν ως μέ­τρο για την αί­σθη­ση που έχει κά­ποιος της ομορ­φιάς».[1] Αυ­τό έγρα­ψε ο Donald Francis Tovey και επα­νέ­λα­βε ο Scott Burnham στο βι­βλίο του Η χά­ρη του Μό­τσαρτ, γρά­φο­ντας ο ίδιος: «Ο Mozart μας βοη­θά να κα­τα­λά­βου­με […] ότι μας αρέ­σει αυ­τό που εί­μα­στε όταν έχου­με γνω­ρί­σει την ομορ­φιά».[2] Η ομορ­φιά εί­ναι λέ­ξη-κλει­δί για τον Ελύ­τη και κα­θο­ρί­ζει την αί­σθη­ση που οδη­γεί κά­ποιον να πει, όπως στο ποί­η­μα «Λα­κω­νι­κόν»: «Λοι­πόν, αυ­τός που γύ­ρευα, εί­μαι».[3] Στο ποί­η­μα «Ακιν­δύ­νου, Ελ­πι­δο­φό­ρου, Ανε­μπο­δί­στου», που ανοί­γει τη συλ­λο­γή Τα ελε­γεία της Οξώ­πε­τρας, δια­βά­ζου­με: «Αχ ομορ­φιά κι αν δεν μου πα­ρα­δό­θη­κες ολό­κλη­ρη πο­τέ / Κά­τι κα­τά­φε­ρα να σου υπο­κλέ­ψω».[4] Και στο «Λό­γο στην Ακα­δη­μία της Στοκ­χόλ­μης», στην απο­νο­μή του βρα­βεί­ου Nobel, ο Ελύ­της μί­λη­σε για την Ομορ­φιά, με Ο κε­φα­λαίο, «που εί­ναι μια οδός – η μό­νη ίσως οδός – προς το άγνω­στο μέ­ρος του εαυ­τού μας, προς αυ­τό που μας υπερ­βαί­νει».[5] Στο κεί­με­νό του «Ευ­χα­ρι­στώ, Wolfgang Amadeus» συ­να­ντά­με και πά­λι την Ομορ­φιά, με Ο κε­φα­λαίο, σε σχέ­ση με τον Mozart – τον Wolfgang Amadeus του τί­τλου (Wolfgang Amadeus Mozart, Σάλτσ­μπουργκ 1756-Βιέν­νη 1791): «Αυ­τό εί­ναι το αντι­σή­κω­μα που λα­βαί­νει από κα­θε­τί το θνη­σι­μαίο με το ξί­φος της η Ομορ­φιά».[6]
Μπο­ρεί ένας μου­σι­κός να λει­τουρ­γή­σει ως το «δα­κτυ­λι­κό απο­τύ­πω­μα» ενός ποι­η­τή που εί­ναι τό­σο πο­λύ συν­δε­δε­μέ­νος με τη ζω­γρα­φι­κή, όπως ο Ελύ­της; Στο κεί­με­νό του «Ευ­χα­ρι­στώ, Wolfgang Amadeus» ο Ελύ­της εί­πε επί­σης: «Εί­μαι, στον το­μέα της μου­σι­κής, μάλ­λον ένας αναλ­φά­βη­τος. Την “επί­σκε­ψη του αγ­γέ­λου” την εί­χα δε­χθεί ανέ­κα­θεν από την οπτι­κή οδό».[7] Και στο «Χρο­νι­κό μιας δε­κα­ε­τί­ας» πε­ριέ­γρα­ψε ως εξής τη γνω­ρι­μία του με τον Μά­νο Χα­τζι­δά­κι μέ­σα στην κα­το­χή: «Ήτα­νε, λέ­ει, και μου­σι­κός. Μου­σι­κός; απο­ρή­σα­με όλοι μας. Δη­λα­δή, τι μου­σι­κός; […] Ήταν συν­θέ­της. Ε αυ­τό δεν το πε­ρι­μέ­να­με. Υπήρ­χε λοι­πόν στην Ελ­λά­δα ένα τέ­τοιο εί­δος; […] τι σχέ­ση μπο­ρού­σε να έχει η μου­σι­κή με τη μο­ντέρ­να ποί­η­ση;». Εξη­γώ­ντας την αμή­χα­νη αυ­τή αντί­δρα­ση, ο Ελύ­της έγρα­ψε: «Στο κε­φά­λαιο της μου­σι­κής ήμα­σταν, εκεί­νη τη στιγ­μή το συ­νει­δη­το­ποιού­σα­με, ασυγ­χώ­ρη­τα κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι», προ­σθέ­το­ντας ότι ίσως εί­χε παί­ξει ρό­λο και το ότι «ο Υπερ­ρε­α­λι­σμός […] δεν τα πή­γαι­νε κα­λά με τη μου­σι­κή».[8] Αλ­λά αξί­ζει να ση­μειω­θεί ότι ο Ελύ­της εί­χε ήδη γρά­ψει το «μου­σι­κό» ποί­η­μα «Adagio» (Προ­σα­να­το­λι­σμοί, 1940)·[9] και ότι στο κεί­με­νό του «Η πα­ράλ­λη­λος Χά­υντ» μας προ­τρέ­πει: «Ακού­στε με κι εμέ­να, κά­τι ξέ­ρω. […] Του αγράμ­μα­του το φρό­νη­μα, κι εκεί­νο χρεια­ζού­με­νο εί­ναι».[10] Ο Joseph Haydn (Rohrau 1732-Βιέν­νη 1809) εί­ναι ο συν­θέ­της που έχει τις πε­ρισ­σό­τε­ρες ανα­φο­ρές στα κεί­με­να του Ελύ­τη με­τά τον Mozart.
Η ίδια η έν­νοια του «δα­κτυ­λι­κού απο­τυ­πώ­μα­τος» εί­ναι μια άλ­λη εκ­δο­χή του μο­να­δι­κά δια­φο­ρε­τι­κού, εμπε­ριέ­χο­ντας μέ­σα της το στοι­χείο της σύ­γκρι­σης. Για την ανί­χνευ­ση του μου­σι­κού «δα­κτυ­λι­κού απο­τυ­πώ­μα­τος» του Ελύ­τη θα ήταν έτσι βοη­θη­τι­κή η σύ­γκρι­ση με άλ­λους ποι­η­τές με ιδιαί­τε­ρη σχέ­ση με τη μου­σι­κή, όπως ο Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης. Η μα­θη­τεία του Σε­φέ­ρη στη μου­σι­κή ως πα­θια­σμέ­νου ακρο­α­τή (κυ­ρί­ως στα 1931-1934, όταν ως νε­α­ρός δι­πλω­μά­της υπη­ρε­τού­σε στο Λον­δί­νο) έχει απο­τυ­πω­θεί στα ημε­ρο­λό­για και τα γράμ­μα­τά του, και έχει αφή­σει το διε­θνές στίγ­μα της στο «Προ­λό­γι­σμα στη Μου­σι­κή ποι­η­τι­κή του Στρα­βίν­σκι».[11] Δεν υπάρ­χει αμ­φι­βο­λία ότι η σχέ­ση του Ελύ­τη με τη μου­σι­κή εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κή από εκεί­νη του Σε­φέ­ρη. Ωστό­σο, εί­ναι επί­σης αναμ­φι­σβή­τη­το ότι οι μου­σι­κές ανα­φο­ρές στον Ελύ­τη εί­ναι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρες και πο­λύ πιο άμε­σες από ό,τι στο ποι­η­τι­κό και δο­κι­μια­κό έρ­γο του Σε­φέ­ρη.[12]

«Κά­θε με­γά­λη μου­σι­κή, στο βά­θος, εί­ναι μια κα­τα­φρό­νε­ση του θα­νά­του», δια­βά­ζου­με στον Ελύ­τη·[13] ή: «δί­χως να βη­μα­τί­σω προ­χω­ρού­σα / φυ­σού­σε η μου­σι­κή και μ’ έσπρω­χνε».[14] Σχε­δόν κά­θε ποί­η­μά του πε­ριέ­χει αστρα­πιαί­ες πα­ρου­σί­ες ήχου ή προ­σφέ­ρει ολό­κλη­ρες ηχη­τι­κές σκη­νο­θε­σί­ες, όπου η ακου­στι­κή ει­κο­νο­ποι­ία συν­δυά­ζε­ται με οπτι­κές ει­κό­νες, μυ­ρω­διές, γεύ­σεις ή αγ­γίγ­μα­τα – πραγ­μα­τώ­νει δηλ. ό,τι δια­βά­ζου­με στον «Μι­κρό βο­τα­νι­κό»: «Όταν η όσφρη­ση χρω­μα­τί­ζει και η ακοή ψαύ­ει τις πα­ρειές του εύ­ο­σμου, μια έκτη αί­σθη­ση αρ­χί­ζει ν’ ανα­δύ­ε­ται και να πα­ρου­σιά­ζει το δι­κό της αλ­φά­βη­το».[15] Έτσι π.χ. στο ποί­η­μα «Ρο­δα­μών και Ήβης» δια­βά­ζου­με: «την άκρη της άκρας ακο­ής με του Mozart δέ­νει τα σκιρ­τή­μα­τα / […] / Και μ’ αγρά­μπε­λη προ των φι­λιών το επά­νω χεί­λι / Ακο­λου­θεί ο ζω­γρά­φος μια γλυ­πτή ανε­μώ­νη της θα­λάσ­σης και πλή­θος τέτ­τι­γες».[16]

Οι ανα­φο­ρές σε μου­σι­κούς (Έλ­λη­νες και ξέ­νους) και σε εί­δη μου­σι­κής (βυ­ζα­ντι­νή, έντε­χνη, λαϊ­κή, popular, ενόρ­γα­νη, φω­νη­τι­κή, ηλε­κτρο­νι­κή) εί­ναι πολ­λές και ποι­κί­λες στα κεί­με­να του Ελύ­τη. Αν συ­γκε­ντρώ­σου­με μό­νο τις μου­σι­κές που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στον «Τα­ξι­διω­τι­κό σά­κο» του «Μι­κρού ναυ­τί­λου» θα βρού­με: βυ­ζα­ντι­νή υμνο­γρα­φία και μου­σι­κή· τρα­γού­δια των Θε­ο­δω­ρά­κη, Χα­τζι­δά­κι και Moustaki, και το γαλ­λι­κό «Monsieur Cannibale», ένα cha-cha-cha των Gustin/Tézé· και ευ­ρω­παϊ­κή «κλα­σι­κή» μου­σι­κή: Vivaldi, Bach, Haydn, Beethoven, και, ασφα­λώς, Mozart.[17] Συ­γκε­κρι­μέ­να βρί­σκου­με τις εξής ανα­φο­ρές σε έρ­γα του Mozart: «Allegro από το Divertimento σε μι ύφε­ση μεί­ζο­να για βιο­λί, βιό­λα και βιο­λον­τσέ­λο, KV 563 / Allegro από το Κον­τσέρ­το για πιά­νο και ορ­χή­στρα αρ. 15 σε σι ύφε­ση μεί­ζο­να, KV 450 / Andante από το Κον­τσέρ­το για πιά­νο και ορ­χή­στρα αρ. 21 σε ντο μεί­ζο­να, KV 467». Ένα άλ­λο έρ­γο του Mozart που, αν και δεν συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε τε­λι­κά στον «Τα­ξι­διω­τι­κό σά­κο», σί­γου­ρα θα ήταν ανά­με­σα στα υπο­ψή­φια εί­ναι αυ­τό που έδω­σε τον τί­τλο στο ποί­η­μα του Ελύ­τη «Mozart: Romance. Από το κον­τσέρ­το για πιά­νο αρ. 20, KV 466»: «Όμορ­φη λυ­πη­τε­ρή ζωή / […] / Από μαύ­ρους κα­πνούς βλέ­πω δορ­κά­δες / Μες στο ασή­μι να τρέ­χουν να τρέ­χουν».[18]
Εί­ναι αλή­θεια ότι σε σύ­γκρι­ση με τον Σε­φέ­ρη, στην ποι­η­τι­κή σκέ­ψη και πρα­κτι­κή του οποί­ου ση­μα­ντι­κό ρό­λο παί­ζουν, μα­ζί με τον Bach και τον ύστε­ρο Beethoven, σύγ­χρο­νοι συν­θέ­τες «κλα­σι­κής» μου­σι­κής, από τα τέ­λη του 19ου αιώ­να και από τον 20ό αιώ­να (κυ­ρί­ως ο Debussy, ο Ravel, ο Satie και ο Stravinsky), ο Ελύ­της επι­κε­ντρώ­νε­ται κυ­ρί­ως σε έρ­γα της προ­κλα­σι­κής και κλα­σι­κής πε­ριό­δου. Υπάρ­χει όμως και το (χα­ρι­τω­μέ­να χο­ρευ­τι­κό) δο­κι­μια­κό «Βη­μα­τι­σμοί à la Tchaikovsky» και στιγ­μιαί­ες ανα­φο­ρές στον Mahler, τον Schoenberg, τον Stravinsky ή τον Ξε­νά­κη,[19] που μας δεί­χνουν ότι η προ­τί­μη­ση αυ­τή δεν εί­ναι τυ­χαία και δεν μπο­ρεί να δι­καιο­λο­γη­θεί π.χ. από άγνοια της σύγ­χρο­νης «κλα­σι­κής» μου­σι­κής. Ασφα­λώς η πλη­θώ­ρα ανα­φο­ρών που κά­νει ο Ελύ­της στη σύγ­χρο­νη ζω­γρα­φι­κή κά­νει πιο αι­σθη­τή την απου­σία αντί­στοι­χων μου­σι­κών ανα­φο­ρών. Αλ­λά το ζή­τη­μα των σιω­πών ή απο­σιω­πή­σε­ων σε έναν ποι­η­τή – της απου­σί­ας δηλ. συ­γκε­κρι­μέ­νων ανα­φο­ρών – εί­ναι ένα σύν­θε­το θέ­μα, στο οποίο θα ανα­φερ­θού­με και πα­ρα­κά­τω. Εδώ ας πα­ρα­τη­ρή­σου­με μό­νο πως αν στρέ­ψου­με την προ­σο­χή μας στη σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή μου­σι­κή δη­μιουρ­γία (δια­φό­ρων ει­δών), θα δού­με ότι εί­ναι σχε­δόν πα­ντε­λώς απού­σα στον Σε­φέ­ρη, σε αντί­θε­ση με τον Ελύ­τη.
Ως προς την ίδια τη φρά­ση «δα­κτυ­λι­κό απο­τύ­πω­μα», αξί­ζει να δού­με πώς τη χρη­σι­μο­ποιεί ο Ελύ­της στο κεί­με­νό του «Πά­νω σε μια φρά­ση του Lawrence Durrell», όπου αντι­δρά στον τρό­πο που ο Durrell υπο­στή­ρι­ζε ότι ο Σε­φέ­ρης βρα­βεύ­τη­κε με το Nobel ακρι­βώς επει­δή με το έρ­γο του, σε αντί­θε­ση με το έρ­γο άλ­λων Ελ­λή­νων ποι­η­τών, η ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία «μπή­κε στην Ευ­ρώ­πη […] και έγι­νε μέ­ρος της ευ­ρω­παϊ­κής συ­νει­δή­σε­ως». Ο Ελύ­της έγρα­ψε εμ­φα­τι­κά ότι η πιο με­γά­λη αρε­τή του Σε­φέ­ρη ήταν ακρι­βώς ότι «αφέ­θη­κε, κα­τά την ομο­λο­γία του, να σι­γο­καί­γε­ται απ’ τον καη­μό της Ρω­μιο­σύ­νης». Και τό­νι­ζε: «Εάν η ελ­λη­νι­κή ποί­η­ση μπο­ρεί να έχει εν­δια­φέ­ρον για τους Ευ­ρω­παί­ους, εί­ναι στο μέ­τρο που ίσα ίσα δεί­χνει πό­σο δια­φέ­ρει απ’ αυ­τούς. […] η μο­να­δι­κό­τη­τά της, το δα­κτυ­λι­κό της απο­τύ­πω­μα».[20]
Αν στο κεί­με­νο «Πά­νω σε μια φρά­ση του Lawrence Durrell» το «δα­κτυ­λι­κό απο­τύ­πω­μα» αφο­ρά γε­νι­κά στην ταυ­τό­τη­τα του Έλ­λη­να ποι­η­τή, ο Ελύ­της ανα­φε­ρό­ταν συ­χνά στο προ­σω­πι­κό «δα­κτυ­λι­κό απο­τύ­πω­μα» ενός δη­μιουρ­γού, άλ­λο­τε χρη­σι­μο­ποιώ­ντας την έκ­φρα­ση αυ­τή και άλ­λο­τε όχι.[21] Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ο Ελύ­της δεν εί­χε δυ­σκο­λία να χρη­σι­μο­ποιεί εκ­φρά­σεις που τό­νι­ζαν την έν­νοια της «μο­να­δι­κό­τη­τας»: «το κο­ντά­κιο», δια­βά­ζου­με στον κεί­με­νό του «Ρω­μα­νός ο Με­λω­δός», «εί­ναι μια επι­νό­η­ση προ­σω­πι­κή. Βγαί­νει ολό­κλη­ρο από την ιδιο­φυ­ΐα ενός ποι­η­τή […]».[22]
Αν για κά­ποιον συν­θέ­τη ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός «ιδιο­φυ­ΐα» έχει χρη­σι­μο­ποι­η­θεί πε­ρισ­σό­τε­ρο, αυ­τός εί­ναι ο Mozart. Στο κεί­με­νο «Ευ­χα­ρι­στώ, Wolfgang Amadeus» μπο­ρού­με να δού­με πώς ο Ελύ­της συ­νε­λάμ­βα­νε αυ­τή την ιδιο­φυ­ΐα: «όσο να ’ναι, ψαύ­εις κι από λι­γά­κι Θεό κά­θε φο­ρά που ακούς όσα το παι­δί εκεί­νο άκου­σε […] Μια φύ­ση αδιά­φθο­ρη, όπου δεν έχει πέ­ρα­ση ο ορι­σμός του θα­νά­του. Μια πει­θώ μα­γι­κή».[23] Και στο κεί­με­νό του «Τα κο­ρί­τσια» βλέ­που­με πώς αυ­τά τα ακού­σμα­τα με­τα­φρά­ζο­νται στον ποι­η­τή σε οπτι­κές και ακου­στι­κές ει­κό­νες: «Μια παρ­θέ­να, που γδύ­νε­ται σε κά­ποιο ξε­μο­να­χια­σμέ­νο μέ­σα στα μι­σο­σκό­τει­να δω­μά­τιο, την ώρα που ο Ιού­λιος βά­ζει φω­τιά στο φεγ­γά­ρι του· κι άξαφ­να στρέ­φε­ται προς το μέ­ρος μας· ολό­κλη­ρο το κε­λαη­δη­τό ενός κον­τσέρ­του του Μό­τσαρτ, με­τα­γραμ­μέ­νο για πί­δα­κες και για­σε­μέ­νια των ου­ρα­νών δώ­μα­τα».[24] Ο Mozart εμ­φα­νί­ζε­ται επί­σης στην αρ­χή του κει­μέ­νου του Ελύ­τη Η μα­γεία του Πα­πα­δια­μά­ντη, σε έναν κα­τά­λο­γο που φέρ­νει στον νου τον «Τα­ξι­διω­τι­κό σά­κο» του «Μι­κρού ναυ­τί­λου»: «Μορ­φές όπως του Πλω­τί­νου, του Ρω­μα­νού του Με­λω­δού, του Fra Angelico, του Blake, του Vermeer, του Hölderlin, του Novalis, του Mozart, του Rimbaud, του Shelley, του Θε­ό­φι­λου, του Πα­πα­δια­μά­ντη, δια­φο­ρε­τι­κές στο έπα­κρο, μ’ ελ­κύ­σα­νε ανέ­κα­θεν – ανε­ξάρ­τη­τα εντε­λώς από τη ζωή τους – γι’ αυ­τό το λευ­κό ση­μά­δι που δια­σώ­ζα­νε στο έρ­γο τους, τη λάμ­ψη που έφερ­ναν εί­τε με τρό­πο ήπιο εί­τε με αγριό­τη­τα». Αυ­τό το «λευ­κό ση­μά­δι» συν­δέ­ε­ται με την αθω­ό­τη­τα. Και «βέ­βαια», συ­νε­χί­ζει ο Ελύ­της, «η χώ­ρα της αθω­ό­τη­τας δεν εί­ναι όπως τη φα­ντά­ζο­νται με­ρι­κοί· έχει τους αγί­ους της και τ’ αγρί­μια της, τα παρ­θέ­να δά­ση και τα γα­λή­νια νε­ρά της».[25]


Ο Μό­τσαρτ στον Ελύ­τη και στον Σε­φέ­ρη

Στην ψη­λά­φη­ση του μου­σι­κού «δα­κτυ­λι­κού απο­τυ­πώ­μα­τος» του Ελύ­τη, αξί­ζει ίσως να κα­ταρ­τί­σου­με και εμείς μι­κρούς κα­τα­λό­γους λέ­ξε­ων και ονο­μά­των που απα­ντούν στο έρ­γο του και να τους συ­γκρί­νου­με με αντί­στοι­χους στον Σε­φέ­ρη, προ­σέ­χο­ντας να δού­με την πα­ρου­σία ή απου­σία του Mozart σε αυ­τούς.
Σε έναν κα­τά­λο­γο π.χ. με τις λέ­ξεις που χρη­σι­μο­ποί­η­σε ο Ελύ­της στην ομι­λία του στη Στοκ­χόλ­μη στην απο­νο­μή του Nobel (όπου πα­ρου­σί­α­σε το προ­σω­πι­κό του «δα­κτυ­λι­κό απο­τύ­πω­μα» της Ελ­λά­δας, για να επι­στρέ­ψου­με στο κεί­με­νό του «Πά­νω σε μια φρά­ση του Lawrence Durrell») κε­ντρι­κή θέ­ση έχουν οι λέ­ξεις: φω­τει­νό­τη­τα, δια­φά­νεια, κα­θα­ρό­τη­τα, φως, Ομορ­φιά, Κάλ­λος, ανα­πνοή αθα­να­σί­ας, μυ­στή­ριο, μα­γεία, θαύ­μα. Κα­μία από τις λέ­ξεις αυ­τές δεν εμ­φα­νί­ζε­ται στην αντί­στοι­χη ομι­λία που έδω­σε ο Σε­φέ­ρης στη Στοκ­χόλ­μη – εκτός από τη λέ­ξη φως, στη φρά­ση «φως του ήλιου», σε σχέ­ση με την ομη­ρι­κή φρά­ση «φά­ος ἠελί­οιο», και ίσως τη λέ­ξη μυ­στή­ριο στη φρά­ση με την οποία έκλει­σε την ομι­λία του: «μέ­σα στη μυ­στη­ριώ­δη αυ­τή ροή, την Ελ­λά­δα».[26] Ανά­λο­γη δια­φο­ρά ανά­με­σα στους δύο ποι­η­τές βρί­σκου­με στις ανα­φο­ρές τους στην ιδιο­φυ­ΐα ή την έμπνευ­ση: ο Ελύ­της, όπως εί­δα­με, δεν εί­χε πρό­βλη­μα να μι­λή­σει για την «ιδιο­φυ­ΐα του ποι­η­τή» (στο κεί­με­νό του «Ρω­μα­νός ο Με­λω­δός») ή την «επί­σκε­ψη του αγ­γέ­λου» (στο «Ευ­χα­ρι­στώ, Wolfgang Amadeus»), ή να γρά­ψει: «Τον κο­ρυ­δαλ­λό τον ακούς μό­νον όταν δεν τον βλέ­πεις, όπως την έμπνευ­ση τη βρί­σκεις μό­νον όταν δεν την κυ­νη­γάς».[27] Ο Σε­φέ­ρης από την άλ­λη δή­λω­νε πως η λέ­ξη «έμπνευ­ση» εί­ναι μια λέ­ξη «που χρη­σι­μο­ποιώ πο­λύ σπά­νια».[28] Η ίδια η λέ­ξη «ομορ­φιά» – που όπως εί­δα­με έχει κε­ντρι­κή θέ­ση στα κεί­με­να του Tovey και του Burnham για τον Mozart – εμ­φα­νί­ζε­ται μό­νο μία φο­ρά στα ποι­ή­μα­τα του Σε­φέ­ρη, ενώ εμ­φα­νί­ζε­ται τριά­ντα τρεις φο­ρές στα ποι­ή­μα­τα του Ελύ­τη.[29]
Ως προς τα ονό­μα­τα που ανέ­φε­ρε ο Ελύ­της στη Μα­γεία του Πα­πα­δια­μά­ντη, εκτός από τον Θε­ό­φι­λο και τον Ρε­μπώ, τα υπό­λοι­πα, ανά­με­σα σε αυ­τά και του Mozart, εμ­φα­νί­ζο­νται στον Σε­φέ­ρη μό­νο στιγ­μιαία ή δεν εμ­φα­νί­ζο­νται κα­θό­λου. Ο Ελύ­της ανα­φε­ρό­ταν συ­χνά σε ρο­μα­ντι­κούς ποι­η­τές (εί­ναι εν­δει­κτι­κό ότι από τις δώ­δε­κα μορ­φές που ανα­φέ­ρο­νται στον κα­τά­λο­γο της Μα­γεί­ας του Πα­πα­δια­μά­ντη, οι τέσ­σε­ρεις (όλοι ποι­η­τές) θε­ω­ρού­νται αντι­προ­σω­πευ­τι­κοί εκ­πρό­σω­ποι του ρο­μα­ντι­σμού: Blake, Hölderlin, Novalis, Shelley).[30] Ο Σε­φέ­ρης αντί­θε­τα ανα­φε­ρό­ταν στους ρο­μα­ντι­κούς ποι­η­τές πο­λύ σπά­νια και φει­δω­λά, και συ­νή­θως αρ­νη­τι­κά. Ασφα­λώς οι σιω­πές αυ­τές δεν επι­τρέ­πουν εύ­κο­λα συ­μπε­ρά­σμα­τα: λί­γα λυ­τά φύλ­λα π.χ. στο αρ­χείο του Σε­φέ­ρη δεί­χνουν πως για ένα διά­στη­μα εκεί­νος δού­λευε πά­νω σε μία έκ­δο­ση με γράμ­μα­τα του Keats, ανα­δει­κνύ­ο­ντας τη γε­νι­κά άγνω­στη σχέ­ση του Σε­φέ­ρη με τον ρο­μα­ντι­κό Keats ως μία από τις πο­λύ ση­μα­ντι­κές στην ποι­η­τι­κή του πο­ρεία.[31] Με την ανά­λο­γη προ­σο­χή αξί­ζει να γί­νει μια σύ­γκρι­ση των ονο­μά­των συν­θε­τών που εμ­φα­νί­ζο­νται στον Ελύ­τη και τον Σε­φέ­ρη. Αυ­τό που δεί­χνει μία τέ­τοια σύ­γκρι­ση εί­ναι πως, αν για τον Ελύ­τη ισχύ­ει αυ­τό που δή­λω­σε εμ­φα­τι­κά στο κεί­με­νό του «Ευ­χα­ρι­στώ, Wolfgang Amadeus»: «Για μας ο Wolfgang Amadeus Mozart υπήρ­ξε»,[32] για τον Σε­φέ­ρη θα μπο­ρού­σε κα­νείς να πει ότι ο Mozart δεν υπήρ­ξε.
Ο Mozart απο­τε­λεί ίσως τη μο­να­δι­κή μου­σι­κή σχέ­ση για την οποία ο Ελύ­της ανα­φέ­ρε­ται επί­σης σε έναν «δά­σκα­λο». Στο κεί­με­νό του «Ο φί­λος των δύο απο­στά­σε­ων», αφού δη­λώ­σει: «μι­λώ για κά­ποιον που δε ση­μαί­νει τί­πο­τε και για κα­νέ­ναν», ο Ελύ­της γρά­φει: «Έφυ­γε όπως η τε­λευ­ταία νό­τα μιας σο­νά­τας του Μό­τσαρτ, που τον λά­τρευε και μου τον εδί­δα­σκε με τον δι­κό του, ανε­πα­νά­λη­πτο τρό­πο». Ο φί­λος αυ­τός, δια­βά­ζου­με πα­ρα­κά­τω, ήταν «ο πιο θερ­μός λά­τρης πα­ντός του ελ­λη­νι­κού».[33] Πώς πα­ντρεύ­ο­νται οι δύο αυ­τές λα­τρεί­ες, του Μό­τσαρτ και «πα­ντός του ελ­λη­νι­κού», στο ίδιο πρό­σω­πο, στον «φί­λο των δύο απο­στά­σε­ων» ή στον ίδιο τον Ελύ­τη; Την απά­ντη­ση την έδω­σε ο Ελύ­της στο κεί­με­νό του «Ευ­χα­ρι­στώ, Wolfgang Amadeus»: «Ο επαρ­κής ανα­γνώ­στης με­τα­φρά­ζει»· και, όπως ένας Λά­πω­νας ή ένας Νι­κα­ρα­γουα­νός αν ακού­ει ένα μι­νου­έ­το δεν θα βλέ­πει «κό­μισ­σες που στρο­βι­λί­ζο­νται σε γυα­λι­στε­ρά δά­πε­δα και υπο­κλί­σεις με χει­ρο­φι­λή­μα­τα», έτσι «κι εγώ, στη γλώσ­σα τη με­σο­γεια­κή, ξα­να­βρί­σκω το μπα­ρόκ του Σάλτσ­μπουργκ να εί­ναι ιω­νι­κό και τους κή­πους του Σαίν­μπρουν “αν­θούν πέ­λα­γος”».[34] Κά­τι αντί­στοι­χο εί­χε πει ο Σε­φέ­ρης για τη μου­σι­κή του Rameau, του Debussy, του Satie: εί­ναι σα να βρί­σκε­ται κα­νείς «σε κα­νέ­να λι­μα­νά­κι των Κυ­κλά­δων»·[35] και στη δί­πτυ­χη συλ­λο­γή του Γυ­μνο­παι­δία συ­νο­μί­λη­σε με τις Gymnopédies του Satie μέ­σα από την κυ­κλα­δί­τι­κη «Σα­ντο­ρί­νη».[36] Αλ­λά αν στον Σε­φέ­ρη αυ­τό που επι­κρα­τεί συ­χνά εί­ναι μια αί­σθη­ση βά­ρους ή μια έλ­ξη προς τα κά­τω («βου­λιά­ζει όποιος ση­κώ­νει τις με­γά­λες πέ­τρες» εί­ναι ένας στί­χος που επα­νέρ­χε­ται στη Γυ­μνο­παι­δία), στον Ελύ­τη ο Mozart λει­τουρ­γεί ως «μία στίλ­βη δια­μα­ντέ­νια, μια διαρ­κής έλ­ξη προς τα επά­νω», ένα μου­σι­κό ανά­λο­γο της οπτι­κής ποι­η­τι­κής του που κοι­τού­σε στα­θε­ρά στην «Ελ­λά­δα τη δεύ­τε­ρη του επά­νω κό­σμου».[37]

Ο Μό­τσαρτ, ο Σα­λιέ­ρι και ο Χά­υντ στον Ελύ­τη και άλ­λους ποι­η­τές

Γρά­φει ο Burnham: «Η μου­σι­κή του Mozart […] δεν εί­ναι απλώς μια γε­μά­τη νο­σταλ­γία ατε­λής επα­φή με το άπει­ρο (η «αι­σθη­μα­τι­κή τέ­χνη» του Schiller) ού­τε απλώς μια εύ­κο­λη, πλή­ρης σύλ­λη­ψη του πε­πε­ρα­σμέ­νου (η «αφε­λής τέ­χνη» του Schiller). Εί­ναι παι­δι­κή αλ­λά με επί­γνω­ση».[38] Η συ­νεί­δη­ση της αθω­ό­τη­τας, η σχέ­ση έμπνευ­σης και κα­τα­σκευ­ής, συ­ναι­σθή­μα­τος και γε­ω­μέ­τρη­σης ή αρ­χι­τε­κτο­νι­κής – θέ­μα­τα που συν­δέ­ο­νται με τη γνω­στή διά­κρι­ση του Schiller ανά­με­σα στην «αι­σθη­μα­τι­κή» και την «αφε­λή» ποί­η­ση[39] – έχουν κε­ντρι­κή θέ­ση στο δο­κι­μια­κό και ποι­η­τι­κό έρ­γο του Ελύ­τη. Με αυ­τά συν­δέ­ε­ται π.χ. η πα­ρα­τή­ρη­σή του ότι «ο και­ρός εί­χε φτά­σει όχι κα­θό­λου να κα­τα­σι­γα­στεί ο “εν εγρη­γόρ­σει” λυ­ρι­σμός […] αλ­λά να οδη­γη­θεί με όλα τα συ­μπε­ρά­σμα­τα της εμπει­ρί­ας τό­σων ετών στην – ας μην φο­βη­θού­με τη λέ­ξη – κλα­σι­κή του πε­ρί­ο­δο»·[40] όπως και η συ­νύ­παρ­ξη του με­τε­ω­ρι­σμού («στα τρί­τα ύψη· με­τε­ω­ρι­σμέ­νος / πάω»)[41] με τη μα­θη­μα­τι­κή ακρί­βεια («Αν δεν έχεις κά­νει έρω­τα πο­τέ σου με τα μα­θη­μα­τι­κά, δε θα μπο­ρέ­σεις ν’ απο­δεί­ξεις ότι τα γρα­φτά σου τους μοιά­ζουν»).[42]

Ανά­με­σα στους ποι­η­τές που έθι­ξαν αυ­τά τα ζη­τή­μα­τα συν­δέ­ο­ντάς τα άμε­σα με τον Mozart ο πιο γνω­στός εί­ναι ο Pushkin στο μο­νό­πρα­κτό του «Mozart και Salieri» (με αρ­χι­κό τί­τλο «Φθό­νος»).[43] Εκεί ο συν­θέ­της Antonio Salieri, για τον οποί­ον η πει­θαρ­χία, ο υπο­λο­γι­σμός και ο έλεγ­χος απο­τε­λού­σαν το ύψι­στο κα­θή­κον ενός μου­σι­κού, οδη­γεί­ται στο ση­μείο να δο­λο­φο­νή­σει τον Mozart, τυ­φλω­μέ­νος από τον φθό­νο απέ­να­ντι σε αυ­τόν που σπα­τα­λού­σε το θεϊ­κό του τα­λέ­ντο χω­ρίς να το υπο­λο­γί­ζει. Το έρ­γο του Pushkin απα­σχό­λη­σε ση­μα­ντι­κούς Ρώ­σους ποι­η­τές, με τη Nadezhda Mandelstam να δί­νει τον τί­τλο «Mozart και Salieri» στο κεί­με­νό της για την ποι­η­τι­κή του Osip Mandelstam.[44]
Αλ­λά υπάρ­χουν και πε­ρι­πτώ­σεις που μας φέρ­νουν πο­λύ κο­ντά στις με­σο­γεια­κές συγ­γέ­νειες του Ελύ­τη, όπως ο René Char, του οποί­ου τα ποι­ή­μα­τα λει­τουρ­γού­σαν «διά­φα­να και κο­φτε­ρά σα γα­λά­ζια τζά­μια πά­νω στους ορί­ζο­ντες που μας έπνι­γαν», όπως έγρα­ψε ο Ελύ­της.[45] Στη συλ­λο­γή του Char Η βι­βλιο­θή­κη καί­γε­ται βρί­σκου­με το σύ­ντο­μο πε­ζό ποί­η­μα «Θνη­τά συ­ντρίμ­μια και Μό­τσαρτ», που κλεί­νει με τους στί­χους: «Πο­λυα­γα­πη­μέ­νη, όταν ονει­ρεύ­ε­σαι με­γα­λό­φω­να, και τυ­χαία προ­φέ­ρεις το όνο­μά μου, νι­κώ­ντας τρυ­φε­ρά τους ζευ­γα­ρω­μέ­νους φό­βους μας, τη μο­να­χι­κή μου κρί­ση, η νύ­χτα εί­ναι κα­θα­ρή να τη δια­βού­με». Και σε μία από τις άυ­πνες νύ­χτες του, ο Char ζω­γρά­φι­σε «Το σπί­τι του Wolfgang Amadeus».[46]
Το σκο­τά­δι που δεν μέ­νει πο­τέ σκο­τά­δι, αλ­λά πά­ντο­τε φω­τί­ζε­ται από μια λάμ­ψη, ή η απελ­πι­σία ως μια «ἄπω ἐλπίς»,[47] εί­ναι ένα στα­θε­ρό μο­τί­βο στον Ελύ­τη: «Λά­μπει μέ­σα μου κεί­νο που αγνοώ. Μα ωστό­σο λά­μπει. / […] / Από μι­κρό το θαύ­μα εί­ναι λου­λού­δι και άμα με­γα­λώ­σει θά­να­τος», δια­βά­ζου­με στο εναρ­κτή­ριο ποί­η­μα από τα Ελε­γεία της Οξώ­πε­τρας, «Ακιν­δύ­νου, Ελ­πι­δο­φό­ρου, Ανε­μπο­δί­στου». Αξί­ζει ίσως να δια­βά­σου­με το ποί­η­μα αυ­τό μα­ζί με το εναρ­κτή­ριο Introitus («Requiem aeternam») του Requiem του Mozart – ένα τμή­μα που ο τρια­ντα­πε­ντά­χρο­νος Mozart πρό­φτα­σε να ολο­κλη­ρώ­σει σε όλες του τις λε­πτο­μέ­ρειες πριν πε­θά­νει (ή δο­λο­φο­νη­θεί από τον Salieri, σύμ­φω­να με τη μο­τσάρ­τεια μυ­θο­λο­γία). Ο ήχος του Introitus, δια­βά­ζου­με στον Burnham, εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός της και­νούρ­γιας επι­βλη­τι­κό­τη­τας στη μου­σι­κή του Mozart: «πλού­σια σκο­τει­νια­σμέ­νος, από­μα­κρος από τον κό­σμο, κι όμως όχι δυ­σοί­ω­νος. […] Η αί­σθη­ση του ανά­λα­φρου πα­ρα­μέ­νει».[48] Στο ποί­η­μα του Ελύ­τη ο πρω­τό­γνω­ρα ελε­γεια­κός τό­νος του ποι­ή­μα­τος οδη­γεί σε επι­βλη­τι­κές ει­κό­νες φω­τός μέ­σα από το σκο­τά­δι και ακυ­ρώ­σεις της βα­ρύ­τη­τας: «Με το λί­γο της ψυ­χής μου κυα­νό η Όξω Πέ­τρα μέ­σ’ από τη μαυ­ρί­λα / θ’ αρ­χί­σει ν’ ανα­δύ­ε­ται. / […] / Ώσπου κά­πο­τε, ο βυ­θός μ’ όλο του το πλαγ­κτόν κα­τά­φω­το / θ’ ανα­στρα­φεί πά­νω από το κε­φά­λι μου».[49]
Η τε­λευ­ταία ανα­φο­ρά του Ελύ­τη στον Mozart, στο τε­λευ­ταίο του έρ­γο Εκ του πλη­σί­ον, εί­ναι: «Τα πο­τή­ρια του Mozart και του Haydn εγ­γί­ζο­νται τό­σο πο­λύ που κιν­δυ­νεύ­ουν να σπά­σουν».[50] Αν ο Pushkin επι­κε­ντρώ­θη­κε στη θα­νά­σι­μη σχέ­ση του Salieri με τον Mozart, ο Ελύ­της πρό­σφε­ρε την αντί­θε­τη ει­κό­να: μιας αδελ­φό­τη­τας «δα­κτυ­λι­κών απο­τυ­πω­μά­των», αυ­τής ανά­με­σα στον πρε­σβύ­τε­ρο Haydn και τον νε­ό­τε­ρο Mozart, όπου ο ήπιος τρό­πος έχει ταυ­τό­χρο­να τη δι­κή του έντα­ση ή αγριό­τη­τα – για να θυ­μη­θού­με ό,τι εί­χε γρά­ψει ο Ελύ­της στη Μα­γεία του Πα­πα­δια­μά­ντη για τις μορ­φές που τον «ελ­κύ­σα­νε ανέ­κα­θεν».
Ο Mozart αφιέ­ρω­σε έξι κουαρ­τέ­τα εγ­χόρ­δων του στον Haydn (τα επο­νο­μα­ζό­με­να «Κουαρ­τέ­τα Haydn») με λό­για όπως: «Πα­ρα­κα­λώ δε­χτεί­τε τα ευ­γε­νι­κά και γί­νε­τε πα­τέ­ρας τους, οδη­γός και φί­λος!» (1 Σε­πτεμ­βρί­ου 1785). Και ο πα­τέ­ρας του Mozart, Leopold, κα­τέ­γρα­ψε σε ένα γράμ­μα του (16 Φε­βρουα­ρί­ου 1785) τι του εί­χε πει ο Haydn: «Ενώ­πιον του Κυ­ρί­ου και ως τί­μιος άν­θρω­πος σας λέω πως ο γιος σας εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος συν­θέ­της που γνω­ρί­ζω εί­τε προ­σω­πι­κά εί­τε κα­τ’ όνο­μα. Έχει αί­σθη­ση της ομορ­φιάς και […] τη βα­θύ­τε­ρη γνώ­ση της σύν­θε­σης».[51] Ο Ελύ­της συμ­φω­νού­σε με τον Haydn. Η ομορ­φιά και η γνώ­ση της σύν­θε­σης απο­τε­λού­σαν τη μα­γεία του Mozart ή τις πρι­σμα­τι­κές αστρα­πές στο δια­μά­ντι της μου­σι­κής του – τη «δια­μα­ντέ­νια στίλ­βη» για την οποία μί­λη­σε ο Ελύ­της. Και «το δια­μά­ντι», δια­βά­ζου­με στο Εκ του πλη­σί­ον ακρι­βώς πριν την ανα­φο­ρά στα πο­τή­ρια του Mozart και του Haydn, «δεν εί­ναι πα­ρά το προ­ϊ­όν της μα­κρό­χρο­νης και πει­σμα­τι­κής προ­σπά­θειας ορι­σμέ­νων αν­θρώ­πων ν’ απα­λεί­ψουν το μαύ­ρο μέ­ρος της μοί­ρας τους. Εξού και εί­ναι τό­σο σπά­νιο».[52]


ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: