Διαβατήριο χωρίς όνομα
Υπογράφω σαν μετανάστης,
με δάχτυλα που τρέμουν απ τη κούραση.
Συζώ, με τη ανησυχία πως γεννιέται τα όνειρο
και τον διαβήτη μου,
εμβόλιο να καταπολεμώ την μοναξιά...
Φέτος συμπληρώνω δίδυμες εξαρες
και τις διαβάζω ανάποδα σα’ να ‘τανε ενιαρες…
Αν κάποιος θα δει το όνομα μου
σε εξώφυλλο βιβλίου,
πες του πως θα ζήσω σαν καμένο δάσος…
Θα μείνω παιδι του τόπου μου,
μόνο στο όνομα που κρατώ.
Ποιητής, σε στοίχους με ορθογραφικά λάθη.
Ευαίσθητος, στις άγραφες μεταφορές
και αγαπησιάρης,
στης πληγές που καήκαν έρωτες…
Μετά τη καραντίνα
…έχω μείνει σαν πικρό κρασί:
ούτε μούστος, ούτε ξύδι.
Κουρασμένος γλάρος μοιάζω, που,
ούτε η θάλασσα, ούτε τα κύματα
δεν με προκαλούν…
Φοβισμένος απ’ τον τρόμο των ειδήσεων μένω
και τους ανθρώπους τους φωνάζω
με τη μάσκα που φορούν.
Ξαφνιάζομαι απ’ τις λέξεις που βγαίνουν απ’ τα υφάσματα
και ξέχασα εντελώς τα χείλη που γελούν.
Όλες οι μέρες μου φαίνονται Κυριακάτικες κηδείες,
δίδυμες με το άγχος και τη στενοχώρια.
Ξεχνώ να πάρω τα χάπια της πίεσης το πρωί
και όλη τη νύχτα,
βλέπω ανασκαφές που σκεπάζουν ταπεινές ανάσες…
Ξυπνώ απ᾽ το μνημόσυνο εφιάλτη
μόνο όταν γυρνά απ’ το σχολείο ο εγγονός μου
και μου φωνάζει:
— Παππού, τα πήγα τέλεια στο διαγώνισμα
παρ᾽όλο που είχα τη μάσκα,
μέχρι τα μάτια.