Σαν ένα σύντομο παραμύθι

Μίκης Θεοδωράκης & Μάνος Χατζιδάκις στο στούντιο
Μίκης Θεοδωράκης & Μάνος Χατζιδάκις στο στούντιο

Μου ζη­τή­θη­κε από τον Χάρ­τη να γρά­ψω ένα κεί­με­νο για τον Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη.
Πι­στεύ­ο­ντας ότι στον ίδιο θα άρε­σε όλος αυ­τός ο κα­ται­γι­σμός δη­λώ­σε­ων, συ­νε­ντεύ­ξε­ων και άρ­θρων για την προ­σω­πι­κό­τη­τά του και το έρ­γο του, επι­τρέψ­τε μου ένα μι­κρό κεί­με­νο σαν σύ­ντο­μο πα­ρα­μύ­θι σε προ­σω­πι­κό ύφος και γρα­φή.

Ήταν η επο­χή των «Λα­μπρά­κη­δων», κι εγώ, πέ­ντε πε­ντέ­μι­σι χρο­νών στο Πε­ντά­λο­φο Με­σο­λογ­γί­ου, όταν το χω­ριό μου έζη­σε ένα πο­λι­τι­κο-πο­λι­τι­στι­κό δι­ή­με­ρο, μπο­ρεί και τρι­ή­με­ρο αν κρί­νω από το πλή­θος των εκ­δη­λώ­σε­ων: Ομι­λί­ες, τρα­γού­δια, χο­ροί – τό­τε πρω­το­εί­δα να χο­ρεύ­ουν, και μά­λι­στα με πα­ρα­δο­σια­κές φο­ρε­σιές, τον τσα­κώ­νι­κο, τρα­γου­δώ­ντας «σού ’ι­πα, μά­να μ’, πά­ντρε­ψέ με» στο προ­αύ­λιο του σχο­λεί­ου∙ βά­φτι­ση στην εκ­κλη­σία δί­πλα από το σχο­λείο ενός νε­ο­γέν­νη­του κο­ρι­τσιού που το εί­παν «Αγά­πη»∙ έκ­θε­ση παι­δι­κού βι­βλί­ου σ’ ένα μα­γα­ζί στον κε­ντρι­κό δρό­μο και πα­ράλ­λη­λα λα­χειο­φό­ρος αγο­ρά με παι­χνί­δια για παι­διά.
Από την έκ­θε­ση διά­λε­ξα και μου πή­ρε η μά­να μου το πρώ­το παι­δι­κό βι­βλίο που εί­χα πο­τέ, τα Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα δι­η­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Με τον λα­χνό μου κέρ­δι­σα ένα πλα­στι­κό κουρ­δι­στό ροζ γου­ρου­νά­κι μ’ ένα αμπε­λό­φυλ­λο στο στό­μα – με­γά­λη και­νο­το­μία για τον χώ­ρο και χρό­νο όπου ζού­σα.

Πρω­τα­γω­νι­στής όλων αυ­τών των εκ­δη­λώ­σε­ων ήταν ένας πα­νύ­ψη­λος και αει­κί­νη­τος άντρας με πυ­κνά μαύ­ρα μαλ­λιά.
Ξα­νά­κου­σα το όνο­μά του στο ελ­λη­νι­κό ρα­διό­φω­νο ως συν­θέ­τη κά­ποιων τρα­γου­διών που δε συ­γκρά­τη­σα τους τί­τλους τους.
Στη διάρ­κεια της δι­κτα­το­ρί­ας, από τους ξέ­νους σταθ­μούς που έπια­νε ο πα­τέ­ρας μου, θυ­μά­μαι τα τρα­γού­δια «Θα ση­μά­νουν οι κα­μπά­νες» σε ποί­η­ση Γιάν­νη Ρί­τσου και «Διό­τι δεν συ­νε­μορ­φώ­θην» σε ποί­η­ση του συν­θέ­τη, κι όταν η χού­ντα έπε­σε και το ρα­διό­φω­νο έπαι­ζε ελεύ­θε­ρα και πα­νη­γυ­ρι­κά τρα­γού­δια του Θε­ο­δω­ρά­κη, ο αγα­πη­μέ­νος μου κύ­κλος ήταν το Μα­ουτ­χά­ου­ζεν σε ποί­η­ση Ιά­κω­βου Κα­μπα­νέλ­λη, ήταν εκεί­νο το «κο­ρί­τσι με τα φο­βι­σμέ­να μά­τια», εκεί­νη η αγά­πη «με το κα­θη­μερ­νό της φό­ρε­μα κι ένα χτε­νά­κι στα μαλ­λιά».
Το 1976 εί­χα την τύ­χη να τον ξα­να­δώ, στην Αθή­να πια, στη μυ­θι­κή ηχο­γρά­φη­ση της «Ελ­λα­δο­γρα­φί­ας» από Τα πα­ρά­λο­γα των Μά­νου Χα­τζι­δά­κι και Νί­κου Γκά­τσου. Ωστό­σο, σ’ αυ­τή τη συ­νά­ντη­ση, πα­ρά την πλη­θω­ρι­κό­τη­τα του Μί­κη, εμέ­να με γο­ή­τευ­σε η αρ­χο­ντι­κή και ευ­γε­νέ­στα­τη μορ­φή του γιου του, του έφη­βου τό­τε Γιώρ­γου Θε­ο­δω­ρά­κη.
Με τα χρό­νια δια­πί­στω­σα πως το τρα­γού­δι που με συ­γκι­νεί πε­ρισ­σό­τε­ρο σε μου­σι­κή Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη, για το δέ­σι­μο με­λω­δί­ας, στί­χων και ερ­μη­νεί­ας, εί­ναι το «Βρέ­χει στη φτω­χο­γει­το­νιά» σε ποί­η­ση Τά­σου Λει­βα­δί­τη. Όσες φο­ρές και να τ’ ακού­σω, εί­τε με άλ­λους εί­τε μό­νη μου, θα ση­κω­θώ να το χο­ρέ­ψω, συ­νε­παρ­μέ­νη σαν τους ανα­στε­νά­ρη­δες, «Αχ, ψεύ­τη κι άδι­κε ντου­νιά / π’ άνα­ψες τον καη­μό μου,/ εί­σαι μι­κρός και δε χω­ράς/ τον ανα­στε­ναγ­μό μου».
Στη συ­νέ­χεια συ­νά­ντη­σα τον Θε­ο­δω­ρά­κη πολ­λές φο­ρές, πό­τε στο εστια­τό­ριο, στο τρα­πέ­ζι του Γκά­τσου, και πό­τε στις συ­νε­λεύ­σεις της ΕΔΕΤ (Ένω­ση Δη­μιουρ­γών Ελ­λη­νι­κού Τρα­γου­διού), όπου πρω­το­στα­τού­σαν ο Χα­τζι­δά­κις κι εκεί­νος και στις οποί­ες ερ­χό­ταν συ­νή­θως με την κό­ρη του, τη Μαρ­γα­ρί­τα, που όπως την κοί­τα­ζα τη φα­ντα­ζό­μουν μ’ ένα στε­φά­νι άγριες μαρ­γα­ρί­τες στα μαλ­λιά της σαν προ­σω­πο­ποί­η­ση της άνοι­ξης.
Εί­χα ξε­κι­νή­σει πια να γρά­φω κι εγώ στί­χους και ήταν ο ίδιος ο Χα­τζι­δά­κις αυ­τός που μου ζή­τη­σε να γρά­ψω μια ενό­τη­τα για να την με­λο­ποι­ή­σει ο Θε­ο­δω­ρά­κης. Η ιδέα αυ­τή δεν ολο­κλη­ρώ­θη­κε πο­τέ, κι ού­τε πο­τέ έμα­θα αν ο Θε­ο­δω­ρά­κης τη γνώ­ρι­ζε. Πά­ντως, από τους στί­χους εκεί­νους, το μό­νο που θυ­μά­μαι εί­ναι το ότι σ’ ένα χιου­μο­ρι­στι­κό τρα­γού­δι εί­χα βάλ­λει ένα γου­ρου­νά­κι ροζ να ομοιο­κα­τα­λη­κτεί με τα κολ­χόζ.
Αρ­γό­τε­ρα, μό­νη πια, συ­να­ντού­σα τον Θε­ο­δω­ρά­κη σε συ­ναυ­λί­ες ή σε πα­ρου­σιά­σεις δί­σκων με έρ­γα του, και το 2004 μού δό­θη­κε η ευ­και­ρία να γρά­ψω ελ­λη­νι­κούς στί­χους σε τρία τρα­γού­δια που εί­χαν ακου­στεί στα γαλ­λι­κά και γερ­μα­νι­κά. Έκτο­τε, προ­σπά­θη­σα να βά­λω στί­χους και σε άλ­λες με­λω­δί­ες του χω­ρίς να φτά­νω στο απο­τέ­λε­σμα που προσ­δο­κού­σα.
Τώ­ρα, εξα­κο­λου­θώ­ντας ν’ ακούω μου­σι­κές και τρα­γού­δια του, θα τον θυ­μά­μαι πά­ντα όπως τον πρω­το­γνώ­ρι­σα: νέο, μα­χη­τι­κό κι εν­θου­σιώ­δη. Και, όταν θα πη­γαί­νω στην Κρή­τη, θα περ­νάω ν’ ανά­βω ένα κε­ρά­κι στον τά­φο του και να του αφή­νω ένα λου­λού­δι κόκ­κι­νο.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: