Αλέκος Φλωράκης: Πενήντα δύο χρόνια στην ποίηση

Αλέκος Φλωράκης: Πενήντα δύο χρόνια στην ποίηση

Ο Αλέ­κος Ε. Φλω­ρά­κης εί­ναι από τις πρώ­τες ση­μα­ντι­κές ποι­η­τι­κές φω­νές της Γε­νιάς του ’70, χα­ρα­κτη­ρι­σμός, που επι­κρά­τη­σε στην κρι­τι­κή απο­τί­μη­ση της Γε­νιάς αυ­τής, που ως όρος, λει­τουρ­γεί πα­ράλ­λη­λα με το «Τρί­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά», «ως συ­νέ­χεια των προη­γού­με­νων γε­νε­α­λο­γι­κών όρων (πρώ­τη και δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά».
Από το Κα­λο­καί­ρι του 1970, όπου μα­ζί με τον Κώ­στα Μαυ­ρου­δή και τον Αλέ­κο Φλω­ρά­κη πε­ρά­σα­με με­ρι­κές μέ­ρες στην Τή­νο ως μια ποι­η­τι­κή συ­ντρο­φιά όπως γρά­φει ο ίδιος ο Αλέ­κος: «Κα­λο­καί­ρι 1970. Ποι­η­τι­κή συ­ντρο­φιά στην Τή­νο: Κώ­στας Μαυ­ρου­δής, Πά­νος Κα­πώ­νης κι ἐγώ. Κι­θά­ρα, ποι­ή­μα­τα, πε­ρι­πλά­νη­ση. Ένα κο­ρί­τσι μάς εμπνέ­ει και τούς τρεις» συ­να­ντη­θή­κα­με πολ­λές φο­ρές μεν, αλ­λά η ου­σια­στι­κή μας συ­νά­ντη­ση έγι­νε με­τά από σα­ρά­ντα χρό­νια στο ίδιο νη­σί.
Ένα άλ­λο κα­λο­καί­ρι λοι­πόν, το 2010, τον ξα­να­συ­νά­ντη­σα στην Τή­νο, όπου αυ­τός, ένας Αθη­ναί­ος, μέ­νει μό­νι­μα. Από τις ημέ­ρες του 1968-1971, που γνώ­ρι­σα τον ομό­λο­γο μου ποι­η­τή και την ποι­η­τι­κή του, μέ­χρι και πρό­σφα­τα το 2020, που εκ­δό­θη­κε η τε­λευ­ταία του (συ­γκε­ντρω­τι­κή) συλ­λο­γή «Τα ορα­τά και τα αό­ρα­τα», ο λί­γο γνω­στός στην ευ­ρύ­τε­ρη κοι­νω­νία, ως ποι­η­τής εν­νοώ, Αλέ­κος Φλω­ρά­κης δια­μόρ­φω­σε ένα ήθος, αλ­λά και το δι­κό του ύφος, πι­στό σε μια προ­σω­πι­κή ποι­η­τι­κή γρα­φή, βα­σι­σμέ­νη όμως στις αρ­χι­κές κα­τα­βο­λές των ποι­η­τών της δε­κα­ε­τί­ας του 1970.
Αυ­τή η προ­σω­πι­κή γρα­φή του Φλω­ρά­κη, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται από μια ποι­κι­λία ύφους και μορ­φο­λο­γί­ας των ποι­η­μά­των του, όπως η εναλ­λα­γή των λυ­ρι­κών του εκ­φάν­σε­ων με την αξιο­ποί­η­ση αρ­χαιο­λο­γι­κών ή λα­ο­γρα­φι­κών, αλ­λά και ιστο­ρι­κών προ­τύ­πων. Ένα άλ­λο ιδιό­μορ­φο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της ποι­η­τι­κής του εί­ναι η εμπλο­κή στα πα­ρα­πά­νω στοι­χεία κα­θη­με­ρι­νών εκ­φρά­σε­ων, η ει­ρω­νι­κή προ­βο­λή των κοι­νω­νι­κών δρώ­με­νων, αλ­λά και η ευ­τρά­πε­λη διά­θε­ση, συν­δυα­σμέ­νη πολ­λές φο­ρές με ένα παι­χνί­δι­σμα σε αρ­κε­τά ποι­ή­μα­τά του. Αυ­τά μπο­ρού­με να τα επι­ση­μά­νου­με σε όλη την ποι­η­τι­κή δη­μιουρ­γία του Αλέ­κου Φλω­ρά­κη, τό­σο με­τα­ξύ των συλ­λο­γών του αλ­λά και με­τα­ξύ των επί μέ­ρους ενο­τή­των της κά­θε συλ­λο­γής, πι­στο­ποιώ­ντας τη συ­νε­χή ανα­νέ­ω­ση των εκ­φρα­στι­κών του μέ­σων.
Εδώ θα πρέ­πει να το­νι­στεί η μο­να­δι­κή ει­κο­νι­στι­κή με­τα­γρα­φή των νοη­μά­των, με ει­κό­νες που δια­βαί­νουν από το εξω­τε­ρι­κό στο εσω­τε­ρι­κό το­πίο. Το στοι­χείο αυ­τό απα­ντά­ται και σε άλ­λους ποι­η­τές της τρί­της με­τα­πο­λε­μι­κής ποι­η­τι­κής γε­νιάς, αλ­λά στον Φλω­ρά­κη έχου­με να κά­νου­με με μια «μου­σι­κό­τη­τα» στους στί­χους του, με απο­τέ­λε­σμα ο εσω­τε­ρι­κός ρυθ­μός, ο οποί­ος υπο­γραμ­μί­ζε­ται και από τον τρό­πο χω­ρι­σμού των στί­χων, να ανα­δει­κνύ­ει μια αρ­μο­νι­κή σύ­ζευ­ξη των ιδιαί­τε­ρων στοι­χεί­ων της ποί­η­σης του με την φαι­νο­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
Κα­τά πά­για τα­κτι­κή του, ο Φλω­ρά­κης, από την πρώ­τη κιό­λας συλ­λο­γή του «Φεγ­γά­ρια και προ­σω­πί­δες», του 1968, «τα­ξι­νο­μεί» τα ποι­ή­μα­τά του σε επι­μέ­ρους ενό­τη­τες, τά­ση που ενι­σχύ­ε­ται ίσως και από την πα­ράλ­λη­λη επί­δο­σή του στην εθνο­λο­γία και τη λα­ο­γρα­φία. Έτσι το μέ­χρι τώ­ρα ποι­η­τι­κό του έρ­γο, όπως εμ­φα­νί­ζε­ται στην συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση των ποι­η­μά­των του το 2020, πε­ρι­λαμ­βά­νει όλες τις συλ­λο­γές του, από το 1968 που εκ­δό­θη­κε η πρώ­τη μέ­χρι και την τε­λευ­ταία του, το 2018. Ανα­λυ­τι­κά εμ­φα­νί­ζε­ται ως εξής : 

«Φεγ­γά­ρια και Προ­σω­πί­δες», 1968 # «Προ­φη­τι­κός», 1969 # «Ο λύ­χνος του σώ­μα­τος» (στη συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση «Ποι­ή­μα­τα», 1973) # «Η προϊ­στο­ρία του νε­ρού», 1990 # «Δέ­κα και μία νό­τες μου­σι­κής δω­μα­τί­ου», 1996 # «Στους αντί­πο­δες ή πε­ρί αντι­στρο­φής», 2002 # «Ανα­το­μία ενός τοί­χου», 2009 # «Εγκύ­κλιες σπου­δές», 2011 # «Τα δέ­ντρα ει­σβάλ­λουν από το πα­ρά­θυ­ρο», 2017 # «Ο αλα­φρο­ΐ­σκιω­τος και το πη­γά­δι», 2018 # «Τα ορα­τά και τα αό­ρα­τα», συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση 1968-2018, 2020. Το 2001 εκ­δό­θη­κε από το Δή­μο Τή­νου η πο­λυ­σέ­λι­δη αν­θο­λο­γία του «Τη­νί­ων Πο­λι­τεία, και το 2017 το πε­ζο­γρά­φη­μα «Σε πα­ρελ­θό­ντα χρό­νο, Αφη­γή­μα­τα μη ανα­γνώ­σι­μα». Δη­μο­σί­ευ­σε επί­σης δύο δο­κι­μια­κά βι­βλία: «Ανι­χνεύ­ο­ντας, Γράμ­μα­τα σ’ έναν έφη­βο» (1974, 1980) και «Ο κά­κτος και η βρο­χή, Δο­κί­μια αυ­το­γνω­σί­ας» (2021).

Εί­ναι γε­γο­νός και έχει γρα­φτεί κα­τά κό­ρον ότι η εμ­φά­νι­ση της ποι­η­τι­κής γε­νιάς του ’70, στον κύ­κλο της οποί­ας εντάσ­σο­νται και οι «χα­μέ­νοι» ποι­η­τές» ‒μια σει­ρά δη­λα­δή αν­θρώ­πων της ποί­η­σης που χά­θη­καν στους δρό­μους της αγο­ράς‒ γί­νε­ται στο ξε­κί­νη­μα μιας με­τα­τραυ­μα­τι­κής κοι­νω­νί­ας που αστι­κο­ποιεί­ται με τα­χείς ρυθ­μούς και στρέ­φει το πρό­σω­πό της σε ει­σα­γό­με­να νέα αι­σθη­τι­κά και πνευ­μα­τι­κά κι­νή­μα­τα.

Ο Αλέ­κος Φλω­ρά­κης, ένας αστός φοι­τη­τής εκεί­νη την επο­χή, εντάσ­σε­ται στο κλί­μα της αμ­φι­σβή­τη­σης και της άρ­νη­σης απέ­να­ντι σε μια προϊ­ού­σα επί­πλα­στη ευ­η­με­ρία και εκ­δί­δει μα­ζί με τον άλ­λο «χα­μέ­νο» ποι­η­τή», τον Στέ­φα­νο Μπε­κα­τώ­ρο, την κλα­σι­κή πια αν­θο­λο­γία ποί­η­σης «Η νέα γε­νιά, Ποι­η­τι­κή αν­θο­λο­γία 65-70», μέ­σα στη δι­κτα­το­ρία, το Μάιο του 1971, που, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, απο­τέ­λε­σε την πρώ­τη ου­σια­στι­κή συλ­λο­γή ποι­η­μά­των της Γε­νιάς του ’70.
Για το «τό­τε», με­τά από χρό­νια, στις 22 Απρι­λί­ου 1999, σε μια διά­λε­ξή του ο Φλω­ρά­κης, θα επι­βε­βαιώ­σει ότι: «Όσοι από τους ποι­η­τές εκεί­νους δεν εν­σω­μα­τώ­θη­καν στη νέα τά­ξη, εσιώ­πη­σαν ή πε­ρι­θω­ριο­ποι­ή­θη­καν, ενώ οι επι­γε­νό­με­νοι, ευ­θύς από το δεύ­τε­ρο μι­σό της δε­κα­ε­τί­ας, πο­λύ χα­λα­ρή σχέ­ση δια­τή­ρη­σαν με το κλί­μα εκεί­νο […]».

Ο ίδιος λοι­πόν ο ποι­η­τής, μα­ζί και με άλ­λους ση­μα­ντι­κούς της γε­νιάς του, αγνο­ή­θη­κε από τους πρώ­ην φί­λους του, που κα­τεί­χαν θώ­κους με­γά­λων (τό­τε) εκ­δο­τι­κών οί­κων και βρέ­θη­κε, όσον αφο­ρά την ποι­η­τι­κή του δρα­στη­ριό­τη­τα, στο πε­ρι­θώ­ριο της εμ­φα­νούς λο­γο­τε­χνι­κής κί­νη­σης. Πα­ρ’ όλο που υπήρ­ξε ένας από τους δύο πρώ­τους αν­θο­λό­γους της γε­νιάς του, δεν αξιώ­θη­κε να συ­μπε­ρι­λη­φθεί στις διά­φο­ρες αν­θο­λο­γί­ες της. Και στο ση­μείο αυ­τό, οφεί­λω να ανα­φέ­ρω για την ιστο­ρία, μια πα­λιά εί­δη­ση με τον τί­τλο «Ένα νέο βι­βλιο­πω­λείο στην Αθή­να», που γρά­φτη­κε στην εφη­με­ρί­δα «Η Βρα­δυ­νή» : «Τρεις νέ­οι δό­κι­μοι ποι­η­τές άνοι­ξαν βι­βλιο­πω­λείο. Οι Γιάν­νης Κο­ντός, Θα­νά­σης Νιάρ­χος και Αλέ­κος Φλω­ρά­κης. Όχι φυ­σι­κά, για να πω­λούν μό­νο τα βι­βλία τους, αλ­λά και των άλ­λων συ­να­δέλ­φων τους […] ζώ­ντων και νε­κρών, Ελ­λή­νων και ξέ­νων. Το όνο­μα του βι­βλιο­πω­λεί­ου τους Ηνί­ο­χος […].

Όμως ο Αλέ­κος Φλω­ρά­κης, πα­ρ’ όλες τις δι­δα­κτο­ρι­κές του δάφ­νες και το ση­μα­ντι­κό επι­στη­μο­νι­κό, λα­ο­γρα­φι­κό και εθνο­λο­γι­κό του συγ­γρα­φι­κό έρ­γο, άφη­νε πά­ντα ανοι­χτούς τους φεγ­γί­τες της μνή­μης των πρώ­των χρό­νων της ποι­η­τι­κής Γε­νιάς του ’70, που χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ση­μά­δε­ψαν την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, επι­ση­μαί­νο­ντας με­τά από σα­ρά­ντα χρό­νια κά­ποιες δια­πι­στώ­σεις σε σχέ­ση με τον ανα­τρε­πτι­κό τό­τε ποι­η­τι­κό λό­γο, ως κα­θο­λι­κό φαι­νό­με­νο αυ­τής της γε­νιάς. Σε ένα του άρ­θρο έγρα­φε, με­τα­ξύ άλ­λων, ότι ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός για την ποί­η­σή της ως «ποί­η­ση με ση­μαία την κα­θο­λι­κή άρ­νη­ση […] μπο­ρεί να προσ­διο­ρί­σει άμε­σα μό­νο μια ορι­σμέ­νη κα­τη­γο­ρία». Πράγ­μα­τι, η δια­πί­στω­ση αυ­τή ισχύ­ει σε με­γά­λο βαθ­μό για ποι­η­τές οι οποί­οι ακο­λού­θη­σαν ατα­λά­ντευ­τα και με συ­νέ­πεια τις μπητ ή υπερ­ρε­α­λι­στι­κές τό­τε τά­σεις και όχι για μια κα­τη­γο­ρία ποι­η­τών, όπου ανή­κει και ο ίδιος, αφού η ποί­η­σή του έχει αρ­κε­τές συγ­γέ­νειες μ’ εκεί­νη της ίδιας επο­χής, του Γιώρ­γου Μαρ­κό­που­λου, του Δη­μή­τρη Πο­τα­μί­τη και άλ­λων, που «λο­ξο­δρό­μη­σαν» προς μια, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, ηθο­γρα­φι­κή με ρο­μα­ντι­κά σπέρ­μα­τα ενί­ο­τε ποι­η­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση.

Ο βρα­βευ­μέ­νος από την Ακα­δη­μία Αθη­νών για το λα­ο­γρα­φι­κό του έρ­γο (με τα τριά­ντα λα­ο­γρα­φι­κά/εθνο­γρα­φι­κά βι­βλία του και τις πά­νω από εκα­τό με­λέ­τες και άρ­θρα σε επι­στη­μο­νι­κά πε­ριο­δι­κά, πρα­κτι­κά συ­νε­δρί­ων και συλ­λο­γι­κούς τό­μους), απο­φα­σί­ζει να προ­σθέ­σει έναν ακό­μη συγ­γρα­φέα στους κα­τοί­κους της Τή­νου και εγκα­θί­στα­ται στο νη­σί των συγ­γρα­φέ­ων. Έτσι, πα­ράλ­λη­λα με τη δια­δρο­μή της λα­ο­γρα­φι­κής του δη­μιουρ­γί­ας πε­νή­ντα και πλέ­ον χρό­νων, ο Αλέ­κος Φλω­ρά­κης, μα­ζί με άλ­λους τη­νια­κούς γη­γε­νείς ή εξ αγ­χι­στεί­ας ποι­η­τές και συγ­γρα­φείς, συ­μπλη­ρώ­νει το χα­μέ­νο έρ­γο του Αρι­στο­τέ­λη «Τη­νί­ων Πο­λι­τεία», εκ­δί­δο­ντας δέ­κα βι­βλία ποί­η­σης και όχι μό­νο. Σ’ εκεί­νην τη συ­νά­ντη­σή μας στη Τή­νο, μου δι­η­γή­θη­κε πώς διά­λε­ξε την Τή­νο για μό­νι­μη κα­τοι­κία του και κα­τά πό­σο τον επη­ρέ­α­σε ο τό­πος στην ποί­η­σή του. Εκεί­νο το κα­λο­και­ρι­νό βρά­δυ που συ­να­ντη­θή­κα­με στην Τή­νο, θυ­μά­μαι εί­χε πει ένα στί­χο του: «Εδώ τε­λειώ­νει η προϊ­στο­ρία του νε­ρού. Εδώ αρ­χί­ζει η ιστο­ρία του ήλιου». Έτσι, άρ­χι­σε εκεί πλέ­ον την ιστο­ρία του ήλιου, αφού ο λα­ο­γρά­φος-εθνο­λό­γος και εξ επι­λο­γής Τή­νιος χά­ρι­σε στη χώ­ρα ένα πο­λύ­τι­μο επι­στη­μο­νι­κό έρ­γο, αλ­λά, πα­ράλ­λη­λα με όλα τα πα­ρα­πά­νω, συ­νέ­χι­σε την ιστο­ρία του νε­ρού, τη δι­κή του ποί­η­ση, από το 1968 που δη­μο­σί­ευ­σε την πρώ­τη του ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή, δια­κο­νών πι­στά τον ποι­η­τι­κό λό­γο μέ­χρι σή­με­ρα, μέ­χρι δη­λα­δή και την συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση των ποι­η­μά­των του το 2020.

Ο Αλέ­κος Φλω­ρά­κης, με μια αγνό­τη­τα στην ποί­η­σή του και τη ζωή του, πο­ρεύ­ε­ται ασυμ­βί­βα­στα όλα αυ­τά τα χρό­νια, έχο­ντας ως πί­στη του ότι στην πα­ρα­πά­νω ποι­η­τι­κή γε­νιά υπήρ­χαν (και υπάρ­χουν, θα έλε­γα) ποι­η­τές που «εξέ­φρα­ζαν την προσ­δο­κία του ανα­γεν­νη­μέ­νου αν­θρώ­που, μέ­σα σ’ έναν κό­σμο κα­τά­φα­σης και ελευ­θε­ρί­ας». Και οι πα­ρα­πά­νω θέ­σεις του ποι­η­τή όχι μό­νον περ­νούν μέ­σα απ’ τις ποι­η­τι­κές του δη­μιουρ­γί­ες αλ­λά αντι­προ­σω­πεύ­ουν και αρ­κε­τούς ομο­λό­γους του ποι­η­τές, που και σή­με­ρα βιώ­νουν τον ποι­η­τι­κό λό­γο, ίσως αγνοη­μέ­νοι από τους κυ­ριάρ­χους κρι­τι­κούς της Γε­νιάς τους, και που εν τέ­λει το αί­τη­μά τους εί­ναι η «ελευ­θε­ρία», όχι μό­νο στην πο­λι­τι­κή αλ­λά και στην ευ­ρύ­τε­ρη διά­στα­σή της: στην απε­λευ­θέ­ρω­ση από τη συμ­βα­τι­κό­τη­τα και την ανα­ζή­τη­ση των «αδιά­γνω­στων ορα­μά­των».

Η πρώ­τη συλ­λο­γή του Αλέ­κου Φλω­ρά­κη «Φεγ­γά­ρια και προ­σω­πί­δες» (1968), ση­μα­το­δό­τη­σε μία από τις πρώ­τες ποι­η­τι­κές πα­ρου­σί­ες στο ξε­κί­νη­μα τό­τε της Γε­νιάς του ’70 και έγι­νε δε­κτή με εξαι­ρε­τι­κά σχό­λια από τις πα­λαιό­τε­ρες λο­γο­τε­χνι­κές γε­νιές. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα από τα ποι­ή­μα­τα έχουν έντο­νο κοι­νω­νι­κό και αντι­πο­λε­μι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ακο­λου­θώ­ντας την γε­νι­κό­τε­ρη στά­ση δια­μαρ­τυ­ρί­ας των νέ­ων τό­τε ποι­η­τών, αφή­νουν όμως πα­ρά­θυ­ρα αι­σιο­δο­ξί­ας προς έναν κό­σμο που ο ποι­η­τής ανα­μέ­νει να έρ­θει και αγω­νί­ζε­ται για να οι­κο­δο­μη­θεί.

Ο «Προ­φη­τι­κός εί­ναι ένα συν­θε­τι­κό ποί­η­μα, γραμ­μέ­νο στην Τή­νο το Πά­σχα του 1969. Εκ­δό­θη­κε τον Δε­κέμ­βριο του ίδιου έτους από την Ε.Π.Ε.ΑΝ, που εί­χε συ­στή­σει ο ποι­η­τής ως φοι­τη­τής, μα­ζί με τον Στ. Μπε­κα­τώ­ρο, τον Γ. Μαρ­κό­που­λο, τον Γ. Θε­ο­χά­ρη και άλ­λους, και κυ­κλο­φό­ρη­σε συ­γκα­λυμ­μέ­να λό­γω της δι­κτα­το­ρί­ας από χέ­ρι σε χέ­ρι. Ο Προ­φη­τι­κός με ανα­πλα­σμέ­να στοι­χεία από το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι σε συν­δυα­σμό με τον ελεύ­θε­ρο νε­ω­τε­ρι­κό στί­χο, προ­α­ναγ­γέλ­λει με αι­σιο­δο­ξία και λυ­ρι­σμό έναν κό­σμο «λευ­τε­ριάς κι αγά­πης» που έρ­χε­ται λου­σμέ­νος στο φως. Το μι­κρό αυ­τό βι­βλίο με­τα­φρά­στη­κε στα Γαλ­λι­κά από τον Βέλ­γο ελ­λη­νι­στή Gaston Henry Aufrère.

«Ο λύ­χνος του σώ­μα­τος» κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1973. Ανα­λύ­ο­ντας αυ­τή την συλ­λο­γή επι­ση­μαί­νου­με την πα­ρα­πο­μπή στη δο­μή της αρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας, με την εναλ­λα­γή επει­σο­δί­ων και χο­ρι­κών.

Τα χρό­νια πέ­ρα­σαν, ο ποι­η­τής με­τά τις σπου­δές του στην Αθή­να και το Πα­ρί­σι εξα­κο­λού­θη­σε να μην ξε­χνά­ει την πρώ­τη αγα­πη­μέ­νη, την ποί­η­ση.
Το 1990 επα­νέρ­χε­ται στο ποι­η­τι­κό προ­σκή­νιο, με τη συλ­λο­γή «Η προϊ­στο­ρία του νε­ρού», που κα­τά την άπο­ψή μου απο­τε­λεί την μέ­χρι τό­τε κο­ρύ­φω­ση της ποι­η­τι­κής του δη­μιουρ­γί­ας, ανοί­γο­ντας ένα νέο κε­φά­λαιο. Ποι­ή­μα­τα αυ­τής της συλ­λο­γής με­τα­φρά­στη­καν στα Ιτα­λι­κά από τον κα­θη­γη­τή του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ανα­το­λι­κών Σπου­δών της Νά­πο­λης Κων­στα­ντί­νο Νί­κα. Στην Προϊ­στο­ρία του νε­ρού ο ποι­η­τής με­τα­μορ­φώ­νε­ται σ’ ένα πνεύ­μα των Κυ­κλά­δων, γρά­φο­ντας τη δι­κή του υδά­τι­νη προϊ­στο­ρία, γυρ­νώ­ντας στα θα­λασ­σι­νά το­πία της Μή­λου, της Σα­ντο­ρί­νης, της Πά­ρου, της Μυ­κό­νου, της Σίφ­νου, της Νά­ξου, μα πά­νω απ’ όλα των ιε­ρών νη­σιών τό­τε και τώ­ρα, της Δή­λου και της Τή­νου. Έτσι, εξα­κο­λου­θεί να ισχύ­ει και για τον Αλέ­κο Φλω­ρά­κη αυ­τό που έγρα­φε στον Πρό­λο­γο της γνω­στής μας αν­θο­λο­γί­ας «Η νέα γε­νιά», ότι η ελ­λη­νι­κή ποί­η­ση στά­θη­κε πά­ντα συ­νει­δη­τή φω­νή ελεύ­θε­ρων πνευ­μά­των, πέ­ρα απ’ τα ερε­θί­σμα­τα της τό­τε τα­ραγ­μέ­νης πο­λι­τι­κής ζω­ής, της δι­κτα­το­ρί­ας, και της υπο­χώ­ρη­σης των αξιών, υπο­χώ­ρη­ση που για τον ποι­η­τή ση­μά­δε­ψε και ση­μα­δεύ­ει και τις μέ­ρες μας. Σε όλες τις συλ­λο­γές του Αλέ­κου Φλω­ρά­κη, η ει­ρω­νεία και ο σαρ­κα­σμός και η δια­μαρ­τυ­ρία ενυ­πάρ­χουν ως βά­ση στην ποι­η­τι­κή του. Όμως τις δη­μιουρ­γί­ες του τις εμπλου­τί­ζει και με την ελ­πί­δα, την προσ­δο­κία για κά­τι κα­λύ­τε­ρο, αλ­λά και την κοι­νω­νι­κή κρι­τι­κή. Με αυ­τή του τη γρα­φή δια­φο­ρο­ποιεί­ται κα­τά κά­ποιο τρό­πο από τους λοι­πούς συγ­χρό­νους του, όπως και με τις ποι­η­τι­κές του προ­σεγ­γί­σεις στη φύ­ση και τις απορ­ρέ­ου­σες από αυ­τή πα­ρα­μέ­τρους.

Η μι­κρή συλ­λο­γή «Δέκα και μία νό­τες μου­σι­κής δω­μα­τί­ου» (1996) απο­τε­λεί μια αι­σθη­τι­κή, λυ­ρι­κή, μου­σι­κή, ρο­μα­ντι­κή πα­ρέν­θε­ση στο όλο του έρ­γο, ένα «εγκόλ­πιο για τον και­ρό της τύρ­βης». Ποι­ή­μα­τα σαν ζω­γρα­φιές γρά­φτη­καν στην Αθή­να, την Τή­νο και το Πα­ρί­σι.

Τo 2002 κυ­κλο­φο­ρεί η έκτη συλ­λο­γή του «Στους αντί­πο­δες ή πε­ρί αντι­στρο­φής». Η συλ­λο­γή απο­τε­λεί ένα ποι­η­τι­κό τα­ξί­δι στον κό­σμο μέ­σα από τα παι­δι­κά και εφη­βι­κά ανα­γνώ­σμα­τα του Αλέ­κου Φλω­ρά­κη. Όπως ση­μειώ­νει ο ίδιος ο ποι­η­τής, εί­ναι «ποι­ή­μα­τα βα­σι­σμέ­να σε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα των νε­α­νι­κών μας χρό­νων, ο μύ­θος των οποί­ων αντι­στρέ­φε­ται και συ­σχε­τί­ζε­ται με το πα­ρόν». Η λε­πτή ει­ρω­νεία, το χιού­μορ και το απρό­ο­πτο εί­ναι τα στοι­χεία που τα δια­κρί­νουν. Εν­δει­κτι­κή του χα­ρα­κτή­ρα τους η προ­με­τω­πί­δα «Τα γυ­ρί­ζω ανά­πο­δα για να στα­θούν όρ­θια» του Γιάν­νη Σκα­ρί­μπα.

Το 2010 στην Τή­νο έγι­να κοι­νω­νός της νέ­ας ποι­η­τι­κής πα­ρα­γω­γής του Φλω­ρά­κη «Ανα­το­μία ενός τοί­χου» (2009), όπου πλέ­ον η ωρι­μό­τη­τά του απο­τυ­πώ­νε­ται εντυ­πω­σια­κά. Εν­δο­σκό­πη­ση σε προ­σω­πι­κές ώρες και σε προ­βλη­μα­τι­σμούς που γί­νο­νται όμως συ­νο­λι­κοί και γε­νι­κό­τε­ροι, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται αυ­τά τα ποι­ή­μα­τα. Στην «Ανα­το­μία ενός τοί­χου», η οπτι­κή των τω­ρι­νών μας ημε­ρών και έρ­γων, ίδια εν πολ­λοίς με εκεί­νη των δε­κα­ε­τιών του ’70 και με­τά, ανα­γκά­ζει τον ποι­η­τή να επα­να­φέ­ρει την τό­τε κρι­τι­κή μα­τιά του στο τώ­ρα και τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 2011, ο Αλέ­κος Φλω­ρά­κης δη­μο­σιεύ­ει τη συλ­λο­γή «Εγκύ­κλιες σπου­δές» με μό­το «Μή­γα­ρις έχω άλ­λο στο νου μου, πά­ρεξ ελευ­θε­ρία και γλώσ­σα» του Διο­νυ­σί­ου Σο­λω­μού. την συλ­λο­γή αυ­τή, κα­τα­γρά­φε­ται μια ποί­η­ση-«έκ­θε­ση ιδε­ών» εάν μπο­ρού­με να την ονο­μά­σου­με έτσι, στην οποία ο ποι­η­τής, με χιου­μο­ρι­στι­κό αλ­λά οξύ τρό­πο «εκ­θέ­τει» την τρέ­χου­σα ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μέ­σα από την αντι­πα­ρά­θε­ση της μορ­φω­τι­κής εμπει­ρί­ας πα­λιό­τε­ρων χρό­νων με το κα­τρα­κύ­λι­σμα της πρό­σφα­της «πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κής» ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας. Μα­ζί με την σά­τι­ρα, στην υπό­ψη συλ­λο­γή εγκλεί­ε­ται μια με­λαγ­χο­λι­κή χροιά, ενυ­πάρ­χει και η ει­ρω­νεία, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή σε πολ­λά ποι­ή­μα­τα του Φλω­ρά­κη, που τη χρη­σι­μο­ποιεί ως μέ­σον για να υπο­γραμ­μί­σει τα κα­κώς κεί­με­να που συ­χνά πα­ρα­τη­ρεί στην κοι­νω­νία.

Ακο­λου­θεί το 2017 η εκτε­τα­μέ­νη συλ­λο­γή, με επτά ενό­τη­τες, «Τα δέ­ντρα ει­σβάλ­λουν από το πα­ρά­θυ­ρο», που πή­ρε τον πρω­τό­τυ­πο αυ­τόν τί­τλο από το ομώ­νυ­μο πρώ­το ποί­η­μα. Τα δέ­ντρα και το φως του φεγ­γα­ριού στον τί­τλο της συλ­λο­γής και στο πα­ρα­πά­νω ομό­τι­τλο ει­σα­γω­γι­κό ποί­η­μα υπο­δη­λώ­νουν τη μα­γεία της νυ­χτε­ρι­νής φύ­σης, την ποι­η­τι­κή αί­σθη­ση των πραγ­μά­των, αλ­λά και τους φό­βους της αν­θρώ­πι­νης νύ­χτας, τους προ­σω­πι­κούς πό­νους και τις αμ­φι­βο­λί­ες, τις κοι­νω­νι­κές πλη­γές. Σε μια αμ­φί­ση­μη δια­δι­κα­σία φω­τός και σκιάς, ει­σβάλ­λουν από όποιο πα­ρά­θυ­ρο του εαυ­τού μας έχου­με αφή­σει ανοι­χτό και κα­τα­λαμ­βά­νουν κά­θε εσω­τε­ρι­κό χώ­ρο, του δί­νουν φως και μα­ζί τον σκιά­ζουν. Αυ­τή εί­ναι η αμ­φι­ση­μία της ζω­ής, όπως άλ­λω­στε και της ποί­η­σης. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη αυ­τή συλ­λο­γή, τα ποι­ή­μα­τα των πέ­ντε πρώ­των ενο­τή­των εί­ναι ανε­ξάρ­τη­τα με­τα­ξύ τους, ομα­δο­ποιού­νται ωστό­σο μέ­σω μιας νοη­μα­τι­κής ή μορ­φο­λο­γι­κής συγ­γέ­νειας. Ακό­μη εμ­φα­νέ­στε­ρα, στις δύο τε­λευ­ταί­ες ενό­τη­τες («Πέ­λα­γος μέ­σον τέ­μνειν» και «Κυ­ρια­κο­δρό­μιο των εσχά­των ημε­ρών») τα ποι­ή­μα­τα πα­ρου­σιά­ζουν στε­νό­τε­ρη σχέ­ση συ­νο­χής με­τα­ξύ τους. Αν και κα­θέ­να πα­ρα­μέ­νει αυ­θύ­παρ­κτο και αυ­το­τε­λές, όλα μα­ζί συν­θέ­τουν μια εξε­λισ­σό­με­νη δια­δρο­μή προς ένα κοι­νό ση­μαι­νό­με­νο, μία ροή μη­νυ­μά­των έως τον τε­λι­κό στό­χο. Τα ποι­ή­μα­τα δια­κα­τέ­χο­νται από ει­ρω­νι­κή ή παι­γνιώ­δη διά­θε­ση, άλ­λα επι­χει­ρούν μι­κρές το­μές στη ζωή και άλ­λα ψη­λα­φούν τη δια­δι­κα­σία της ποι­η­τι­κής δη­μιουρ­γί­ας. Στα «Αι­ρε­τι­κά ποι­ή­μα­τα», όπου το «αι­ρε­τι­κά» νο­εί­ται εντός ει­σα­γω­γι­κών και όχι κυ­ριο­λε­κτι­κά, τα θέ­μα­τα που θί­γο­νται εί­ναι η δια­φο­ρε­τι­κή θε­ώ­ρη­ση του έρω­τα κα­τά επο­χή και κα­τά ηλι­κία (αντι­κομ­φορ­μι­σμός ή έκ­πτω­ση;), η πά­ντο­τε ενυ­πάρ­χου­σα αν­θρώ­πι­νη φι­λο­δο­ξία και αυ­τα­ρέ­σκεια («Τω αγνώ­στω αγίω»), η αντι­στρο­φή του φα­να­τι­σμού στη δογ­μα­τι­κά «αμ­φίρ­ρυθ­μη» Τή­νο, η εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση του προ­σκυ­νή­μα­τος της Πα­να­γί­ας. Προς το τέ­λος, απα­ντά­με την χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ενό­τη­τα δώ­δε­κα ποι­η­μά­των, «Πέ­λα­γος μέ­σον τέ­μνειν» η οποία, με άμε­σες ανα­φο­ρές στην προϊ­στο­ρι­κή αρ­χαιο­λο­γία, τον Όμη­ρο, τον Ησί­ο­δο και την αρ­χαία ελ­λη­νι­κή μυ­θο­λο­γία, πα­ρα­κο­λου­θεί μέ­σα στους αιώ­νες το θα­λασ­σι­νό έπος του αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κου λα­ού, δί­δο­ντάς μας θαυ­μά­σιους στί­χους που ψαλ­μω­δούν «άγ­γε­λοι αλιείς ποι­η­τών και ποι­η­τές αγ­γέλ­λων θάμ­βος», με μια λα­μπρό­τη­τα αντά­ξια του αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κου φω­τός, αλ­λά και των ανα­μνή­σε­ων μιας ξε­χα­σμέ­νης – ίσως – βυ­ζα­ντι­νής ιε­ρουρ­γί­ας στην ποί­η­ση μας. Όλα με την ιδιαι­τε­ρό­τη­τα της πο­λυ­το­νι­κής ελ­λη­νι­κής γρα­φής που άλ­λω­στε ακο­λου­θεί γε­νι­κά στην ποί­η­σή του ο Φλω­ρά­κης.

Λί­γο πριν την έκ­δο­ση της συ­γκε­ντρω­τι­κής του συλ­λο­γής πα­ρου­σιά­στη­κε, το 2018, η τε­λευ­ταία ποι­η­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του Αλέ­κου Φλω­ρά­κη με την συλ­λο­γή «Ο αλα­φρο­ΐ­σκιω­τος και το πη­γά­δι» που εί­ναι απο­τέ­λε­σμα της πα­ράλ­λη­λης θη­τεί­ας του στην ποι­η­τι­κή γρα­φή και στην λα­ο­γρα­φι­κή έρευ­να. Πρό­κει­ται για μία μό­νο ενό­τη­τα από έξι ποι­ή­μα­τα, που συν­δέ­ο­νται με­τα­ξύ τους αλ­λά που δια­τη­ρούν και την αυ­το­τέ­λεια τους. Με έμπνευ­ση από νε­ο­ελ­λη­νι­κές πα­ρα­δό­σεις για υπερ­φυ­σι­κά όντα και μά­γισ­σες, λαϊ­κές δο­ξα­σί­ες, προ­λή­ψεις και μο­τί­βα πα­ρα­μυ­θιών, δο­μού­νται τα ποι­ή­μα­τα της συλ­λο­γής αυ­τής και τα μη­νύ­μα­τά τους, έτσι που να επι­δέ­χο­νται και μια δεύ­τε­ρη, συμ­βο­λι­κή, ανά­γνω­ση.

Και φτά­νου­με στην συ­γκε­ντρω­τι­κή του συλ­λο­γή του 2020 «Τα ορα­τά και τα αό­ρα­τα» (εκδ. Γα­βρι­η­λί­δης), έναν τό­μο που εντυ­πω­σιά­ζει με την κα­λαι­σθη­σία του και την τυ­πο­γρα­φι­κή του αρ­τιό­τη­τα, απο­πνέ­ο­ντας μια συ­μπα­γή αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κη αύ­ρα. Πα­ράλ­λη­λα δε, πε­ριέ­χει και έναν άδο­λο λυ­ρι­σμό μέ­σα από το άπλε­το φως που εκ­πέ­μπει και που δί­νει, αυ­τός ο συ­γκε­ντρω­τι­κός τό­μος, στους ανα­γνώ­στες την ευ­και­ρία να γνω­ρί­σουν και ν’ απο­τι­μή­σουν σφαι­ρι­κά αυ­τήν την ποί­η­ση, δη­λα­δή όλες τις μέ­χρι σή­με­ρα ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές του Φλω­ρά­κη. Η συ­γκε­ντρω­τι­κή αυ­τή έκ­δο­ση απο­τε­λεί­ται από 260 σε­λί­δες, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας στο τέ­λος και επε­ξη­γη­μα­τι­κά σχό­λια του ποι­η­τή. Τα­ξι­δεύ­ο­ντας συ­νε­χώς στις συν­θέ­σεις των ποι­η­τι­κών του συλ­λο­γών, δια­πι­στώ­νει κα­νείς την πυ­κνό­τη­τα και το φορ­τίο που με­τα­φέ­ρει η ποί­η­σή του, με τα ιδιαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της, όπως η σά­τι­ρα, το χιού­μορ, η ει­ρω­νεία, ο σαρ­κα­σμός και ο αυ­το­σαρ­κα­σμός, στοι­χεία που εμ­φα­νί­ζο­νται σε πολ­λά επί μέ­ρους ποι­ή­μα­τα. Η καυ­στι­κό­τη­τα και η οξύ­τη­τα πολ­λές φο­ρές ορι­σμέ­νων του στί­χων, κλη­ρο­νο­μιά από τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των απαρ­χών της ποι­η­τι­κής Γε­νιάς του ’70, εμ­φα­νί­ζο­νται στον Φλω­ρά­κη πε­ρί­που στην ίδια συ­χνό­τη­τα όπως και στις πρώ­τες του συλ­λο­γές της δε­κα­ε­τί­ας 60-70. Εί­ναι ση­μα­ντι­κό το ότι ο ποι­η­τής, μέ­σα στο σύ­νο­λο της ποί­η­σής του αξιο­ποιεί ποι­η­τι­κά τα μο­να­δι­κά στοι­χεία του Αι­γαί­ου, τον ήλιο και το φως, πό­τε λυ­ρι­κά και πό­τε χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τις γνώ­σεις του από την ελ­λη­νι­κή πα­ρά­δο­ση και την αρ­χαιό­τη­τα, αλ­λά, και με μία σε­μνό­τη­τα, που απορ­ρέ­ει από τις χρι­στια­νι­κές τε­λε­τουρ­γι­κές πα­ρα­δό­σεις και την χρι­στια­νι­κή ηθι­κή. Ο ανα­γνώ­στης, δια­βά­ζο­ντας την ποί­η­ση του Αλέ­κου Φλω­ρά­κη αι­σθά­νε­ται μια αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κη ει­κό­να με τον σταυ­ρό στην άκρη του γα­λά­ζιου ου­ρα­νού. Αυ­τή η κα­θα­ρό­τη­τα του ελ­λη­νι­κού φω­τός, που κα­ταυ­γά­ζει το Αι­γαίο, αλ­λά που πολ­λές φο­ρές συμ­βο­λι­κά κα­ταυ­γά­ζει και τα ποι­ή­μα­τά του, κα­θι­στά τον Φλω­ρά­κη υμνη­τή του ελ­λη­νι­κού κάλ­λους και της αρ­μο­νί­ας, μιας λέ­ξης που τα τε­λευ­ταία χρό­νια έχει ξε­χα­στεί σ’ αυ­τή την χώ­ρα.

Ως επί­λο­γο, θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σω τα λό­για του ίδιου του ποι­η­τή: «Αναμ­φί­βο­λα, η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση επι­δρά αρ­νη­τι­κά στην ψυ­χο­λο­γία των αν­θρώ­πων, όμως το άνυ­δρο του πνευ­μα­τι­κού μας το­πί­ου προ­ϋ­πήρ­χε και στην επο­χή της ευ­μά­ρειας. Άλ­λω­στε η κρί­ση εί­ναι πρω­τί­στως κρί­ση αξιών. Πα­ρό­λα αυ­τά, δεν πι­στεύω ότι η ποί­η­ση στην Ελ­λά­δα κιν­δυ­νεύ­ει, όσο κι αν έχει συρ­ρι­κνω­θεί ως προς την αντα­πό­κρι­ση του κοι­νού (με ευ­θύ­νη και των ποι­η­τών). Ο ελ­λη­νι­κός λα­ός υπήρ­ξε ανέ­κα­θεν ποι­η­τι­κός και κα­τά τη βιο­θε­ω­ρία και κα­τά την έκ­φρα­ση. Αυ­τό δεν μπο­ρεί να χα­θεί».

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: