Τα εν Ἄνδρῳ

Η Ἀνδρος. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία του F. Ferretti (1579)i
Η Ἀνδρος. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία του F. Ferretti (1579)i


ΕΝΑ

Υπερ­χεί­λι­ση πλημ­μύ­ρας
Έως του καύ­σω­νος προ­λε­γό­με­να
Εκεί όπου ο εγω­ι­σμός του ανέ­βαι­νε κα­βά­λα
Στα τα­ξί­δια των αρ­μα­τω­μέ­νων ποι­η­τών
Του σύ­μπα­ντος κό­σμου.
Όμως τα εν Άν­δρω ποι­ή­μα­τα που δεν γρά­φτη­καν
Ακό­μη μα­το­βαμ­μέ­να απ’ τον ήλιο
Έρ­χο­νται κα­τά μυ­ριά­δες έντο­μα
Πι­να­κο­θή­κες, κα­λώ­δια και εξο­χι­κές κα­ρέ­κλες
Και νε­ρά εμ­φια­λω­μέ­να εκ της πη­γής
Την άνυ­δρη ψυ­χή μας να δρο­σί­σου­με τώ­ρα
Εν έτει εβδο­μή­κο­ντα και δύο και ώρα
Δω­δε­κά­τη με­σημ­βρι­νή.


ΔΥΟ

Σφρα­γί­στη­κε μα­λα­κα η κα­τα­κόμ­βη
Στην Τή­νο μέ­ρες τώ­ρα που τα ύδα­τα
Κα­τέ­κλυ­σαν τους δρό­μους και την πα­ρα­λία.
Ο Δη­μή­τριος έφιπ­πος αντι­κα­τέ­στη­σε τον φρου­ρό
Και σου κλέ­ψε την δό­ξα στην μη­τρό­πο­λη
Με τα τι­μαλ­φή και τα αση­μέ­νια τά­μα­τα.
Η «ποί­η­ση του Αι­γαί­ου», εί­πα.
Όμως κα­θή­με­νος στην ξύ­λι­νη πο­λυ­θρό­να
Κα­βά­λα στα ρο­μπο­τι­κά σου ποι­ή­μα­τα
Με τις πι­τσι­ρί­κες που χάι­δευ­ες
Ορί­ζο­ντάς τες ποι­ή­τριες
Εκ­δί­δο­ντας τα ρού­χα τους
Έκλε­βες τον ορ­γα­σμό των στί­χων τους
Εσύ ο δο­ξα­σμέ­νος στι­χο­πλό­κος.


ΤΡΙΑ

Τα ρεί­θρα ανα­σκά­φτη­καν
Απ’ τον σει­σμό στο νη­σί μας
Στην δια­δή­λω­ση που κα­τέ­κλυ­σε την μο­να­δι­κή πλα­τεία
Πε­τά­γο­νταν από ελεύ­θε­ρους σκο­πευ­τές
Βρί­ζο­ντας οι νη­σιώ­τες τους στε­ρια­νούς
Και τα με­λα­χρι­νά παι­διά τρι­γύ­ρω
Με τα μα­χαί­ρια στην κω­λό­τσε­πη.
Πε­ρί­με­ναν τις βάρ­κες του Αι­γαί­ου, εί­παν.
Ήταν ένα φθι­νό­πω­ρο αμεί­λι­κτο φέ­τος
Με την υγρα­σία να φω­λιά­ζει στους τοί­χους
Του έρη­μου σπι­τιού
Μιας γα­λά­ζιας πόρ­τα με­τα­να­στών αμε­τα­νό­η­των
Φω­τιά πά­νω στον σει­σμό
Των δώ­δε­κα ναυ­τι­κών μι­λί­ων απ΄ την τσέ­πη σου,
Την τρύ­πια τ’ ου­ρα­νού
Του γα­λά­ζιου, εδώ που τα λέ­με, ου­ρα­νού μας.


ΤΕΣ­ΣΕ­ΡΑ

Τώ­ρα τέ­λειω­σε η έμπνευ­ση μου
Τι­νά­ζο­ντας τα χρώ­μα­τα με βί­αιες πι­νε­λιές χρω­στή­ρα
Στα τέσ­σε­ρα ση­μεία του ορί­ζο­ντα
Στις ανα­θε­ω­ρή­σεις των χθε­σι­νών ερώ­των σου
Αν θυ­μά­σαι στο κρύο ξε­νο­δο­χείο στην Χίο
Που γυ­μνή ξά­πλω­νες σαν άρω­μα από λε­μο­ναν­θούς
Ένα ξε­νο­δο­χείο δη­λα­δή στην άκρη της θά­λασ­σας
Ισορ­ρο­πώ­ντας κομ­ψά στην κό­ψη του κύ­μα­τος.
Που να θυ­μά­μαι εγώ ο κα­μπί­σιος την φω­τιά
Στα μά­τια
Και την υγρα­σία που φύ­λα­γες στον κόρ­φο σου
Στα υγρα­μέ­να ρού­χα μας
Στην Σά­μο, την Ικα­ρία, την Χίο, την Μυ­τι­λή­νη
Όπου γυ­μνοί κο­λυ­μπού­σα­με μια νύ­χτα από γυα­λί
Σαν αντι­κα­το­πτρι­σμός της μνή­μης.
«Το Αι­γαίο ανή­κει ΚΑΙ στα ψά­ρια του», εί­πες.




——————

Aπό την ανέκ­δο­τη συλ­λο­γή Πυ­ρή­νες Ομί­χλης (2013-2019)

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: