Από τη Σαπφώ στον Μπάιρον και στον Σολωμό. Το έθνος, το ήθος: η διόρθωση.

Θεόδωρος Βρυζάκης: «Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι» (1861), Εθνική Πινακοθήκη
Θεόδωρος Βρυζάκης: «Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι» (1861), Εθνική Πινακοθήκη


The modern Greek, in tolerable verse
BYRON, Don Juan


Με ανοι­χτό δια­κύ­βευ­μα την πρι­μο­δό­τη­ση της λαϊ­κό­τη­τας ή της λο­γιο­σύ­νης, ως απο­τέ­λε­σμα της σκλη­ρής δια­μά­χης ανά­με­σα σε δη­μο­τι­κι­στές και κα­θα­ρο­λό­γους, κα­τά τη διάρ­κεια του 19ου αιώ­να, η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα πε­ριε­βλή­θη –στον έσχα­το βαθ­μό– το εθνι­κό σχή­μα, δη­λα­δή το σχή­μα εκεί­νο που απο­κα­θι­στά το κύ­ρος της ιστο­ρι­κής συ­νεί­δη­σης, όταν η ποί­η­ση, με την πα­ρα­δειγ­μα­τι­κή συ­μπύ­κνω­ση του νο­ή­μα­τός της, την ακα­ριαία επί­δρα­ση της συ­ναι­σθη­μα­τι­κής της έντα­σης και τη ρυθ­μι­κή δυ­να­τό­τη­τα απο­μνη­μό­νευ­σης των εκ­φρά­σε­ών της, ταυ­τί­στη­κε ορ­γα­νι­κά με το αί­τη­μα της ελευ­θε­ρί­ας. Επει­δή μό­νον υπό τον όρο της απα­θα­νά­τι­σης, γρα­πτής ή προ­φο­ρι­κής, μπο­ρεί η ελευ­θε­ρία να ολο­κλη­ρώ­σει τον εθνι­κό και πα­ναν­θρώ­πι­νο σκο­πό της, να γί­νει δη­λα­δή, εντός του λό­γου, οδη­γός πο­ρεί­ας για το πα­ρόν και κτή­μα εσα­εί για το μέλ­λον. Από αυ­τή την άπο­ψη, αν το αί­τη­μα ενός υπο­δου­λω­μέ­νου έθνους απο­τυ­πώ­νε­ται με από­λυ­το τρό­πο, για τον ποι­η­τή του έθνους, στη φρά­ση «μή­γα­ρις έχω άλ­λο στο νου μου πά­ρεξ ελευ­θε­ρία και γλώσ­σα»,[1] το όρα­μα της ελεύ­θε­ρης πο­λι­τεί­ας συ­νο­ψί­ζε­ται, για τον ιστο­ρι­κό του έθνους, στην υψη­λό­τε­ρη στιγ­μή της ποι­η­τι­κής δη­μιουρ­γί­ας: «Η με­γά­λη Ποί­η­σις απαρ­τί­ζει και συ­γκε­φα­λαιοί την πο­λι­τεί­αν, αντα­να­κλά το φως όλης ιστο­ρι­κής επο­χής».[2]

Η από­στα­ση ανά­με­σα στον Πίν­δα­ρο και στον Ανα­κρέ­ο­ντα, για τους Έλ­λη­νες του 19ου αιώ­να, τό­σο πριν όσο και με­τά το ξέ­σπα­σμα της Επα­νά­στα­σης, οριο­θε­τεί το πε­δίο στο οποίο θα κι­νη­θεί, άλ­λο­τε προς τη μία και άλ­λο­τε προς την άλ­λη κα­τεύ­θυν­ση, η γραμ­μα­τεια­κή πα­ρά­δο­ση του έθνους. Βέ­βαια, η αρ­χαία κλη­ρο­νο­μιά, στην πε­ρί­πτω­ση των Ελ­λή­νων, δεν εί­ναι μό­νο η πα­γκό­σμια πα­ρα­κα­τα­θή­κη που θα εμπνεύ­σει απε­λευ­θε­ρω­τι­κά ιδε­ώ­δη και λυ­ρι­κά ορά­μα­τα, που θα δι­δά­ξει την αυ­τα­πάρ­νη­ση των ηρώ­ων και τη λα­τρεία της φύ­σης, που θα γί­νει πρό­τυ­πο για την εδραί­ω­ση του δη­μο­κρα­τι­κού πο­λι­τεύ­μα­τος αλ­λά και για τη μί­μη­ση με­τρι­κών τύ­πων –για­τί εδώ, στην Ελ­λά­δα του 19ου αιώ­να, η αρ­χαία κλη­ρο­νο­μιά απο­τε­λεί, πρω­τί­στως, φυ­σι­κό και ανα­φαί­ρε­το δι­καί­ω­μα. Τό­σο φυ­σι­κό που ο Ιω­άν­νης Ζα­μπέ­λιος, επο­πτεύ­ο­ντας –με τα μά­τια και το πνεύ­μα– το ελ­λη­νι­κό το­πίο, από την πα­ρα­με­θό­ριο των Επτα­νή­σων, προ­τε­κτο­ρά­το τό­τε του Ηνω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου (η Ιό­νιος Πο­λι­τεία), προ­βαί­νει, τέσ­σε­ρα χρό­νια πριν από το 1821, στις εξής κα­νο­νι­στι­κές διευ­θε­τή­σεις:

Ο Πίν­δα­ρος πε­τά εις τας κο­ρυ­φάς του Ολύ­μπου, του Παρ­νασ­σού και του Ελι­κώ­νος, ίνα εξυ­μνή­ση τον Παιά­να της νί­κης και του θριάμ­βου.

Ο Ανα­κρέ­ων πλα­νά­ται εις τα δά­ση και εις τους Λει­μώ­νας, άδων με τους Έρω­τας, μα τας Χά­ρι­τας, με τας Νύμ­φας και με τον Βάκ­χον.

Ένα ακό­μα όνο­μα θα προ­στε­θεί, για πρώ­τη ίσως φο­ρά σε αμι­γώς φι­λο­λο­γι­κό κεί­με­νο της νε­ο­ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τεί­ας, για να εγκα­τα­στα­θεί το απαι­τού­με­νο σχή­μα του τρι­γώ­νου: αυ­τού που ρυθ­μί­ζει δια­λε­κτι­κές σχέ­σεις, που ανα­σκευά­ζει και επα­νει­σά­γει βε­βαιό­τη­τες, που απο­δο­μεί και ορ­γα­νώ­νει εκ νέ­ου το χά­ος της αν­θρώ­πι­νης ιστο­ρί­ας.

Η Σαπ­φώ πε­ρι­φέ­ρε­ται σκυ­θρω­πή εις τους να­ούς και εις τα ερεί­πια, ίνα κλαύ­ση πα­ρά­πο­να έρω­τος και δό­ξης.[3]

Η ανα­πό­φευ­κτη σύ­γκρι­ση ανά­με­σα στη δύ­να­μη του άντρα και στην ευαι­σθη­σία της γυ­ναί­κας, αν πά­ρου­με ως πα­ρά­δειγ­μα σύ­γκρι­σης τον Πίν­δα­ρο και τη Σαπ­φώ, η διελ­κυ­στίν­δα με­τα­ξύ του πο­λε­μο­χα­ρούς και του ει­ρη­νο­ποιού φύ­λου, με­τα­φέ­ρε­ται και στο ανα­πε­πτα­μέ­νο πε­δίο της ποι­η­τι­κής τέ­χνης. Το απο­τέ­λε­σμα εί­ναι σα­ρω­τι­κό. Εκεί­νος: αγέ­ρω­χος, τολ­μη­ρός, υψι­πέ­της. Εκεί­νη: κα­χε­κτι­κή, μεμ­ψί­μοι­ρη, γή­ι­νη. Ο Πίν­δα­ρος, πε­τώ­ντας στις κο­ρυ­φές των βου­νών, συν­θέ­τει ηρω­ι­κούς ύμνους. Η Σαπ­φώ, πε­ρι­πλα­νώ­με­νη στα αρ­χαία ερεί­πια, πεν­θεί χα­μέ­νους έρω­τες. Όμως, αν η ει­κό­να που πα­ρα­δί­δει ο Ζα­μπέ­λιος για τον Πίν­δα­ρο, με τις χτυ­πη­τές με­τα­φο­ρές που ανα­δει­κνύ­ουν τον ποι­η­τή των δι­θυ­ραμ­βι­κών ωδών, εί­ναι ακρι­βής, η πε­ρι­γρα­φή των γνω­ρι­σμά­των της σαπ­φι­κής ποί­η­σης, πα­ρά τον ρε­α­λι­στι­κό τους χα­ρα­κτή­ρα, προ­κα­λεί αμη­χα­νία. Να­οί και ερεί­πια δεν απα­ντώ­νται στα απο­σπά­σμα­τα· η ανα­φο­ρά σε θρή­νους και πα­ρά­πο­να στοι­χειο­θε­τεί ορια­κή, αν όχι κα­τα­χρη­στι­κή, ερ­μη­νευ­τι­κή δυ­να­τό­τη­τα. Αλ­λά όλα αυ­τά –γκρί­νιες και κα­πρί­τσια– απο­τε­λούν, στη συ­νεί­δη­ση ενός άντρα του 19ου αιώ­να, δια­χρο­νι­κά στοι­χεία του γυ­ναι­κεί­ου κό­σμου. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, όταν ο Σπυ­ρί­δων Ζα­μπέ­λιος, ο γιος του Ιω­άν­νη, δια­τρα­νώ­νει ότι οι Έλ­λη­νες, εγκαι­νιά­ζο­ντας το Δρά­μα, ανα­κα­λύ­πτουν πρώ­τοι «εν τη ευ­σπλα­χνία της γυ­ναι­κός […] το έτε­ρον και έως τό­τε άγνω­στον της αν­θρω­πί­νου ψυ­χής ημι­σφαί­ριον», η πα­τρο­πα­ρά­δο­τη σύ­γκρι­ση υψη­λού-χα­μη­λού επα­να­λαμ­βά­νε­ται:

Ο ήτ­των τό­νος του αδυ­νά­του φύ­λου ποι­κίλ­λει τον μεί­ζο­να τό­νον του αν­δρός![4]

Υπό αυ­τούς τους όρους, η αντι­βο­λή των δια­ζευ­κτι­κών προ­τά­σε­ων του Ι. Ζα­μπέ­λιου οδη­γεί στο συ­μπέ­ρα­σμα ότι η χρή­ση της κυ­ριο­λε­ξί­ας απέ­χει από την απο­τύ­πω­ση των φι­λο­λο­γι­κών του κρί­σε­ων πε­ρισ­σό­τε­ρο από όσο η χρή­ση της με­τα­φο­ράς. Εκτός κι αν το σχή­μα της κυ­ριο­λε­ξί­ας ταυ­τί­ζε­ται εδώ με το νό­η­μα μιας λαν­θά­νου­σας με­τα­φο­ράς, η οποία σχε­τί­ζε­ται με την πα­ρά­δο­ση και την έκ­δο­ση των ίδιων αυ­τών των αρ­χαί­ων ποι­η­μά­των. Για­τί το ξε­δί­πλω­μα της δια­λε­κτι­κής σκέ­ψης του Ζα­μπέ­λιου –συ­νει­δη­τά ή ασύ­νει­δα, μάλ­λον ασύ­νει­δα– τεκ­μη­ριώ­νει την ανα­λο­γία ανά­με­σα στην πε­ρή­φα­νη ανά­βα­ση σε τρία ιε­ρά βου­νά της Ελ­λά­δας, τα οποία αντι­προ­σω­πεύ­ουν, κα­τά σει­ρά, την κα­τοι­κία των θε­ών, τη γέν­νη­ση του αν­θρώ­πι­νου εί­δους και τον τό­πο των Μου­σών, δη­λα­δή την κα­τα­στα­τι­κή τρι­λο­γία των αξιών που συ­νι­στούν κο­ρυ­φαί­ες εκ­φάν­σεις της θρη­σκεί­ας, της λο­γι­κής και της τέ­χνης, και στην ευ­θεία ανα­γνώ­ρι­ση ενός έρ­γου πε­ρα­τω­μέ­νου, από τη μία· από την άλ­λη, την ανα­λο­γία ανά­με­σα στην αβά­στα­χτη πε­ρι­πλά­νη­ση στα αρ­χαία ερεί­πια και στην πι­κρή πα­ρα­δο­χή ενός έρ­γου απο­σπα­σμα­τι­κού. Εντού­τοις, το αί­σθη­μα απο­καρ­δί­ω­σης δεν βα­ραί­νει την ίδια τη Σαπ­φώ –η Σαπ­φώ δεν συ­νέ­θε­σε απο­σπά­σμα­τα–, αλ­λά λει­τουρ­γεί ως απο­τέ­λε­σμα μιας κί­νη­σης αντα­να­κλα­στι­κής, η οποία διορ­θώ­νει τους δεί­κτες της πα­ρά­στα­σης: η Σαπ­φώ πε­ρι­φέ­ρε­ται σκυ­θρω­πή στα ερεί­πια των ποι­η­μά­των της επει­δή, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, σκυ­θρω­πός πε­ρι­φέ­ρε­ται ο Ζα­μπέ­λιος στα ερεί­πια των ποι­η­μά­των της Σαπ­φώς.

Αν για τον πα­τέ­ρα Ζα­μπέ­λιο η απόρ­ρι­ψη της απο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τας σκια­γρα­φεί τη δια­δρο­μή της αι­σθη­τι­κής του παι­δεί­ας, αλ­λά και τη δια­δρο­μή μιας πιο ψη­λα­φη­τής, πιο βιω­μα­τι­κής σχέ­σης με την ιστο­ρία της ποί­η­σης, για τον γιο, τον φι­λό­σο­φο της ιστο­ρί­ας, τον συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρο ιστο­ριο­νό­μο της επο­χής και βα­σι­κό ει­ση­γη­τή της ιδέ­ας για την ελ­λη­νι­κή δια­χρο­νία,[5] η ποί­η­ση εντάσ­σε­ται, προ­γραμ­μα­τι­κά και αδια­πραγ­μά­τευ­τα, στις ίδιες τού­τες δια­κη­ρυγ­μέ­νες ιδε­ο­λο­γι­κές επι­τα­γές που αφο­ρούν την ιδιο­συ­στα­σία της εθνι­κής συ­νεί­δη­σης. Θε­μέ­λιο της ιστο­ριο­νο­μί­ας, όπως –επί το ελ­λη­νι­κό­τε­ρον– με­τα­φρά­ζει ο Σ. Ζα­μπέ­λιος τον όρο φι­λο­σο­φία της ιστο­ρί­ας, η πε­ποί­θη­ση ότι τα μέ­ρη που απο­τε­λούν την ολό­τη­τα του κό­σμου «εξαρ­τώ­νται το εν εκ του άλ­λου και […] συν­δυά­ζο­νται». Σκο­πός της ιστο­ριο­νο­μί­ας να διευ­ρύ­νει «εν πα­ντί χώ­ρω και χρό­νω, τας απορ­ρή­τους αι­τί­ας, αί­τι­νες εγέν­νη­σαν τας με­τα­βο­λάς, και τας σπου­δαί­ας πε­ρι­πτώ­σεις, όσαι συ­νέ­τρε­ξαν εις την γέ­νε­σιν των συμ­βε­βη­κό­των».[6]

Υπό αυ­τό το πρί­σμα, η ενό­τη­τα της ελ­λη­νι­κής ιστο­ρί­ας δεν μπο­ρεί πα­ρά να απο­τε­λεί αντα­νά­κλα­ση της ενό­τη­τας της πα­γκό­σμιας ιστο­ρί­ας, κα­θώς ο Ζα­μπέ­λιος, στην προ­σπά­θειά του να υπο­στη­ρί­ξει την πρό­τα­ση της «εθνι­κής σύμ­πτυ­ξης»[7] των τριών με­γά­λων πε­ριό­δων της ελ­λη­νι­κής ιστο­ρί­ας, προ­σαρ­μό­ζει στο ιστο­ριο­νο­μι­κό του σύ­στη­μα βα­σι­κές αρ­χές από τη φι­λο­σο­φία της ιστο­ρί­ας του Hegel: τη βε­βαιό­τη­τα ότι η πα­γκό­σμια ιστο­ρία, ακό­μα και στις πλέ­ον πα­ρά­λο­γες εκ­φάν­σεις της, κυ­βερ­νά­ται από τον Λό­γο, οπό­τε η ιστο­ρία του Λό­γου συ­νί­στα­ται στη σύν­θε­ση των επι­μέ­ρους στοι­χεί­ων που απαρ­τί­ζουν την ιστο­ρία της αν­θρώ­πι­νης ύπαρ­ξης, κα­θώς και τη δια­βε­βαί­ω­ση ότι η πα­γκό­σμια ιστο­ρία απο­τε­λεί πε­δίο υλο­ποί­η­σης της Ιδέ­ας «μέ­σω του “λαϊ­κού πνεύ­μα­τος” (Volksgeist), ήτοι μέ­σω της συλ­λο­γι­κής έκ­φρα­σης της εκά­στο­τε συ­γκε­κρι­μέ­νης ιστο­ρι­κής κοι­νω­νί­ας, και όπως αυ­τή απο­τυ­πώ­νε­ται στα ήθη, τη γλώσ­σα, τη θρη­σκεία, τις πο­λι­τι­κές και πο­λι­τι­σμι­κές συμ­βά­σεις της».[8]

Αφού το Από­λυ­το Πνεύ­μα του Hegel, η ύψι­στη έκ­φρα­ση της αυ­το­συ­νει­δη­σί­ας του Πνεύ­μα­τος, πραγ­μα­το­ποιεί­ται σε τρία πε­δία της αν­θρώ­πι­νης δη­μιουρ­γι­κό­τη­τας, τα οποία συ­νά­πτο­νται αντι­στοί­χως με τρεις με­γά­λες ιστο­ρι­κές πε­ριό­δους –η τέ­χνη με την αρ­χαιό­τη­τα, η θρη­σκεία με τον Με­σαί­ω­να και η φι­λο­σο­φία με τη νε­ό­τε­ρη επο­χή–ο Ζα­μπέ­λιος θε­με­λιώ­νει την αρ­χή της τρι­συ­πό­στα­της ιστο­ρί­ας της Ελ­λά­δας πά­νω στη συμ­φι­λί­ω­ση του πραγ­μα­τι­κού με το ιδα­νι­κό ει­σά­γο­ντας την έν­νοια του «μέ­σου όρου», που εκ­προ­σω­πεί ο χρι­στια­νι­κός κό­σμος του Με­σαί­ω­να, η ανώ­τε­ρη ποιο­τι­κά επο­χή της ελ­λη­νι­κής ιστο­ρί­ας, κα­τά την κρί­ση του Ζα­μπέ­λιου, και συν­δε­τι­κός κρί­κος της αρ­χαιό­τη­τας με τους νε­ό­τε­ρους χρό­νους,[9] οι οποί­οι, με αφε­τη­ρία το 1821, οφεί­λουν να απο­τε­λέ­σουν τον συ­γκε­ρα­σμό των προη­γου­μέ­νων επο­χών. Βέ­βαια, ο Ζα­μπέ­λιος πα­ρα­χα­ρά­ζει το φι­λο­σο­φι­κό σύ­στη­μα του Hegel: στη θέ­ση του Πνεύ­μα­τος το­πο­θε­τεί τον Θεό (ο Θε­ός, «ο χαλ­κεύ­σας του Πα­ντός την άλυ­σον», με­ρι­μνά ώστε τα μέ­ρη της ολό­τη­τας να εξαρ­τώ­νται το ένα από το άλ­λο και να συν­δυά­ζο­νται) και προσ­δί­δει ει­δι­κή αξία στη συμ­βο­λή του χρι­στια­νι­κού κό­σμου, αξία που αντι­τί­θε­ται στις αρ­χές του Hegel. Γι’ αυ­τό, ο Σο­λω­μός, όταν δια­βά­ζει τα Άσμα­τα δη­μο­τι­κά, απο­φαί­νε­ται: «Κα­λέ, τι έπα­θε ο Σπύ­ρος; Έντυ­σε τον Έγελ με το φε­λό­νι του πα­πά μας;».[10]

Υπό τους όρους ενός τό­σο κλει­στού αν­θρω­πο­λο­γι­κού συ­στή­μα­τος, όπου όλες οι λε­πτο­μέ­ρειες συ­νυ­φαί­νο­νται με σκο­πό την τεκ­μη­ρί­ω­ση της αδιαί­ρε­της ολό­τη­τας στην ιστο­ρία του ελ­λη­νι­κού έθνους, ο εθνι­κός ποι­η­τής οφεί­λει να κα­τα­λεί­ψει έρ­γο αρ­ρα­γές και ολο­κλη­ρω­μέ­νο, με δο­μή σα­φή και συ­νε­κτι­κή, με μορ­φι­κά στοι­χεία απο­κρυ­σταλ­λω­μέ­να και διαυ­γή, με πί­στη σε ένα όρα­μα που θα κα­τορ­θω­θεί μέ­σα από την ενό­τη­τα της γλωσ­σι­κής κα­λαι­σθη­σί­ας, της ηθι­κής στα­θε­ρό­τη­τας και της αι­σθη­τι­κής επάρ­κειας· δη­λα­δή έρ­γο που να απο­τε­λεί πι­στή αντα­νά­κλα­ση του ίδιου αυ­τού του αν­θρω­πο­λο­γι­κού συ­στή­μα­τος. Εντού­τοις, ένα τό­σο απαρ­τι­σμέ­νο φι­λο­σο­φι­κό μο­ντέ­λο δεν συμ­βι­βά­ζε­ται με ένα τό­σο απο­σπα­σμα­τι­κό ποι­η­τι­κό έρ­γο. Αλ­λιώς, η ολό­τη­τα της Ιδέ­ας, δη­λα­δή τα ίδια τα θε­μέ­λια του έθνους κα­ταρ­ρέ­ουν.[11]

Η από­φα­ση του Ζα­μπέ­λιου εί­ναι στα­θε­ρή· σε (ακό­μα μία) λυ­ρι­κή του επί­νοια, η οποία ανα­κα­λεί τον πε­ρί­φη­μο στο­χα­σμό του Σο­λω­μού, «εφάρ­μο­σε εις την πνευ­μα­τι­κή μορ­φή την ιστο­ρία του φυ­τού, το οποί­ον αρ­χι­νά­ει από το σπό­ρο, και γυ­ρί­ζει εις αυ­τόν»,[12] αλ­λά δεν ολο­κλη­ρώ­νε­ται με τον δια­λε­κτι­κό τρό­πο του Hegel, όπως στον Σο­λω­μό, ο Ζα­μπέ­λιος λέ­ει: «Ό,τι το άν­θος προς το φυ­τόν, ό,τι το άρω­μα προς το άν­θος, τού­το δη και προς την πο­λι­τεί­αν ο ποι­η­τής. Η με­γά­λη Ποί­η­σις απαρ­τί­ζει και συ­γκε­φα­λαιοί την πο­λι­τεί­αν, αντα­να­κλά το φως όλης ιστο­ρι­κής επο­χής».[13] Γι’ αυ­τό, ό,τι ανα­γνω­ρί­ζε­ται με θαυ­μα­σμό ως «πο­λύ­τι­μα συ­ντρίμ­μα­τα» από τον Ιά­κω­βο Πο­λυ­λά,[14] θε­ω­ρεί­ται, για τον Ζα­μπέ­λιο, τε­μά­χια «ασυ­ναρ­τή­των […] σχε­δια­σμά­των […] ασυρ­ρά­πτων σκια­γρα­φη­μά­των», απο­τέ­λε­σμα της «ολι­γο­δρα­νί­ας» και του «ποι­η­τι­κού μα­ρα­σμού», της «ιδιο­τρο­πί­ας», της «κα­κο­θυ­μί­ας» και της «φυ­γαν­θρω­πί­ας», που προ­κά­λε­σε η στρο­φή του Σο­λω­μού στον «μυ­στι­κι­σμό» και στη «με­τα­φυ­σι­κο­μα­νία» με την «αυ­το­μό­λη­σή» του στον «γερ­μα­νι­σμό», στη με­λέ­τη δη­λα­δή της γερ­μα­νι­κής φι­λο­σο­φί­ας.[15] Έξο­χο δείγ­μα μυ­στι­κι­σμού, για τον Ζα­μπέ­λιο, η «Σαπ­φώ», όψι­μο ιτα­λι­κό ποί­η­μα του Σο­λω­μού, από όπου πα­ρα­θέ­τει τους εξής στί­χους:


Ahi, che la terra è piena di misteri,
né tutti il loco, onde vegn’ io, li svela!

[…]

Or quando fia, chi sarà mai, che alfine
mi sveli il ver, che tante volte io chiesi
a tanti spirti, in tante sfere, invano!.


Πόσα μυστήρια κρύβει τούτη η γη
κι ο τόπος απ’ όπου ήρθα δεν τα λύνει!

[…]

Πότε λοιπόν και ποιος θ’ αποκαλύψει
την αλήθεια για με που τόσο τη ζητώ
ρωτώντας μάταια τόσα πνεύματα άλλων κόσμων;[16]

Φίλιππος Μαργαρίτης: «Η Σαπφώ προσεύχεται στοην Αφροδίτη» (πριν το 1843), Εθνική Πινακοθήκη
Φίλιππος Μαργαρίτης: «Η Σαπφώ προσεύχεται στοην Αφροδίτη» (πριν το 1843), Εθνική Πινακοθήκη


Όμως η «Σαπ­φώ» έρ­χε­ται σε ευ­θεία ρή­ξη με τις υπο­σχέ­σεις μιας οιο­νεί θε­ο­λο­γι­κής αντί­λη­ψης, εφό­σον η με­τα­φυ­σι­κή δι­δα­χή απο­βαί­νει αρ­νη­τι­κή: η ανεύ­ρε­ση της αλή­θειας έξω από τον πραγ­μα­τι­κό κό­σμο κα­θί­στα­ται αδύ­να­τη. Οπό­τε, ο Ζα­μπέ­λιος, στην προ­σπά­θειά του να ψέ­ξει τον Σο­λω­μό, πα­ρα­γνω­ρί­ζει το νό­η­μα του ποι­ή­μα­τος, και ο τε­λευ­ταί­ος, για άλ­λη μια φο­ρά, απο­δει­κνύ­ε­ται δια­λε­κτι­κό­τε­ρος από τον πρώ­το. Για­τί, όπως ο Hegel ανα­γνω­ρί­ζει, στο πλαί­σιο του από­λυ­του ιδε­α­λι­σμού του, ότι ο Λό­γος, ως εκ­πλή­ρω­ση της αλή­θειας μέ­σα στο ξε­δί­πλω­μα της ιστο­ρί­ας, ενυ­πάρ­χει σπερ­μα­τι­κά ακό­μα και στην πιο στοι­χειώ­δη μορ­φή της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, έτσι και ο Σο­λω­μός δεν δια­χω­ρί­ζει την ποι­η­τι­κή του ενό­ρα­ση από τη στα­θε­ρή πα­ρου­σία του υλι­κού κό­σμου. Ο Πο­λυ­λάς, σχο­λιά­ζο­ντας τα ποι­ή­μα­τα «Σαπ­φώ» και «Ορ­φέ­ας», το­νί­ζει ότι

το υψηλό και μυστηριώδες νόημα δεν έσυρε τον ποιητή έξω από τα όρια της Τέχνης του, αλλά μέσα εις αυτά εφεύρηκε αρχέτυπες καθαρές μορφές η πλαστική του φαντασία, να παραστήσει ένα από τα μυστήρια της ψυχής, την ακοίμητην έρευνα της αλήθειας. Όθεν δικαίως έλεγε του Σολωμού ο Θωμαζέος, παραβάλλοντάς τον με τους Γερμανούς· «Τούτοι δίνουν και εις τα κοινά νοήματα την όψη της βαθύτητος· εσύ εύρηκες τον τρόπο να καταστήσεις κοινή την βαθύτερην έννοια».[17]


Ανά­με­σα στον γερ­μα­νι­κό ιδε­α­λι­σμό και τον αγ­γλι­κό εμπει­ρι­σμό, ανά­με­σα στον Hegel και τον Locke, ανά­με­σα στον Schiller και τον Byron ή, για να επι­στρέ­ψου­με στη φι­λο­λο­γι­κή ανα­λο­γία, ανά­με­σα στον Πίν­δα­ρο και τον Ανα­κρέ­ο­ντα, αμ­φι­τα­λα­ντεύ­τη­κε από νω­ρίς η δια­μόρ­φω­ση του ποι­η­τι­κού ορά­μα­τος του Σο­λω­μού, με στα­θε­ρό και εγνω­σμέ­νο σκο­πό τη δη­μιουρ­γία ενός τρί­του εί­δους· «εί­δος μι­χτό, αλ­λά νό­μι­μο».[18] Από αυ­τή την άπο­ψη, η ανα­γνώ­ρι­ση, στην 86η στρο­φή από τον «Ύμνον εις την Ελευ­θε­ρί­αν», του δι­πό­λου ανά­με­σα στη σιω­πη­ρή ανά­κλη­ση των ποι­η­τι­κών αρ­χών του Θε­ό­κρι­του και του Ανα­κρέ­ο­ντα –ει­δυλ­λια­σμός, τρυ­φη­λό­τη­τα, ηδο­νο­θη­ρία– και στη ρη­τή ταύ­τι­ση του Πιν­δά­ρου με το φι­λε­λεύ­θε­ρο πνεύ­μα της Ευ­ρώ­πης, κα­θώς και η σα­φής θέ­ση του Σο­λω­μού, στη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρη στιγ­μή με­τα­στρο­φής του έρ­γου του, υπέρ του τε­λευ­ταί­ου,[19] προ­ϋ­πο­θέ­τει τη στο­χα­στι­κή επι­σκό­πη­ση, στις αμέ­σως προη­γού­με­νες στρο­φές, της συ­νει­δη­τής πα­ρου­σί­ας, σύμ­φω­να και με τις «Ση­μειώ­σεις» του ποι­η­τή, της βυ­ρω­νι­κής ιδέ­ας, όπως πα­ρου­σιά­ζε­ται στο τρί­το Canto του Don Juan, για τη χα­ρά αλ­λά και για τη δυ­σθυ­μία που προ­κα­λεί, εν μέ­σω σκλα­βιάς, ο σαρ­κι­κός έρω­τας.


Στη σκιά χεροπιασμένες,
στη σκιά βλέπω κι εγώ
κρινοδάκτυλες παρθένες
όπου κάνουνε χορό·

στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Πρό­κει­ται για ανοι­χτή επι­κοι­νω­νία –που δια­τρα­νώ­νει η από­λυ­τη αντί­θε­ση ανά­με­σα στον πρώ­το αγ­γλι­κό και στον τε­λευ­ταίο ελ­λη­νι­κό στί­χο– με τη 15η στρο­φή από το «The isles of Greece», ένα εγκι­βω­τι­σμέ­νο στο τρί­το Canto ποί­η­μα, το οποίο ση­μα­το­δο­τεί μιαν από­το­μη, πα­ρεν­θε­τι­κή με­τα­στρο­φή από τις βα­σι­κές ιδέ­ες και την πά­για αι­σθη­τι­κή που χα­ρα­κτη­ρί­ζουν το υπό­λοι­πο έρ­γο του Don Juan: από το σαρ­κα­στι­κό πνεύ­μα στην ανα­στο­χα­στι­κή σο­βα­ρό­τη­τα, από τις προ­σω­πι­κές αιχ­μές στην ιστο­ρι­κό­τη­τα της εθνι­κής υπό­θε­σης, από την οκτά­βα ρί­μα στους εξα­σύλ­λα­βους ομοιο­κα­τά­λη­κτους. Οπό­τε, υπό τους όρους μιας επο­χής που δια­τη­ρεί ακ­μαία τη ζω­ντα­νή από­δο­ση των ποι­η­μά­των, μπο­ρού­με να φα­ντα­στού­με και έναν δια­φο­ρε­τι­κό τό­νο εκ­φο­ράς του «The isles of Greece» σε πε­ρί­πτω­ση απαγ­γε­λί­ας.


Fill high the bowl with Samian wine!
Our virgins dance beneath the shade—
I see their glorious black eyes shine;
But gazing on each glowing maid,
My own the burning tear-drop laves,
To think such breasts must suckle slaves.[20]


Από τη Σαπφώ στον Μπάιρον και στον Σολωμό. Το έθνος, το ήθος: η διόρθωση.


Ο Σο­λω­μός απο­δί­δει σε πε­ζή μορ­φή τους στί­χους –από τις ελά­χι­στες φο­ρές (πβ. τη «Μί­μη­ση του τρα­γου­διού της Δεσ­δε­μό­νας» από τον Οθέλ­λο του Shakespeare) που κα­τα­πιά­νε­ται με τη με­τά­φρα­ση αγ­γλι­κής ποί­η­σης. Μά­λι­στα, αφού προη­γου­μέ­νως πα­ρα­φρά­σει τον πρώ­το στί­χο, απα­λεί­φει τη με­τά­φρα­ση του τέ­ταρ­του στί­χου, στην προ­σπά­θεια του να διορ­θώ­σει ένα φλύ­α­ρο πα­ρα­στρά­τη­μα του αγ­γλι­κού ποι­ή­μα­τος. Εδώ, ο φι­λό­δο­ξος μα­θη­τής υπο­σκε­λί­ζει τον φτα­σμέ­νο δά­σκα­λο:

Οι γυναίκες μας χορεύουν αποκάτου από τον ίσκιον· βλέπω τα θέλγητρα τών ματιών τους· αλλά όταν συλλογίζομαι ότι θα γεννήσουν σκλάβους, γεμίζουν τα μάτια μου δάκρυα.[21]

Πέ­ρα από πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία τα οποία συν­θέ­τουν τον φι­λο­λο­γι­κό καμ­βά του δια­λό­γου που ανοί­γει ο Σο­λω­μός με το έρ­γο του Byron,[22] τον μο­να­δι­κό συ­γκαι­ρι­νό ξέ­νο ομό­τε­χνό του που επι­κα­λεί­ται στις «Ση­μειώ­σεις» (οι υπό­λοι­πες ανα­φο­ρές επι­κε­ντρώ­νο­νται σε ονό­μα­τα της έν­δο­ξης ιτα­λι­κής πα­ρά­δο­σης τα οποία ανή­κουν στην πρώ­ι­μη (Δά­ντης, Πε­τράρ­χης) και στη με­τα­γε­νέ­στε­ρη πε­ρί­ο­δο της Ανα­γέν­νη­σης (Αριό­στο, Τάσ­σος), η σθε­να­ρή πα­ρου­σία του λόρ­δου στον «Ύμνον εις την Ελευ­θε­ρί­αν» ση­μα­το­δο­τεί τα όρια μιας υπαρ­ξια­κής ανά­γκης, η οποία, στο πλαί­σιο της κο­ρυ­φαί­ας στιγ­μής σύ­γκλι­σης και από­κλι­σης των λυ­ρι­κών και των επι­κών στοι­χεί­ων που απαρ­τί­ζουν την ιδε­ο­λο­γι­κή ταυ­τό­τη­τα του ποι­ή­μα­τος, συ­σχε­τί­ζε­ται με τα όρια μιας ανά­γκης εθνι­κής: την αντί­θε­ση ανά­με­σα στην προσ­δο­κώ­με­νη ευ­δαι­μο­νία που υπό­σχε­ται η λα­χτά­ρα της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής και στο υψη­λό χρέ­ος που επι­βάλ­λει ο οί­στρος της εθνι­κής εξέ­γερ­σης.

Για­τί ο Byron, στο τρί­το Canto του Don Juan, «πα­ρα­σταί­νει ένα ποι­η­τήν Έλ­λη­να, όπου, απελ­πι­σμέ­νος και πα­ρα­πο­νε­μέ­νος δια την σκλα­βιάν της πα­τρί­δος του, έχει εμπρός του ένα κρα­σο­πό­τη­ρον»,[23] η ει­κό­να του οποί­ου επα­νέρ­χε­ται, ως σύμ­βο­λο της ανα­κρε­ό­ντειας πα­ρά­δο­σης, σε τέσ­σε­ρις πε­ρι­πτώ­σεις πει­ρα­σμού (στρ. 9, 11, 13, 15) που δο­κι­μά­ζουν τις αντι­στά­σεις του ποι­η­τή μπρο­στά στο απελ­πι­στι­κό εν­δε­χό­με­νο της από­συρ­σης –μια αδια­με­σο­λά­βη­τη νί­κη της ζω­ής ισού­ται με μια τα­πει­νω­τι­κή ήτ­τα του ήρωα–, όταν, την ίδια στιγ­μή, ο ίδιος ο ποι­η­τής, σε ένα έξο­χο αμάλ­γα­μα λυ­ρι­κής αι­σθα­ντι­κό­τη­τας και επι­κής έξαρ­σης, απα­ριθ­μεί έν­δο­ξες στιγ­μές, ιε­ρές και ιστο­ρι­κές το­πο­θε­σί­ες, θε­ούς και επι­φα­νείς προ­σω­πι­κό­τη­τες της αρ­χαί­ας Ελ­λά­δας (Σαπ­φώ, Δή­λος, Απόλ­λω­νας, Νή­σοι των Μα­κά­ρων, Μα­ρα­θώ­νας, Σα­λα­μί­να, Σπαρ­τιά­τες, Θερ­μο­πύ­λες, στρα­τιω­τι­κή φά­λαγ­γα, Μιλ­τιά­δης, Κά­δμος, Σού­νιο, στρ. 1, 2, 3, 4, 7, 10, 12, 16) και ανα­κα­λεί πρό­σφα­τα πα­ρα­δείγ­μα­τα ηρω­ι­σμού (Σού­λι, Πάρ­γα, στρ. 13), στην προ­σπά­θειά του να δια­τρα­νώ­σει τον ιε­ρό σκο­πό της επα­νά­στα­σης στους υπο­ταγ­μέ­νους, σύγ­χρο­νούς του Έλ­λη­νες, ενώ, λί­γο πριν από το τέ­λος του ποι­ή­μα­τος, σε μια τολ­μη­ρή για την πο­λι­τι­κή επι­βί­ω­ση του ίδιου του Byron ομο­λο­γία –για­τί ο Byron γρά­φει το ποί­η­μα και εδώ παίρ­νει επι­κίν­δυ­νες απο­στά­σεις από τα συμ­φέ­ρο­ντα της χώ­ρας του για να εν­σαρ­κώ­σει σε πλή­ρη ομο­θυ­μία τον ρό­λο του Έλ­λη­να ποι­η­τή–, δεν λη­σμο­νεί να τους προει­δο­ποι­ή­σει για τη φαυ­λό­τη­τα και τους δό­λιους σκο­πούς των με­γά­λων δυ­τι­κών δυ­νά­με­ων (στρ. 14), εμπνε­ό­με­νος, κα­τά πά­σα πι­θα­νό­τη­τα, από την πρό­σφα­τη από­φα­ση της κυ­βέρ­νη­σης του Ηνω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου να εκ­χω­ρή­σει την Πάρ­γα στον Αλή Πα­σά, για να ολο­κλη­ρώ­σει το ποί­η­μα συ­ντρί­βο­ντας τα πο­τή­ρια με το σα­μιώ­τι­κο κρα­σί (στρ. 16), ώστε να προ­σχω­ρή­σει ατα­λά­ντευ­τος στις στρα­τιω­τι­κές και πνευ­μα­τι­κές δυ­νά­μεις που θα πα­ρα­τα­χθούν στο πλευ­ρό των Ελ­λή­νων, αφού πρώ­τα υπο­γρά­ψει το ποί­η­μα με την ανα­φο­ρά στα μάρ­μα­ρα του Σου­νί­ου, όπου σε έναν κί­ο­να του να­ού χά­ρα­ξε ο ίδιος, στο πρώ­το του τα­ξί­δι στην Ελ­λά­δα, το όνο­μά του και ορ­κι­στεί –ακο­λου­θώ­ντας το τυ­πι­κό μιας ισχυ­ρής πα­ρά­δο­σης της αγ­γλι­κής αρι­στο­κρα­τί­ας: ιδού πώς εμ­φα­νί­ζο­νται ξα­νά η δυ­να­τή κρά­ση και τα προ­σω­πι­κά βιώ­μα­τα του Byron–, με τον πιο ιε­ρό και δε­σμευ­τι­κό τρό­πο, στο όνο­μα του κύ­κνου, του από­λυ­του συμ­βό­λου αγνό­τη­τας.

Place me on Sunium’s marbled steep,
Where nothing, save the waves and I,
May hear our mutual murmurs sweep:
                        There, swan-like, let me sing and die!
                        A land of slaves shall ne’er be mine—
                        Dash down yon cup of Samian wine!


Η υπο­γρα­φή του Μπάι­ρον στον κί­ο­να του Σου­νί­ου



Η γρα­φή του τρί­του Canto από το Don Juan ολο­κλη­ρώ­νε­ται το 1819, στα τέ­λη του Νο­έμ­βρη, δε­κα­έ­ξι μή­νες πριν από την έναρ­ξη του εθνι­κού ξε­ση­κω­μού, και το ποί­η­μα, μα­ζί με τα Cantos 4 και 5, εκ­δί­δε­ται για πρώ­τη φο­ρά τον Αύ­γου­στο του 1821, πέ­ντε μή­νες με­τά τον μνη­μειώ­δη Μάρ­τη του ίδιου έτους. Υπό το φως αυ­τής της ιστο­ρι­κής συ­νάρ­θρω­σης, γί­νε­ται φα­νε­ρό ότι η σύλ­λη­ψη και η εκτέ­λε­ση του «The isles of Greece» προ­α­ναγ­γέλ­λει τα επα­να­στα­τι­κά γε­γο­νό­τα, σχε­δόν τα εκ­βιά­ζει, ενώ η επί­ση­μη in scriptum πα­ρου­σί­α­σή του σφρα­γί­ζει το με­γά­λο εθνι­κό συμ­βάν. Ο Byron, αντι­θέ­τως από τον Σο­λω­μό, δεν εξυ­μνεί εν βρα­σμώ ψυ­χής –για­τί μό­νον εν βρα­σμώ ψυ­χής και σε με­γά­λες τα­χύ­τη­τες διά­νοιας γρά­φο­νται, από ει­κο­σι­πε­ντά­χρο­νο ποι­η­τή, μέ­σα σε έναν μό­λις μή­να, τον Μάιο του 1823, 158 στρο­φές που δια­κρί­νο­νται, πα­ρά τα κα­τά τό­πους άνι­σα μέ­ρη, για την απα­ρά­μιλ­λη λυ­ρι­κή τους έντα­ση και την πρω­το­τυ­πία της ει­κο­νο­ποι­η­τι­κής του δει­νό­τη­τας– την επα­νά­στα­ση που συ­ντε­λεί­ται, αλ­λά προ­ο­ρά­ται, με βά­ση το εύ­λο­γο συ­μπέ­ρα­σμα που κο­μί­ζει η δια­λε­κτι­κή της ιστο­ρί­ας, την επα­νά­στα­ση που επί­κει­ται. Οπό­τε, η ανα­γνώ­ρι­ση της επιρ­ρο­ής του «The isles of Greece» στη σύν­θε­ση του «Ύμνου εις την Ελευ­θε­ρί­αν» ολο­κλη­ρώ­νει, χά­ρη στη συ­ναρ­μο­γή ανά­με­σα στην εμ­με­σό­τη­τα της φα­ντα­σια­κής πα­ρά­στα­σης και στην αμε­σό­τη­τα της ιστο­ρι­κής ανα­πα­ρά­στα­σης, την ει­κό­να ενός ιδε­ώ­δους στα μά­τια του ανα­γνώ­στη: ότι η ζωή μι­μεί­ται την τέ­χνη, ότι ακό­μα και η επα­νά­στα­ση μι­μεί­ται την τέ­χνη, εφό­σον η τέ­χνη απο­τε­λεί εί­δω­λο αιω­νιό­τη­τας για όποιον υψη­λό σκο­πό θέ­τουν ως προ­τε­ραιό­τη­τα οι ηθι­κές και οι με­τα­φυ­σι­κές επι­τα­γές της αν­θρώ­πι­νης συ­νεί­δη­σης.

Πέ­ρα από την αντα­πό­κρι­ση ανά­με­σα στην εν­στι­κτώ­δη επί­νοια της καλ­λι­τε­χνι­κής απο­τύ­πω­σης και στον αδυ­σώ­πη­το ρε­α­λι­σμό της ιστο­ρι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, και ανε­ξάρ­τη­τα από τη σφρα­γί­δα πα­τρό­τη­τας, η ταύ­τι­ση ποι­η­τή και ποί­η­σης –για να ανα­δεί­ξου­με την πε­ρί­πτω­ση μιας ακό­μα στε­νό­τε­ρης ανα­λο­γί­ας– υπο­γραμ­μί­ζει τους όρους μιας ιδιό­τυ­πης οντο­λο­γι­κής εξάρ­τι­σης. Για­τί ο ποι­η­τής, μέ­σα από την υπαρ­ξια­κή σχέ­ση με το αντι­κεί­με­νο του έρ­γου του, σχέ­ση που κα­θι­στά αυ­το­μά­τως απα­γο­ρευ­τι­κή την πα­ρα­μι­κρή με­τα­τό­πι­ση ή αντι­κα­τά­στα­ση οποιου­δή­πο­τε εκ­φρα­στι­κού ση­μεί­ου που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σε ένα κα­τορ­θω­μέ­νο ποί­η­μα, ανα­γνω­ρί­ζε­ται όχι μό­νον ως εγ­γυ­η­τής και φο­ρέ­ας του λό­γου, αλ­λά ως αναμ­φι­σβή­τη­τος ιδρυ­τής και νο­μο­θέ­της του, συ­γκρο­τώ­ντας έτσι μιαν οιο­νεί συν­θή­κη ταυ­το­λο­γί­ας ανά­με­σα στον εαυ­τό και στον λό­γο, η οποία ανά­γε­ται, εφό­σον ο όρος «ταυ­το­λο­γία» απο­τε­λεί σύν­θε­ση των δύο επί­μα­χων εν­νοιών, στη σφαί­ρα του από­λυ­του.

Όταν η οντο­λο­γι­κή αυ­τή ανα­γω­γή δεν συ­ναρ­τά­ται με το έρ­γο του ίδιου ποι­η­τή, αλ­λά θε­με­λιώ­νε­ται στο έρ­γο ενός προ­σφι­λούς ομο­τέ­χνου, η αρ­χή της ταυ­το­λο­γί­ας δια­τα­ράσ­σε­ται, εφό­σον ο εαυ­τός αντα­να­κλά­ται στον άλ­λο και η ταυ­τό­τη­τα αντι­κα­θί­στα­ται από τη δια­φο­ρά, εντού­τοις, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η δια­φο­ρά όχι μό­νον δεν κα­τα­στρα­τη­γεί τη σύν­θε­ση της ταυ­τό­τη­τας αλ­λά, αντι­θέ­τως, εξα­σφα­λί­ζει τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την ου­σια­στι­κή απο­κά­λυ­ψή της. Για­τί η ταυ­τό­τη­τα απο­τε­λεί ταυ­τό­τη­τα σε σχέ­ση με τη δια­φο­ρά της από μιαν άλ­λη ταυ­τό­τη­τα, και η δια­φο­ρά απο­τε­λεί δια­φο­ρά όταν συ­γκρι­θεί με την ταυ­τό­τη­τα μιας άλ­λης δια­φο­ράς. Οπό­τε, με άλ­λα λό­για, «στην ου­σία της, η δια­φο­ρά εί­ναι αντι­κεί­με­νο κα­τά­φα­σης, εί­ναι η ίδια η κα­τά­φα­ση. Στην ου­σία της, η κα­τά­φα­ση εί­ναι από μό­νη της δια­φο­ρά».[24] Υπό αυ­τούς του όρους, η φω­νή του ενός ποι­η­τή συ­μπλη­ρώ­νει και ανα­βαθ­μί­ζει, ακό­μα και μπρο­στά στο εν­δε­χό­με­νο της ανα­πό­φευ­κτης, της πιο ακραί­ας ρή­ξης, τη φω­νή του άλ­λου.

Η σύ­γκρου­ση ανά­με­σα στο οι­κείο και στο επεί­σα­κτο, την ταυ­τό­τη­τα και τη δια­φο­ρά, τη γνη­σιό­τη­τα και την πλα­στό­τη­τα απο­τε­λεί, στην πε­ρί­πτω­ση του Σο­λω­μού, ση­μείο αμ­φι­τα­λά­ντευ­σης που σφρα­γί­ζει τη δια­μόρ­φω­ση τό­σο του κοι­νω­νι­κού του απο­τυ­πώ­μα­τος όσο και της γλωσ­σι­κής του συ­μπε­ρι­φο­ράς. Ο πρώ­τος όρος απορ­ρέ­ει από το στίγ­μα της βιο­λο­γι­κής κα­τα­γω­γής: ο νό­θος γιος, ο γό­νος του κό­ντε και της υπη­ρέ­τριας. Ο δεύ­τε­ρος όρος αφο­ρά τον τρό­πο με τον οποίο ξε­δι­πλώ­νε­ται το λο­γο­τε­χνι­κό του όρα­μα, εφό­σον στο πλαί­σιο αυ­τής της εσω­τε­ρι­κής σύ­γκρου­σης ανά­με­σα στην απε­λευ­θε­ρω­τι­κή δέ­σμευ­ση της απώ­θη­σης και στην κα­τα­να­γκα­στι­κή απο­λύ­τρω­ση της αφο­μοί­ω­σης, το στοι­χείο της νο­θεί­ας, πέ­ρα από εκ­φάν­σεις του βί­ου, δια­περ­νά, από άκρη σε άκρη, τον ορί­ζο­ντα της γλωσ­σι­κής του κα­τα­γω­γής και εξέ­λι­ξης. Για­τί κα­μία γλώσ­σα, στη συ­νεί­δη­ση του Σο­λω­μού, δεν στέ­κε­ται αυ­τε­ξού­σια και απο­κα­θαρ­μέ­νη, εξού και η επί­μο­νη επα­νά­λη­ψη πο­λε­μι­κού λε­ξι­λο­γί­ου στην προ­σπά­θεια να σκια­γρα­φή­σει κα­νείς τη διά­πλα­ση αυ­τής της συ­νεί­δη­σης: Τα ελ­λη­νι­κά· η μη­τρι­κή και εθνι­κή γλώσ­σα που ο Σο­λω­μός δεν κα­τα­κτά πο­τέ επαρ­κώς. Η γνώ­ση κα­νό­νων ορ­θο­γρα­φί­ας εί­ναι υπο­τυ­πώ­δης. Λες και τα ποι­ή­μα­τα έχουν γρα­φτεί από το χέ­ρι της αγράμ­μα­της μά­νας του. Τα ιτα­λι­κά· η κα­τα­κτη­μέ­νη γλώσ­σα που πα­ρα­μέ­νει ως το τέ­λος, υπό το πρί­σμα της υπαρ­ξια­κής και εθνι­κής του αγω­νί­ας, ξέ­νη. Τα αγ­γλι­κά· η γλώσ­σα του τε­λευ­ταί­ου κα­τα­κτη­τή των Επτα­νή­σων, που με βία κα­τα­κτά ο Σο­λω­μός, διορ­θώ­νο­ντας το έρ­γο του Άγ­γλου ποι­η­τή, ο οποί­ος εν­θάρ­ρυ­νε το όρα­μα του εθνι­κού του ποι­ή­μα­τος.[25]

Βέ­βαια, η σχέ­ση ανά­με­σα στον Byron και στον Σο­λω­μό δια­με­σο­λα­βεί­ται από την πα­ρου­σία ενός ακό­μα ποι­η­τή, την persona του ανώ­νυ­μου Έλ­λη­να ποι­η­τή που επι­νο­εί η χει­μαρ­ρώ­δης έμπνευ­ση του Byron με σκο­πό την αφύ­πνι­ση του επα­να­στα­τι­κού πνεύ­μα­τος σε Έλ­λη­νες και σε φι­λέλ­λη­νες. Εδώ το όχη­μα της εμ­με­σό­τη­τας με­τα­φέ­ρει την κε­ντρι­κή ιδέα του ποι­ή­μα­τος με τον αμε­σό­τε­ρο τρό­πο, εφό­σον η persona του Έλ­λη­να ποι­η­τή, χά­ρη ακρι­βώς στην αμ­φί­ση­μη ιδιό­τη­τα της ανω­νυ­μί­ας, από τη μία, απο­κρύ­πτει τε­χνηέ­ντως τη δυ­να­μι­κή πα­ρου­σία του ίδιου του λόρ­δου και το συ­γκι­νη­τι­κό του εν­δια­φέ­ρον για το μέλ­λον των Ελ­λή­νων και, από την άλ­λη, υπο­γραμ­μί­ζει σιω­πη­ρά την επεί­γου­σα ανά­γκη να αντι­κα­τα­στα­θεί ο ανώ­νυ­μος Έλ­λη­νας ποι­η­τής από τον επώ­νυ­μο Έλ­λη­να ποι­η­τή, ο οποί­ος θα ανα­λά­βει την ευ­θύ­νη να απα­θα­να­τί­σει, στην ελ­λη­νι­κή πλέ­ον γλώσ­σα, τον αγώ­να του έθνους.

Ο Σο­λω­μός απο­δέ­χε­ται απρο­κά­λυ­πτα, με το ξέ­σπα­σμα της επα­νά­στα­σης, το βά­ρος αυ­τής της ευ­θύ­νης και αντι­λαμ­βά­νε­ται αμέ­σως ως μο­να­δι­κή πρό­κλη­ση τον επεί­γο­ντα ρό­λο που προ­τεί­νει ο Byron, εφό­σον όποιος Έλ­λη­νας ποι­η­τής εν­σαρ­κώ­σει τον ανώ­νυ­μο ποι­η­τή του «The isles of Greece» θα ανυ­ψω­θεί αυ­το­μά­τως, με βά­ση και το διε­θνές εκτό­πι­σμα της απεύ­θυν­σης, στα μά­τια όχι μό­νο των καρ­τε­ρι­κών συ­μπα­τριω­τών του αλ­λά και σε αυ­τά των εν­θου­σιω­δών Ευ­ρω­παί­ων, στο επί­πε­δο του ιδα­νι­κού καλ­λι­τέ­χνη, με την προ­ϋ­πό­θε­ση να απο­τι­νά­ξει γρή­γο­ρα κά­θε υπο­ψία δι­σταγ­μού, κά­θε ψήγ­μα αμ­φι­σβή­τη­σης που αφή­νουν πί­σω τους οι αιφ­νι­δια­στι­κές υπα­να­χω­ρή­σεις του Byron αμέ­σως με­τά το «ελ­λη­νι­κό» του ποί­η­μα (στρ. 87), όταν ο λόρ­δος απο­μειώ­νει εκ των προ­τέ­ρων (ή εκ των υστέ­ρων;) τη δυ­να­τό­τη­τα να υπάρ­ξει ένας τέ­τοιος Έλ­λη­νας ποι­η­τής ή, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, υπο­τι­μά τη δη­μιουρ­γι­κή επάρ­κεια ενός τέ­τοιου Έλ­λη­να ποι­η­τή:

Thus sung, or would, or could, or should have sung,
The modern Greek, in tolerable verse.

Mε τη δι­πλή απο­στο­λή του νο­ή­μα­τός της, τό­σο προς τον μο­ντέρ­νο Έλ­λη­να όσο και προς τον Άγ­γλο δη­μιουρ­γό της, εφό­σον ο ίδιος ο Byron ανέ­χε­ται να γρά­ψει –και να δη­λώ­σει ότι γρά­φει– ανε­κτούς στί­χους, η ει­ρω­νι­κή τού­τη απο­στρο­φή, που υπεν­θυ­μί­ζει τον σα­τι­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα ολό­κλη­ρης της ποι­η­τι­κής σύν­θε­σης, ξε­κι­νά με τη βε­βαιό­τη­τα του ιστο­ρι­κού ντο­κου­μέ­ντου (Thus sung), συ­νε­χί­ζει με τη με­λαγ­χο­λι­κή ανα­πό­λη­ση της φα­ντα­σια­κής προ­βο­λής (would have sung), δια­περ­νά το φά­σμα μιας αμυ­δρής προσ­δο­κί­ας (could have sung), για να κα­τα­λή­ξει στην αυ­στη­ρό­τη­τα της ευ­θύ­βο­λης προ­στα­γής (should have sung), η οποία, στο πλαί­σιο της υπο­θε­τι­κής σύ­γκρι­σης (σύμ­φω­να με τους κα­νό­νες του conditional perfect) με το έν­δο­ξο πα­ρελ­θόν (If not like Orpheus quite, when Greece was young, | Yet in these times he might have done much worse), επι­κυ­ρώ­νει ορι­στι­κά την κα­τα­δι­κα­στι­κή από­φα­ση του Byron ενα­ντί­ον του μο­ντέρ­νου Έλ­λη­να. Για­τί αυ­τός, ο μο­ντέρ­νος Έλ­λη­νας, ο ποι­η­τής της νε­ό­τε­ρης Ελ­λά­δας, εί­τε αν­δρω­θεί ανά­με­σα στα ερεί­πια μιας άγο­νης, από τις κα­κου­χί­ες και τη σκλα­βιά, γης εί­τε θη­τεύ­σει στα έν­δο­ξα φι­λο­λο­γι­κά σα­λό­νια και στα λα­μπρά πα­νε­πι­στη­μια­κά ιδρύ­μα­τα των πα­ρα­δου­νά­βιων ηγε­μο­νιών και της εσπε­ρί­ας, πά­ντα θα υστε­ρεί μπρο­στά τό­σο στον αρ­χαίο πρό­γο­νο όσο και στον Άγ­γλο ομό­τε­χνο, ακό­μα και όταν ο τε­λευ­ταί­ος πα­ρα­δί­δει εν γνώ­σει του ένα ποί­η­μα ενε­νή­ντα έξι ανε­κτών στί­χων.

Γι’ αυ­τό, βα­θύ­τε­ρα στο πε­δίο της ερ­μη­νευ­τι­κής σπου­δής, η ίδια ει­ρω­νι­κή δια­τύ­πω­ση, με την τολ­μη­ρό­τη­τα της από­λυ­της κρί­σης, δια­νοί­γει τον ορί­ζο­ντα του εμ­βό­λι­μου αγ­γλι­κού ποι­ή­μα­τος στην πο­λυ­σή­μα­ντη πα­ρέμ­βα­ση του Έλ­λη­να ποι­η­τή, που οφεί­λει να ανα­συ­στή­σει το «The isles of Greece» –το οποίο χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε πα­ρα­πά­νω, προ­κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας δια­σκε­δα­στι­κά τον ανα­γνώ­στη τό­σο του αγ­γλι­κού ποι­ή­μα­τος όσο και αυ­τού εδώ του κει­μέ­νου, ως «έξο­χο αμάλ­γα­μα λυ­ρι­κής αι­σθα­ντι­κό­τη­τας και επι­κής έξαρ­σης»– και να το ανα­βι­βά­σει στο επί­πε­δο μιας πρω­τό­γνω­ρης έως τό­τε ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας, που θα υπε­ρα­κο­ντί­σει το όριο των ανε­κτών στί­χων του αγ­γλι­κού ποι­ή­μα­τος αλ­λά και τη με­τριό­τη­τα των σύγ­χρο­νων ελ­λη­νι­κών ποι­η­μά­των, δι­καιώ­νο­ντας έτσι, με όρους φι­λο­λο­γι­κούς, υπαρ­ξια­κούς και εθνι­κούς, τη διορ­θω­τι­κή πρω­το­βου­λία του Σο­λω­μού και λαμ­βά­νο­ντας δι­καί­ως, εν­νοώ αυ­τό το αυ­θε­ντι­κό ελ­λη­νι­κό ποί­η­μα, τον γεν­ναιό­δω­ρο χα­ρα­κτη­ρι­σμό, όπως του αρ­μό­ζει.

Βέ­βαια, ο Byron, μα­θη­μέ­νος στα ανα­τρε­πτι­κά σχή­μα­τα, θα γί­νει, στην ίδια στρο­φή, αντι­κεί­με­νο αυ­το­σαρ­κα­σμού, (And feeling, in a poet, is the source | Of othersfeelings; but they are such liars, | And take all colorslike the hands of dyers) με δά­νειο μια πε­ριώ­νυ­μη επι­κρι­τι­κή απο­στρο­φή του Shakespeare, όπου το χέ­ρι του θε­α­τρι­κού συγ­γρα­φέα, όπως το χέ­ρι του βα­φέα, δεν κα­θα­ρί­ζει πο­τέ (Sonnet 111), για να ανα­δεί­ξει στις δύο επό­με­νες στρο­φές, αρ­χι­κά με μια μο­νο­κον­δυ­λιά σαιξ­πη­ρι­κής πνο­ής, την ταύ­τι­ση λό­γου και έρ­γου, ποί­η­σης και επα­νά­στα­σης (But words are things) και, αμέ­σως με­τά, να κα­τα­κυ­ρώ­σει στο όνο­μα του ποι­η­τή γεν­ναίο με­ρί­διο από τα δώ­ρα της αθα­να­σί­ας: ’T is strange, the shortest letter which man uses | Instead of speech, may form a lasting link | Of ages. Δύο αρ­νή­σεις (αμ­φι­σβή­τη­ση του Έλ­λη­να ποι­η­τή + αυ­το­σαρ­κα­σμός του Byron) ισού­νται πά­ντα, σύμ­φω­να και με τους κα­νό­νες της αγ­γλι­κής γραμ­μα­τι­κής, με μια κα­τά­φα­ση.

Η χρή­ση της ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τι­κής, από την άλ­λη, επι­τρέ­πει στον Σο­λω­μό να κι­νη­θεί με τη δια­κρι­τι­κή λε­πτό­τη­τα που επι­βάλ­λει η στα­δια­κή αφο­μοί­ω­ση του ρό­λου, η λαν­θά­νου­σα πα­ρα­δο­χή του πε­ρά­σμα­τος από αυ­τό που ο ποι­η­τής ακό­μα δεν έχει γί­νει σε αυ­τό που ο ποι­η­τής οφεί­λει να γί­νει. Γι’ αυ­τό κυ­ριαρ­χεί, στην έκτη «Ση­μεί­ω­ση» από τον «Ύμνον εις την Ελευ­θε­ρί­αν», το τρί­το ενι­κό πρό­σω­πο, εί­τε ο Σο­λω­μός μι­λά για τον άλ­λον, «ένα ποι­η­τήν Έλ­λη­να» που ανα­πα­ρι­στά ο Byron, εί­τε για τον εαυ­τό του: «Επέ­ρα­σε ένας χρό­νος αφού εγρά­φθη­κε τού­τος ο ύμνος [εν­νο­εί ο «Ύμνος εις την Ελευ­θε­ρί­αν», άρα εί­μα­στε στα 1824]· ολο­έ­να ο ποι­η­τής ετοι­μά­ζει ένα ποί­η­μα για τον θά­να­τον του Λορδ Μπάι­ρον», ενώ θα έπρε­πε να πει –για να κά­νου­με τώ­ρα κά­τι το ανή­κου­στο: να διορ­θώ­σου­με τον Σο­λω­μό!– «επέ­ρα­σε ένας χρό­νος αφού έγρα­ψα τού­το τον ύμνον· ολο­έ­να ετοι­μά­ζω ένα ποί­η­μα για τον θά­να­τον του Λορδ Μπάι­ρον».

Εντού­τοις, θα υπο­νο­μευό­ταν, με τη χρή­ση του πρώ­του ενι­κού προ­σώ­που, η με­τά­βα­ση από τον «Έλ­λη­να ποι­η­τή» του Byron, στο πρό­σω­πο του οποί­ου ο Σο­λω­μός αμέ­σως ανα­γνω­ρί­ζει την ιδρυ­τι­κή πρά­ξη του μελ­λο­ντι­κού του εαυ­τού, στον Σο­λω­μό που αυ­το­νο­μεί­ται από τον «Έλ­λη­να ποι­η­τή» του Byron, για να γί­νει ο ποι­η­τής που «ολο­έ­να ετοι­μά­ζει ένα ποί­η­μα για τον θά­να­τον του Λορδ Μπάι­ρον», το οποίο δεν ολο­κλη­ρώ­νει πο­τέ, για­τί το ποί­η­μα πι­στώ­νε­ται, με­τά από κά­θε απο­τυ­χη­μέ­νη από­πει­ρα γρα­φής, στον μελ­λο­ντι­κό εαυ­τό του Σο­λω­μού, ο οποί­ος, ενώ πε­ριέ­χε­ται στον «Έλ­λη­να ποι­η­τή» του Byron, απο­κλεί­ει στη συ­γκρό­τη­ση της ποι­η­τι­κής του ταυ­τό­τη­τας τον κα­θο­λι­κό προσ­διο­ρι­σμό από τον τε­λευ­ταίο, εφό­σον ο ίδιος ο Σο­λω­μός διορ­θώ­νει εγκαί­ρως το ποί­η­μα του «Έλ­λη­να ποι­η­τή» του Byron, ωσάν αυ­τό, απο­δι­δό­με­νο στην πη­γαία έμπνευ­ση ενός ανώ­νυ­μου δη­μιουρ­γού, να απο­τε­λού­σε γνή­σιο δείγ­μα από την αστεί­ρευ­τη δε­ξα­με­νή της δη­μώ­δους πα­ρά­δο­σης, για την οποία ο Σο­λω­μός, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας κα­ταρ­χήν τη θε­με­λιώ­δη συμ­βο­λή της στην ιστο­ρία των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των, αξιώ­νει απε­ρί­φρα­στα το αί­τη­μα της κα­τα­κό­ρυ­φης ανύ­ψω­σης.[26]

Φαί­νε­ται ότι ο Σο­λω­μός, ακό­μα και στο πρώ­ι­μο στά­διο της καλ­λι­τε­χνι­κής του αφύ­πνι­σης, τον και­ρό που δεν έχει ακό­μα κα­τα­πια­στεί με τη με­λέ­τη της γερ­μα­νι­κής φι­λο­σο­φί­ας και ποί­η­σης, κα­τα­φέρ­νει να συν­δε­θεί με τη στα­θε­ρή μέ­θο­δο αυ­το­συ­νει­δη­σί­ας των πιο βα­θυ­στό­χα­στων ρο­μα­ντι­κών ποι­η­τών της Ευ­ρώ­πης, εφό­σον τό­σο το σχή­μα των πο­λύ­πλο­κων ανα­γω­γών και ταυ­τί­σε­ων, από τον «Έλ­λη­να ποι­η­τή» του Byron στον Σο­λω­μό και αντί­στρο­φα, όσο και η γραμ­μα­τι­κή δο­μή της υπο­ση­μεί­ω­σης του Σο­λω­μού δια­μορ­φώ­νουν ένα πε­ρι­βάλ­λον γό­νι­μο για την καλ­λιέρ­γεια της ανα­στο­χα­στι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας: εδώ το υπο­κεί­με­νο απο­στα­σιο­ποιεί­ται από τον εαυ­τό του για να κα­τα­στή­σει τον εαυ­τό του αντι­κεί­με­νο επο­πτεί­ας του ίδιου του εαυ­τού του. Μά­λι­στα, η δια­δο­χι­κή στρω­μα­το­γρα­φία των δια­λε­κτι­κών ανα­βαθ­μών του ανα­στο­χα­σμού, του «πιο συ­χν[ού] τύ­πο[υ] στη σκέ­ψη των πρώ­ι­μων ρο­μα­ντι­κών», η διαρ­κής επα­να­λη­πτι­κό­τη­τα της ανέ­λι­ξής του από τον ανα­στο­χα­σμό στον ανα­στο­χα­σμό του ανα­στο­χα­σμού και ού­τω κα­θε­ξής, λαν­θά­νει στη ση­μεί­ω­ση του Σο­λω­μού με τη χρή­ση της χρυ­σής λέ­ξης «ολο­έ­να».


Ο ρομαντισμός βάσισε τη γνωσιοθεωρία του στην έννοια του αναστοχασμού, διότι η τελευταία εγγυόταν όχι μόνο την αμεσότητα της γνώσης, αλλά εξίσου μια ιδιότυπη απειρία της διαδικασίας της. Δυνάμει της μη ολοκληρωσιμότητάς της, στο πλαίσιο της οποίας μετατρέπει κάθε πρότερο αναστοχασμό σε αντικείμενο ενός επόμενου, η αναστοχαστική νόηση απέκτησε για τον ρομαντισμό μια ιδιαίτερη συστηματική σημασία.[27]


Από τη Σαπφώ στον Μπάιρον και στον Σολωμό. Το έθνος, το ήθος: η διόρθωση.

Αφού ακο­λου­θή­σου­με πρώ­τα τον στο­χα­σμό του Schiller, στην προ­σπά­θεια να δια­φω­τί­σου­με ένα ορια­κό ση­μείο στο έρ­γο του Σο­λω­μού, το φαι­νό­με­νο του ανα­στο­χα­σμού δια­τρα­νώ­νε­ται, εφό­σον συν­δέ­ε­ται στε­νά με την ίδια τη λει­τουρ­γι­κή ση­μα­σία του κει­μέ­νου στο οποίο εμ­φα­νί­ζε­ται, δη­λα­δή με τον τρό­πο που εξ ορι­σμού ο ανα­στο­χα­σμός δι­πλώ­νε­ται και ξε­δι­πλώ­νε­ται, ταυ­τό­χρο­να και αστα­μά­τη­τα. «Τού­τος [ο συ­ναι­σθη­μα­τι­κός ποι­η­τής] στο­χά­ζε­ται πά­νω στην εντύ­πω­ση που του κά­νουν τα πράγ­μα­τα, και στο στο­χα­σμό αυ­τόν εδρά­ζε­ται η συ­γκί­νη­ση, την οποία νιώ­θει ο ίδιος και με­τα­δί­δει και σε μας».[28] Για­τί τι άλ­λο εί­ναι οι «Ση­μειώ­σεις του ποι­η­τή», όπου η σιλ­λε­ρι­κή έν­νοια της «συ­γκί­νη­σης» αντι­στοι­χεί στο σο­λω­μι­κό «ξε­χεί­λι­σμα της ψυ­χής» (σημ. 14) σφρα­γί­ζο­ντας έτσι την εγ­γρα­φή του Σο­λω­μού στην κα­τη­γο­ρία των συ­ναι­σθη­μα­τι­κών ποι­η­τών, δη­λα­δή των ρο­μα­ντι­κών βα­σι­κά ποι­η­τών, πα­ρά μια χει­ρο­νο­μία προς εμάς, τους φι­λό­τι­μους ανα­γνώ­στες του (και αφε­λείς όταν τολ­μού­με να τον διορ­θώ­σου­με), αλ­λά –κυ­ρί­ως τού­το– μια χει­ρο­νο­μία του Σο­λω­μού προς τον εαυ­τό του, εφό­σον ο δια­με­σο­λα­βη­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας των σχο­λί­ων πά­νω στο ίδιο του το έρ­γο εξα­σφα­λί­ζει την εξι­σορ­ρό­πη­ση του ποι­η­τή Σο­λω­μού ανά­με­σα στον μά­χι­μο κρι­τι­κό και, την ίδια στιγ­μή, τον ανα­στο­χα­στι­κό ανα­γνώ­στη αυ­τού του ίδιου του έρ­γου.

Θα μπο­ρού­σα­με να πού­με, υιο­θε­τώ­ντας μια διευ­ρυ­μέ­νη ερ­μη­νεία των όρων αφε­λής και συ­ναι­σθη­μα­τι­κός ποι­η­τής που ει­ση­γεί­ται ο Schiller, ότι ο Σο­λω­μός, στη διάρ­κεια της ποι­η­τι­κής του δια­μόρ­φω­σης, οι­κειο­ποιεί­ται και τις δύο ιδιό­τη­τες, οι οποί­ες πα­ρα­κο­λου­θούν δύο, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο, δια­κρι­τές πε­ριό­δους του έρ­γου του: η πρώ­τη, τα χρό­νια πριν πε­ρί­που το 1821, όπου γρά­φει ποί­η­ση απο­κλει­στι­κά στα ιτα­λι­κά, με τα οποία ανα­πτύσ­σει, από τα μι­κρά­τα του, μιαν αδια­με­σο­λά­βη­τη, φυ­σι­κή σχέ­ση, πραγ­μα­τώ­νο­ντας, κα­τ’ ανα­λο­γί­αν και –προς το πα­ρόν– ασύ­νει­δα, τον πε­ρί­φη­μο ορι­σμό του Schiller: «ο αφε­λής ποι­η­τής ακο­λου­θεί μο­νά­χα την απλή φύ­ση και το απλό αί­σθη­μα, πε­ριο­ρι­ζό­με­νος στη μί­μη­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας»,[29] ορι­σμός που συν­δέ­ει τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του αφε­λούς ποι­η­τή με βα­σι­κές αρ­χές του νε­ο­κλα­σι­κι­σμού, στον οποίο ο Σο­λω­μός στα­θε­ρά επεν­δύ­ει, εκεί­νη την επο­χή, το ποι­η­τι­κό του μέ­ρι­σμα· και η δεύ­τε­ρη πε­ρί­ο­δος, στα χρό­νια με­τά το 1821, όταν επι­δί­δε­ται, υπό το βά­ρος και της ιστο­ρι­κής συ­γκυ­ρί­ας, στη συγ­γρα­φή ποι­η­μά­των κυ­ρί­ως στα ελ­λη­νι­κά. Ορι­στι­κό ση­μείο κα­μπής και γε­νε­σιουρ­γός αι­τία αυ­τής της με­τα­στρο­φής, η σύλ­λη­ψη, η αφο­μοί­ω­ση και η ανα­πα­ρά­στα­ση μιας ιδέ­ας, εφό­σον στον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό ποι­η­τή, σύμ­φω­να και με τη δια­τύ­πω­ση του Schiller, «το αντι­κεί­με­νο συ­σχε­τί­ζε­ται με μιαν ιδέα, και η ποι­η­τι­κή του δύ­να­μη στη­ρί­ζε­ται σε τού­τον τον συ­σχε­τι­σμό».

Η με­τα­στρο­φή από τον αφε­λή στον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό ποι­η­τή, στην πε­ρί­πτω­ση του Σο­λω­μού, απο­τε­λεί βί­αιη δο­κι­μα­σία, επει­δή η ιδέα της ελευ­θε­ρί­ας –αυ­τό εί­ναι το επί­δι­κο– συ­ναρ­τά­ται εδώ με τη σύ­γκρου­ση αντίρ­ρο­πων δυ­νά­με­ων που φι­λο­νι­κούν, με τη δια­δι­κα­σία του κα­τε­πεί­γο­ντος, για την υπό­στα­ση του έθνους. Πέ­ρα από προ­φα­νείς αντί­πα­λες πλευ­ρές της διελ­κυ­στίν­δας –Έλ­λη­νες ενα­ντί­ον Τούρ­κων· το λα­μπρό πα­ρελ­θόν σε αντι­δια­στο­λή προς την προ­βο­λή του σε ένα αβέ­βαιο μέλ­λον–, «ο συ­ναι­σθη­μα­τι­κός ποι­η­τής έχει […] αδιά­κο­πα να κά­μει με δύο αντί­μα­χες πα­ρα­στά­σεις κι αι­σθή­μα­τα, δη­λα­δή με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ως όριο και με την ιδέα του ως το άπει­ρο»,[30] εφό­σον η συ­νεί­δη­ση της ελευ­θε­ρί­ας απο­τε­λεί, στον ορί­ζο­ντα ενός τέ­τοιου ποι­η­τή, τη συ­νεί­δη­ση της απει­ρί­ας της ελευ­θε­ρί­ας, η οποία μο­νί­μως αντι­μά­χε­ται όχι τό­σο εκ­φάν­σεις της ελευ­θε­ρί­ας που πε­ριο­ρί­ζο­νται από ένα πλέγ­μα θε­σμι­κών λει­τουρ­γιών όσο την ίδια την πε­πε­ρα­σμέ­νη αί­σθη­ση του πραγ­μα­τι­κού.

Υπό αυ­τούς τους όρους, ο Ύμνος του Σο­λω­μού, στον οποίο η ελευ­θε­ρία υπερ­βαί­νει τα όρια του αντι­κει­με­νι­κού σκο­πού για να ανα­χθεί στο κα­τε­ξο­χήν δρων υπο­κεί­με­νο του ποι­ή­μα­τος –αυ­τή απο­νέ­μει δι­καιο­σύ­νη, αυ­τή εκ­δι­κεί­ται στο όνο­μα ιε­ρών προ­γό­νων, αυ­τή πε­τσο­κό­βει αιώ­νιους εχθρούς–, ο Ύμνος του Σο­λω­μού, λοι­πόν, στη δι­συ­πό­στα­τη νοη­μα­τι­κή του συ­νο­χή, η οποία πε­ρι­λαμ­βά­νει, όπως υπο­δει­κνύ­ει και ο εναρ­κτή­ριος στί­χος με την κο­φτε­ρή δή­λω­ση της γνω­στι­κής του βε­βαιό­τη­τας, τό­σο την εξύ­μνη­ση της άπει­ρης ιδέ­ας της ελευ­θε­ρί­ας όσο και την προ­βο­λή της ελευ­θε­ρί­ας στο πε­δίο της ιστο­ρι­κής μέ­ρι­μνας –η ιδέα της αιώ­νιας ελευ­θε­ρί­ας ανα­λά­μπει στην αιχ­μή του σπα­θιού ώστε η γνώ­ση της έν­νοιας να εν­σαρ­κω­θεί, για μια στιγ­μή, από την αι­σθη­τή­ρια εμπει­ρία–, πα­ρά το μο­να­δι­κό του πλε­ο­νέ­κτη­μα (που προ­σκτή­θη­κε εκ των υστέ­ρων, στα 1864) να απο­τε­λεί, ακό­μα και σή­με­ρα, τον μο­να­δι­κό εθνι­κό ύμνο που εξυ­μνεί την Ελευ­θε­ρία, δεν απο­φεύ­γει τις αγκυ­λώ­σεις των κοι­νω­νι­κών συμ­βά­σε­ων, εφό­σον, με­τά τον προ­σε­χτι­κό έλεγ­χο μιας τρί­της μα­τιάς, ο Ύμνος του Σο­λω­μού, ο οποί­ος πα­ρα­δί­δε­ται, πριν ακό­μα εκ­δο­θεί, στα χέ­ρια έγκρι­των ανα­γνω­στών και πι­στών φί­λων του ποι­η­τή, γί­νε­ται, για πρώ­τη ίσως φο­ρά σε έρ­γο της νε­ο­ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τεί­ας, αντι­κεί­με­νο λο­γο­κρι­σί­ας, η οποία συν­δέ­ε­ται, όπως απαι­τεί εξ ορι­σμού ο όρος, με αμι­γώς πο­λι­τι­κά ελα­τή­ρια.

Για­τί την πε­ρί­ο­δο των με­γά­λων επα­να­στά­σε­ων η πα­ρέμ­βα­ση σε κεί­με­να που κα­τα­κρί­νουν άτεγ­κτες δο­μές εξου­σί­ας, ακό­μα και η απα­γό­ρευ­σή τους, απο­τε­λεί δια­δε­δο­μέ­νη πρα­κτι­κή: ο Byron εμ­φα­νί­ζε­ται αρ­κε­τές φο­ρές, όσο ζει και συγ­γρά­φει στην Ιτα­λία, στις λί­στες του Μέτ­τερ­νιχ με τα απα­γο­ρευ­μέ­να έρ­γα· ο Don Juan απο­τε­λεί ένα από αυ­τά.[31] Βέ­βαια, η λο­γο­κρι­σία στα μά­τια του ασυμ­βί­βα­στου καλ­λι­τέ­χνη ανα­βι­βά­ζε­ται εν­δε­χο­μέ­νως σε ύψι­στη τι­μή, σί­γου­ρα πά­ντως επι­βε­βαιώ­νει την αυ­θε­ντι­κό­τη­τα των ιε­ρών προ­θέ­σε­ων: ένα ρί­σκο, με­γα­λύ­τε­ρο ή μι­κρό­τε­ρο, το οποίο, στην κα­λύ­τε­ρη των πε­ρι­πτώ­σε­ων, στε­ρεί από τον δη­μιουρ­γό μέ­ρος της πνευ­μα­τι­κής του ελευ­θε­ρί­ας, στη χει­ρό­τε­ρη, μπο­ρεί να του στε­ρή­σει την ίδια του τη ζωή. Ο Σο­λω­μός δεν διέ­τρε­ξε πο­τέ τέ­τοιον κίν­δυ­νο. Μό­νον ο Κάλ­βος, από τους δύο με­γά­λους Έλ­λη­νες ποι­η­τές του 19ου αιώ­να, και αυ­τός, όπως ο Byron, κυ­ρί­ως όσο ζού­σε στην Ιτα­λία.[32]

Όσον αφο­ρά τον «Ύμνον εις την Ελευ­θε­ρί­αν», το μο­να­δι­κό ολο­κλη­ρω­μέ­νο ελ­λη­νι­κό ποί­η­μα του Σο­λω­μού που εκ­δί­δε­ται αυ­το­τε­λώς, ζώ­ντος του ποι­η­τή, η δυ­να­μι­κή πα­ρέμ­βα­ση ανή­κει στον Guilford, τον επι­στή­θιο φί­λο του Σο­λω­μού, τον αγα­πη­τό και γεν­ναιό­δω­ρο φι­λέλ­λη­να με τη βα­θιά κλα­σι­κή παι­δεία. Οπό­τε, αν η διόρ­θω­ση του «The isles of Greece» απαι­τεί πε­ρίσ­σευ­μα ευ­φυί­ας, ανα­τρε­πτι­κή πνοή και γρή­γο­ρα αντα­να­κλα­στι­κά, η διόρ­θω­ση του «Ύμνου εις την Ελευ­θε­ρί­αν», που ήδη από τον τί­τλο προ­κα­τα­λαμ­βά­νει τον ανα­γνώ­στη για το φι­λε­λεύ­θε­ρο πνεύ­μα του δη­μιουρ­γού του, όταν επι­βάλ­λε­ται από ξέ­νο, κυ­ριο­λε­κτι­κά ξέ­νο δά­χτυ­λο, προ­βλη­μα­τί­ζει τό­σο για τα όρια της ελευ­θε­ρί­ας του ίδιου του ποι­η­τή όσο και για το εί­δος της πα­ρέμ­βα­σης – τα ποιο­τι­κά της χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τη θε­σμι­κή της τυ­πο­λο­γία, τη συμ­βο­λι­κή της δύ­να­μη. Για­τί αν η αι­σθη­τι­κή απο­τε­λεί τον άλ­λο πό­λο της ηθι­κής, κά­θε ξαφ­νι­κή με­τα­κί­νη­ση του ενός ή του άλ­λου πό­λου απο­στα­θε­ρο­ποιεί τον άξο­να του ποι­ή­μα­τος, που ση­μαί­νει: το ποί­η­μα επι­στρέ­φει σε ορ­θή τρο­χιά, η ηθι­κή και η αι­σθη­τι­κή του πρό­τα­ση απο­κα­θί­στα­νται, όταν οι λο­γο­κρι­μέ­νοι στί­χοι το­πο­θε­τη­θούν ξα­νά στην αρ­χι­κή τους θέ­ση.

Ο Πο­λυ­λάς πα­ρα­δί­δει, στις δι­κές του «Ση­μειώ­σεις» στον Ύμνο του Σο­λω­μού, το ιστο­ρι­κό της δια­φω­νί­ας, αντι­γρά­φο­ντας από τα Αυ­τό­γρα­φα του ποι­η­τή –εδώ πρό­κει­ται για ανά­συρ­ση κα­τα­γε­γραμ­μέ­νης σύγ­χρο­νης μαρ­τυ­ρί­ας–, και πα­ρα­θέ­τει από μνή­μης την πρώ­τη εκ­δο­χή της στρο­φής 25, όπως του τη με­τέ­φε­ρε προ­φο­ρι­κά ο ποι­η­τής ελά­χι­στες ημέ­ρες πριν από την εκ­δη­μία του –εδώ πρό­κει­ται για ανά­κλη­ση προ­φο­ρι­κής όψι­μης ανά­μνη­σης–, στην οποία ο Σο­λω­μός κα­ταγ­γέλ­λει ανοι­χτά την πο­λι­τι­κή γραμ­μή που ακο­λου­θεί η Αγ­γλία στα Επτά­νη­σα:

Και στο πέλαο μία ματία
Ρίχνει που σπιθοβολά,
Και τα νύχια τα μακρία
Σφίγγει, απλώνει αρπαχτικά.[33]

Το αιχ­μη­ρό τε­τρά­στι­χο, με­τά τις υπο­δεί­ξεις του Guilford, απο­σύ­ρε­ται για να αντι­κα­τα­στα­θεί από ηπιό­τε­ρη δια­τύ­πω­ση, την οποία ο Σο­λω­μός, σύμ­φω­να με τις ση­μειώ­σεις του, δι­καιο­λο­γεί, απευ­θυ­νό­με­νος σκω­πτι­κά προς πα­νι­κό­βλη­τους ανα­γνώ­στες του Ύμνου, με τη χρή­ση ευ­φυούς και μάλ­λον πα­ρα­πλα­νη­τι­κού ελιγ­μού: «Για να μη με ξα­να­σκο­τί­σουν οι φλύ­α­ροι, {…} φα­νε­ρώ­νω ότι όχι μό­νον η Με­γά­λη Βρε­τα­νία δεν εί­ναι χτυ­πη­μέ­νη από τού­τη τη στρο­φή, αλ­λά πα­ρα­σταί­νε­ται δυ­να­τή, και άγρυ­πνη εις τα με­γά­λα συμ­βε­βη­κά του κό­σμου. {…} Η Με­γά­λη Βρε­τα­νία αλα­φιά­ζε­ται εκεί­νη τη στιγ­μή μή­πως τα κι­νή­μα­τά μας επρο­έρ­χο­νταν (!) από τη Ρω­σία».[34] Το διορ­θω­μέ­νο τε­τρά­στι­χο:

Εις το κίνημά του δείχνει
Πως τα μέλη είν’ δυνατά·
Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
Μια σπιθόβολη ματιά.

Πέ­ρα από την πο­λι­τι­κή διά­στα­ση των στί­χων, η οποία πε­ρι­λαμ­βά­νει και την απο­τί­μη­ση του Σο­λω­μού για την εξέ­λι­ξη των ιστο­ρι­κών γε­γο­νό­των –ο ποι­η­τής, αφού βά­λει τη Με­γά­λη Βρε­τα­νία να πει στη Ρω­σία «θέ­λεις να πά­ρεις εσύ στη στε­ριά, δύ­νου­μαι να πά­ρω κι εγώ στο πέ­λα­γο, κι ετοι­μά­ζου­μαι», ανα­γαλ­λιά­ζει κα­τα­λή­γο­ντας στο εξής συ­μπέ­ρα­σμα: «η αλή­θεια εί­ναι που επή­ρε λά­θος, και χαί­ρο­μαι»–,[35] η σύ­γκρι­ση των δύο τε­τρά­στι­χων, του λο­γο­κρι­μέ­νου και του αντι­κα­τα­στά­τη του, ει­σά­γει τον ανα­γνώ­στη του Ύμνου απευ­θεί­ας στο ερ­γα­στή­ρι του ποι­η­τή για να απο­κα­λυ­φθεί, με τον πιο ει­ρω­νι­κό άρα και με τον πιο εκ­κω­φα­ντι­κό τρό­πο, μια πτυ­χή εκεί­νου που ο ίδιος ο ποι­η­τής απο­κα­λεί «το από­κρυ­φο της τέ­χνης μου».[36]

Για­τί αν ο στί­χος Ψεύ­τρα Ελευ­θε­ριά (στρ. 21), ένα από τα ση­μεία του Ύμνου (μα­ζί με τους στί­χους: Σύ­ρε ναύ­ρης τα παι­διά σου, στρ. 12· Αλ­λά / Φω­τιά, στρ. 68, 69· Άλ­φα, Ωμέ­γα, στρ. 98· Εάν μι­σού­νται ανα­με­σό τους, | Δεν τους πρέ­πει ελευ­θε­ριά, στρ. 147) όπου χρη­σι­μο­ποιού­νται –στην έκ­δο­ση Πο­λυ­λά– αραιά γράμ­μα­τα, περ­νά­ει αλώ­βη­τος από τον εν­δε­λε­χή έλεγ­χο του Guilford, εί­ναι η ίδια ψεύ­τρα ελευ­θε­ριά η οποία, εκ­κι­νώ­ντας από την πο­λι­τι­κή συ­νεί­δη­ση των Ελ­λή­νων της Επτα­νή­σου, με­τα­τί­θε­ται τώ­ρα στην ποι­η­τι­κή συ­νεί­δη­ση του Σο­λω­μού για να εξα­ντλή­σει, χά­ρη στο μνη­μειώ­δες εκτό­πι­σμα τό­σο του νοη­μα­τι­κού της υπο­στρώ­μα­τος όσο και της ει­κο­νο­ποι­η­τι­κής της δυ­να­τό­τη­τας, τη συμ­βο­λι­κή επάρ­κεια του αρ­νη­τι­κού της απο­τυ­πώ­μα­τος, στο οποίο εγ­γρά­φε­ται όχι μό­νον ο πε­ριο­ρι­σμός της καλ­λι­τε­χνι­κής αυ­το­νο­μί­ας του ποι­η­τή, αλ­λά κυ­ρί­ως ο ίδιος ο φο­ρέ­ας που ει­ση­γεί­ται ασμέ­νως αυ­τόν τον πε­ριο­ρι­σμό.

Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, στην έκ­δο­ση του Ύμνου που γί­νε­ται στο Με­σο­λόγ­γι, εν μέ­σω της φρι­κτής πο­λιορ­κί­ας, στα 1825, η στρο­φή 21 πα­ρα­λεί­πε­ται επει­δή θα κυ­κλο­φο­ρού­σε στα Επτά­νη­σα. Στη θέ­ση της το­πο­θε­τού­νται απο­σιω­πη­τι­κά: εδώ την ευ­θύ­νη ανα­λαμ­βά­νουν πλέ­ον τα σκο­τει­νά νή­μα­τα της λο­γο­κρι­σί­ας εσω­τε­ρι­κής κο­πής ή ακό­μα και οι πνι­γη­ροί εν­δοια­σμοί της αυ­το­λο­γο­κρι­σί­ας. Στην πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση, οι επι­τα­γές των θε­σμών επι­βάλ­λο­νται αό­ρα­τα· ο μα­κρύς δά­κτυ­λος της επί­ση­μης εκ­προ­σώ­πη­σης πε­ριτ­τεύ­ει. Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, η συ­νεί­δη­ση του τό­που και των αν­θρώ­πων του –το γλωσ­σι­κό αί­μα που θρέ­φει τον ποι­η­τή– υπο­σκε­λί­ζει κά­θε πι­θα­νό­τη­τα εξά­σκη­σης της καλ­λι­τε­χνι­κής αυ­το­νο­μί­ας· η αγά­πη απο­δει­κνύ­ε­ται δυ­να­τό­τε­ρη από την ελευ­θε­ρία.

Εντού­τοις, η ει­ρω­νι­κή αυ­τή διά­στα­ση, που εξα­να­γκά­ζει τον Σο­λω­μό να εν­σω­μα­τώ­σει την αγ­γε­λία της απα­γό­ρευ­σης της ελευ­θε­ρί­ας στον «Ύμνον εις την Ελευ­θε­ρί­αν», ή και να την απο­σύ­ρει κα­τά το δο­κούν, εγκαι­νιά­ζει, με μιαν ακό­μα ει­ρω­νι­κή –ανορ­θό­δο­ξη θα έλε­γε κα­νείς– τρο­πή, την πο­ρεία δια­μόρ­φω­σης ενός μο­ντερ­νι­στι­κού καλ­λι­τε­χνι­κού πνεύ­μα­τος, το οποίο, χω­ρίς να απο­ποιεί­ται την πο­λύ­τι­μη πε­ριου­σία της πα­ρά­δο­σης, συ­γκρο­τεί τα ίδια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του πε­ρι­φρο­νώ­ντας αρε­τές και υιο­θε­τώ­ντας αδιέ­ξο­δα αυ­τού του μο­ντερ­νι­σμού: την αβά­στα­χτη εμ­μο­νή της διαρ­κούς ανα­θε­ώ­ρη­σης, την ψυ­χο­φθό­ρο τα­κτι­κή της συ­στη­μα­τι­κής ανα­βλη­τι­κό­τη­τας, την κα­θη­λω­τι­κή πα­ρα­δο­χή της ορι­στι­κής –πο­λύ συ­χνά– πα­ραί­τη­σης, αδιέ­ξο­δα, σχε­δόν ψυ­χο­λο­γι­κού τύ­που, που κα­τά κό­ρον ανα­φύ­ο­νται, από τον Ύμνο και πέ­ρα, στην ανα­μέ­τρη­ση του Σο­λω­μού με το ποι­η­τι­κό του όρα­μα. Πρό­κει­ται, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, για τα επί­ση­μα εγκαί­νια της αθε­ρά­πευ­της τε­λειο­μα­νί­ας του.

Βέ­βαια, η επι­δί­ω­ξη της τε­λειό­τη­τας προ­ϋ­πο­θέ­τει την ανά­δυ­ση ενός άλ­λου εαυ­τού, ενός εαυ­τού που με­τα­μορ­φώ­νε­ται διαρ­κώς, που συ­στή­νε­ται εκ νέ­ου στον εαυ­τό του, που χα­ρά­ζει κα­θη­με­ρι­νά νέα όρια, τα οποία, στην πε­ρί­πτω­ση του ποι­η­τή, δεν εί­ναι πα­ρά τα όρια της γλώσ­σας του. Οπό­τε, το πα­ρά­δειγ­μα της δι­πλής εγ­γρα­φής των επί­μα­χων στί­χων από τον Ύμνο του Σο­λω­μού, χά­ρη ακρι­βώς στη γλωσ­σι­κή δια­φο­ρά, απο­κτά ση­μα­σία ποι­η­τι­κής ταυ­τό­τη­τας, γί­νε­ται δεί­κτης καλ­λι­τε­χνι­κής ανέ­λι­ξης, εφό­σον στο άνυ­σμα ανά­με­σα στην απο­μνη­μο­νευ­μέ­νη και στην τυ­πω­μέ­νη εκ­δο­χή της στρο­φής 25 κα­τα­γρά­φε­ται η από­στα­ση ανά­με­σα σε μια γνή­σια πα­ρά­στα­ση του το­πι­κού ζα­κυν­θι­νού ιδιώ­μα­τος και στην προ­γραμ­μα­τι­κή οι­κεί­ω­ση της δη­μο­τι­κής γλώσ­σας· στην ου­σία, η από­στα­ση ανά­με­σα στην πα­ρά­δο­ση και στον μο­ντερ­νι­σμό.

Γι’ αυ­τό, ο Σο­λω­μός, ακο­λου­θώ­ντας αρ­χι­κά το γλωσ­σι­κό του έν­στι­κτο, κα­τα­γρά­φει αυ­το­μά­τως τη φυ­σι­κή του ομι­λία, όταν λέ­ει, με τρα­γου­δι­στή, ιτα­λιά­νι­κη προ­φο­ρά –πρέ­πει να το φα­ντα­στού­με αυ­τό–, μα­τία και, δυο αρά­δες πα­ρα­κά­τω, μα­κρύα, προ­φέ­ρο­ντας εμ­φα­ντι­κά τα το­νι­ζό­με­να φω­νή­ε­ντα για να πλέ­ξει, με σκα­μπρό­ζι­κο τρό­πο, την άκομ­ψη και βε­βια­σμέ­νη, στα δι­κά μας αυ­τιά, ομοιο­κα­τα­λη­ξία. Η πη­γαία προ­φο­ρι­κή έκ­φρα­ση βη­μα­τί­ζει στον τρο­χαίο και το με­τρι­κό κα­λού­πι του Ύμνου δια­τη­ρεί­ται ανέ­πα­φο. Οι κα­τα­γρα­φές στα Αυ­τό­γρα­φα (σ. 14 Α 25-31) απο­δει­κνύ­ουν ότι η επι­μο­νή στη χρή­ση της ντο­πιο­λα­λιάς δεν εί­ναι συμ­πτω­μα­τι­κή. Δο­κι­μά­ζει στί­χους, πα­ρα­μέ­νο­ντας πι­στός στον αρ­χι­κό το­νι­σμό μα­τία ακό­μα και όταν επε­ξερ­γά­ζε­ται την κα­θιε­ρω­μέ­νη πα­ραλ­λα­γή. Κά­θε φο­ρά τα ελ­λη­νι­κά του βελ­τιώ­νο­νται, όχι μό­νον ο το­νι­σμός αλ­λά ακό­μα και η ορ­θο­γρα­φία (στου Εγε­ου | στου Αι­γε­ου· μια σπ­θο­βο­λυ | μια σπυ­θο­βο­λη). Για­τί ο Σο­λω­μός πα­ρα­δί­δει μά­θη­μα νέ­ων ελ­λη­νι­κών στον εαυ­τό του. Στό­χος η κα­τά­κτη­ση της δη­μο­τι­κής, και απώ­τε­ρος σκο­πός η σύ­ζευ­ξη της γλώσ­σας του ποι­η­τή με τη γλώσ­σα του λα­ού. Εκεί απαι­τεί­ται, και από τις δυο πλευ­ρές, σκλη­ρός κά­μα­τος: άγρια κα­τα­βύ­θι­ση, από τη μία, και κα­τα­κό­ρυ­φη ανύ­ψω­ση, από την άλ­λη.
 

Και στου Εγεου riχνυ τα κυματα
μια σπθοβολυ ματiα
και στο κυνiματου δυχνυ
πος τα μελυ ην δυνατό
και στου Εγεου το κυμα riχνυ
μια σπιθοβολυ ματia

και στου Αιγεου το κυμα ριχνυ
μια σπυθοβολη ματιά.

Αν η πρώ­τη εκ­δο­χή της στρο­φής 25, στα μά­τια του Guilford, εί­ναι intolerable, από άπο­ψη πο­λι­τι­κή, για τον ση­με­ρι­νό ανα­γνώ­στη, ακό­μα και αν ανα­γνω­ρί­ζει την εκ­φρα­στι­κή και με­τρι­κή της επάρ­κεια, δεν εί­ναι modern, από άπο­ψη αι­σθη­τι­κή. Οπό­τε, ο ηθι­κός υπο­βι­βα­σμός, η κα­τα­πά­τη­ση της ελευ­θε­ρί­ας της έκ­φρα­σης, οδη­γεί στον αι­σθη­τι­κό ανα­βι­βα­σμό: ο Σο­λω­μός γί­νε­ται modern Greek, όσον αφο­ρά του­λά­χι­στον τη στρο­φή 25 του Ύμνου, θε­με­λιώ­νο­ντας το αί­τη­μα για τη δια­μόρ­φω­ση της δη­μο­τι­κής, η οποία τον κα­θι­στά αυ­το­μά­τως εγ­γυ­η­τή μιας γλώσ­σας που ξε­περ­νά τα εκ­φρα­στι­κά όρια των Επτα­νή­σων, δη­λα­δή εν δυ­νά­μει εθνι­κό ποι­η­τή, όταν αλ­λά­ζει τη θέ­ση του τό­νου σε μια κοι­νό­χρη­στη λέ­ξη, με­τά τη λο­γο­κρι­σία σε βά­ρος μιας στρο­φής που καυ­τη­ριά­ζει την ψεύ­τρα ελευ­θε­ριά, η απο­τύ­πω­ση της οποί­ας επί­σης απα­λεί­φε­ται για να μην προ­σβά­λει την αξιο­πρέ­πεια όσων την υφί­στα­νται.

Ο Έλ­λη­νας ποι­η­τής διορ­θώ­νει τον Άγ­γλο ομό­τε­χνό του, ο Άγ­γλος πο­λι­τι­κός διορ­θώ­νει τον Έλ­λη­να ποι­η­τή, αλ­λά ο τε­λευ­ταί­ος, για λό­γους ευ­συ­νει­δη­σί­ας και δια­κρι­τι­κό­τη­τας, διορ­θώ­νει ακό­μα και τον εαυ­τό του. Εντού­τοις, η αφαί­ρε­ση της στρο­φής 21 δι­καιώ­νει το ιτα­λι­κό μό­το του Ύμνου. Πώς αλ­λιώς θα στα­θεί η πα­ρα­πο­μπή στον Δά­ντη, η οποία ξε­κι­νά με τη λέ­ξη Libertà, αν ο ποι­η­τής ανα­γκά­ζε­ται να τρα­γου­δή­σει και για την ψεύ­τρα ελευ­θε­ριά, πα­ρό­λο που το μό­το απο­τε­λεί δια­σκευή δύο στί­χων από το πρώ­το άσμα του Κα­θαρ­τη­ρί­ου, μια ακό­μα, ας την ονο­μά­σου­με έτσι, διόρ­θω­ση, που ο Σο­λω­μός τολ­μά να κά­νει στον με­γα­λύ­τε­ρο δά­σκα­λο της τέ­χνης του.[37]

Από την άλ­λη, ο Byron δεν ξε­κι­νά το «The isles of Greece», την προ­σω­πι­κή του κα­τά­θε­ση στην ελ­λη­νι­κή επα­νά­στα­ση, με πο­λε­μι­κές ια­χές, δι­θυ­ράμ­βους αγω­νι­στών, αι­μα­το­βαμ­μέ­να σπα­θιά, αλ­λά με ανα­φο­ρά στη Σαπ­φώ: εδώ η επα­νά­στα­ση εί­ναι ολι­στι­κό γε­γο­νός. Για­τί η Σαπ­φώ, όπως ο πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος Byron με τη θυ­ελ­λώ­δη και χει­ρα­φε­τη­μέ­νη ερω­τι­κή του ζωή, άφη­σε το απο­τύ­πω­μά της στα νη­σιά της Ελ­λά­δας: στη Λέ­σβο, όπου γεν­νή­θη­κε, κα­τα­ξιώ­θη­κε και ερω­τεύ­τη­κε· και στη Λευ­κά­δα, όπου, σύμ­φω­να με τον μύ­θο, αυ­το­κτό­νη­σε εξαι­τί­ας της απόρ­ρι­ψής της από τον Φά­ω­να, τον όμορ­φο πορ­θμέα που με­τέ­φε­ρε κό­σμο από το νη­σί της Λέ­σβου στις ακτές της Μι­κράς Ασί­ας. Οπό­τε, στους πε­ριώ­νυ­μους στί­χους του, ο Byron, μέ­σα από την υπο­δή­λω­ση της φή­μης για την αμ­φί­φυ­λη ερω­τι­κή ζωή της Σαπ­φώς, ανα­γνω­ρί­ζει πρω­τί­στως αμ­φί­ση­μες εκ­φάν­σεις του εαυ­τού του, προ­σβλέ­πο­ντας στο όρα­μα ενός ελευ­θε­ρω­μέ­νου ερω­τι­κά κό­σμου, τον οποίο επι­θυ­μού­σε και ο ίδιος δια­κα­ώς και πα­ρα­δειγ­μα­τι­κά να εν­σαρ­κώ­σει.

The isles of Greece! the isles of Greece!
Where burning Sappho loved and sung.[38]


Η πρώ­τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση των στί­χων ακο­λου­θεί την πε­πα­τη­μέ­νη ηθι­κή της με­τά­φρα­σης-ερ­μη­νεί­ας· όπου η «ηθι­κή» συ­ντο­νί­ζε­ται εδώ με τον κυ­ριο­λε­κτι­κό χα­ρα­κτή­ρα του όρου, εφό­σον η εθνι­κή παι­δεία, εί­τε ανα­σκά­πτει το αρ­χαίο υπέ­δα­φος εί­τε επε­ξερ­γά­ζε­ται το σύγ­χρο­νο ευ­ρω­παϊ­κό πε­δίο, οφεί­λει να υπη­ρε­τή­σει τις δι­δα­κτι­κές οδη­γί­ες του Αδα­μά­ντιου Κο­ραή και να εμπε­δώ­σει στους μα­θη­τές «ήθη χρη­στά και νουν, όστις μέ­λει να τους οδη­γή­ση εις όλας τας πρά­ξεις και πε­ρι­στά­σεις της μελ­λού­σης αυ­τών ζω­ής».[39] Ο Νι­κό­λα­ος Πίκ­κο­λος, ακο­λου­θώ­ντας τις αρ­χές του ομοϊ­δε­ά­τη και οι­κεί­ου του στο Πα­ρί­σι Κο­ραή, με­τα­φρά­ζει σύμ­φω­να με τις τρέ­χου­σες αξί­ες της αρε­τής και της φι­λο­πα­τρί­ας. Γι’ αυ­τό η λέ­ξη «φλο­γε­ρά» δεν προσ­διο­ρί­ζει την αρ­χαία ποι­ή­τρια αλ­λά τον τρό­πο με τον οποίο η ίδια χτυ­πά τη λύ­ρα: αυ­τή φλο­γί­ζε­ται και όχι η Σαπ­φώ, η οποία, πε­ριο­ρι­σμέ­νη στον ρό­λο της Μού­σας, που υπερ­πλη­ρώ­νει η στι­χουρ­γι­κή πε­ρί­φρα­ση, απεκ­δύ­ε­ται τον ρό­λο της ερω­μέ­νης.

Ω νησιά, νησιά Ελλάδος! Όπου Άρεως αγών,
Όπου τέχναι της Παλλάδος ήκμαζαν και των Μουσών,
Όπου έκρουε την λύραν η Λεσβία φλογερά.[40]


Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, στο ίδιο έρ­γο ο Byron επι­κρί­νει τη Σαπ­φώ, σε σπά­νια για ρο­μα­ντι­κό ποι­η­τή πλά­για πα­ρα­δο­χή της ερω­τι­κής της πα­ρέκ­κλι­σης· πα­ρά το αιχ­μη­ρό σχό­λιο, ο Byron συν­δέ­ει το απ. 31 της Σαπ­φώς με τον Λογ­γί­νο και τη δια­πί­στω­ση του υψη­λού, ταυ­τί­ζο­ντας την αρ­χαία ποι­ή­τρια με το θε­με­λιώ­δες αι­σθη­τι­κό αί­τη­μα της επο­χής του.


Ovid’s a rake, as half his verses show him,
Anacreon’s morals are a still worse sample,
Catullus scarcely has a decent poem,
I don’t think Sappho’s Ode a good example,
Although Longinus tells us there is no hymn
Where the sublime soars forth on wings more ample;
But Virgil’s songs are pure, except that horrid one
Beginning with “Formosum Pastor Corydon”.

Ο Οβίδιος είναι ακόλαστος· τούτο αποδεικνύουσιν οι ημίσεις στίχοι αυτού· η ηθική του Ανακρέοντος είναι έτι χείρων· μόλις ο Κάτυλος έγραψε ποίημα σεμνόν· δεν φρονώ ότι η Ωδή της Σαπφούς χρησιμεύει ως καλόν παράδειγμα, καίτοι ο Λογγίνος διατείνεται ότι δεν υπάρχει άλλο ποίημα γεγραμμένον με τόσην υψίνοιαν με όσην η Ωδή αυτή· αλλά τα άσματα του Βιργιλίου είναι καθαρά, εκτός όμως εκείνου του φρικτού βουκολικού ποιήματος το οποίον άρχεται δια του στίχου Formosum Pastor Corydon.[41]


Η συ­ζή­τη­ση για το ηθι­κό πα­ρά­δειγ­μα που προ­βάλ­λε­ται σε έρ­γα της κλα­σι­κής γραμ­μα­τεί­ας απα­σχό­λη­σε κυ­ρί­ως με­λε­τη­τές· όχι ποι­η­τές και καλ­λι­τέ­χνες. Με τον τρό­πο του ο Byron επε­κτεί­νε­ται στον χώ­ρο των λο­γί­ων, και το ποί­η­μά του ανα­κα­λεί επι­κρι­τι­κά σχό­λια που ανα­κα­λύ­πτει κα­νείς σε λε­ξι­κά και εγκυ­κλο­παί­δειες της επο­χής: εκεί δεν απο­δί­δε­ται η άπο­ψη του συγ­γρα­φέα, πα­ρα­δί­δε­ται η επι­στη­μο­νι­κή αλή­θεια. Όμως, η κρί­ση ενός ομο­τέ­χνου έχει άλ­λο βά­ρος: προ­δια­θέ­τει για έναν λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να που ο νε­ό­τε­ρος ποι­η­τής ορ­γα­νώ­νει γύ­ρω από τα δια­βά­σμα­τά του –ο Byron προ­σθέ­τει στη μαύ­ρη λί­στα και άλ­λους σε­ση­μα­σμέ­νους: τον ασε­βή Λου­κρή­τιο και τον αη­δή Μαρ­τιά­λη–, δια­βά­σμα­τα τα οποία πε­ρι­λαμ­βά­νουν πρό­τυ­πα που δια­μόρ­φω­σαν την κλα­σι­κή του παι­δεία ή κα­θό­ρι­σαν απα­ρά­γρα­πτα την ποι­η­τι­κή του ταυ­τό­τη­τα. Η αντί­φα­ση εί­ναι πα­σι­φα­νής, αλ­λά η προ­τε­ραιό­τη­τα της ηθι­κής επι­λο­γής υπο­νο­μεύ­ει αυ­τό­χρη­μα το μέ­τρο της αι­σθη­τι­κής πλη­ρό­τη­τας, ανα­δει­κνύ­ο­ντας ταυ­τό­χρο­να μιαν άλ­λη αντί­φα­ση: όταν κα­ταγ­γέλ­λει το ηθι­κό πα­ρά­δειγ­μα ομο­τέ­χνων, ο Byron ανα­βι­βά­ζει το ηθι­κό πα­ρά­δειγ­μα του δι­κού του έρ­γου (ανε­ξάρ­τη­τα από το ηθι­κό πα­ρά­δειγ­μα που κο­μί­ζει η προ­σω­πι­κή του ζωή), απα­θα­να­τί­ζο­ντας συγ­χρό­νως, μέ­σω της ποί­η­σης, τους ποι­η­τές που κα­ταγ­γέλ­λει, τα πρό­τυ­πά του, αλ­λά τε­λι­κά και τον ίδιο του τον εαυ­τό. Με τη Σαπ­φώ, μια γυ­ναί­κα, εί­ναι πιο δια­κρι­τι­κός. Εξάλ­λου, το 1810, χα­ρι­το­λο­γεί με την επι­θυ­μία του να δο­κι­μά­σει το Άλ­μα του Λευ­κά­τα. Δεν το τόλ­μη­σε πο­τέ. Για­τί αν το επι­χει­ρού­σε, θα ήταν αδύ­να­τον, με­τά την ολέ­θρια πτώ­ση, να γρά­ψει για τη Σαπ­φώ και το κα­κό της πα­ρά­δειγ­μα.


Κάθισα λοιπόν πάνω στις Κυάνεες, κολύμπησα από τη Σηστό στην Άβυδο (περί αυτού θριαμβολόγησα στο τελευταίο γράμμα μου) και, αφού διασχίσω ξανά τον Μοριά, θα σαλπάρω για τη Σάντα Μάουρα και θα ριχτώ από το λευκαδίτικο ακρωτήρι –αν επιζήσω από αυτό το εγχείρημα, μάλλον θα σε ξανανταμώσω στην Αγγλία.[42]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: