Θα θέλαμε να θρυμματίζαμε τον καθρέφτη μας...

Θα θέλαμε να θρυμματίζαμε τον καθρέφτη μας...

Μάκης Τσίτας, «Πέντε στάσεις», Μεταίχμιο 2020

Το Μά­κη Τσί­τα τον γνω­ρί­ζου­με κυ­ρί­ως ως συγ­γρα­φέα παι­δι­κών βι­βλί­ων. Μας εξέ­πλη­ξε ευ­χά­ρι­στα το 2013 (α΄ εκδ.) με το Μάρ­τυς μου ο Θέ­ος, και φέ­τος με την επα­νέκ­δο­ση του από τις εκδ. Με­ταίχ­μιο, ύστε­ρα από τη με­γά­λη επι­τυ­χία, τις με­τα­φρά­σεις σε δώ­δε­κα γλώσ­σες και τα βρα­βεία που απέ­σπα­σε. Στο τε­λευ­ταίο του βι­βλίο Πέ­ντε στά­σεις ο Τσί­τας κα­τα­πιά­νε­ται με κά­τι που έχει απο­δεί­ξει, όπως και στο Μάρ­τυς μου ο Θε­ός, πως ξέ­ρει να το κά­νει πο­λύ κα­λά. Τό­τε, με την τε­χνι­κή του εσω­τε­ρι­κού μο­νο­λό­γου κυ­ρί­ως, τώ­ρα, επι­λέ­γο­ντας τον μο­νό­λο­γο αυ­τή την φο­ρά, μιας γυ­ναί­κας της όχι και τό­σο μα­κρι­νής μας χρο­νι­κά και κυ­ρί­ως ψυ­χι­κά ελ­λη­νι­κής επαρ­χί­ας, της Τα­σού­λας, εστιά­ζει σε γε­γο­νό­τα τό­σο προ­σε­κτι­κά επι­λεγ­μέ­να, που ανα­δει­κνύ­ουν εμ­μέ­σως πλην σα­φώς τό­σες και τό­σες δυ­σα­νε­ξί­ες της αθά­να­της ελ­λη­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Στο Μάρ­τυς μου ο Θε­ός εί­χα­με τον Χρυ­σο­βα­λά­ντη που μας έφερ­νε μπρο­στά στον κα­θρέ­φτη μας που δεν θέ­λα­με να αντι­κρί­ζου­με. Στις Πέ­ντε στά­σεις» έχου­με την Τα­σού­λα που μας κά­νει να θέ­λου­με να σπά­σου­με αυ­τόν τον κα­θρέ­φτη σε χι­λιά­δες κομ­μά­τια. Το κά­νου­με όμως;

Ο τί­τλος του βι­βλί­ου εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός – και όχι ερι­στι­κός και προ­κλη­τι­κός, αίφ­νης θυ­μά­μαι το Συ­να­ξά­ρι του Αν­δρέα Κορ­δο­πά­τη… και ο συ­σχε­τι­σμός δεν εί­ναι τυ­χαί­ος. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός της στε­νό­τη­τας και του εσω­τε­ρι­κού πε­ριο­ρι­σμού της ηρω­ί­δας. Εί­ναι οι πέ­ντε στά­σεις του λε­ω­φο­ρεί­ου από το σπί­τι στη δου­λειάς της, στο νο­σο­κο­μείο ΑΧΕ­ΠΑ στην Θεσ­σα­λο­νί­κη (πρ­βλ. «Το σερ­γιά­νι μου στον κό­σμο / ήταν δέ­κα μέ­τρα γης», στί­χοι Μά­νος Ελευ­θε­ρί­ου, μου­σι­κή Γ. Μαρ­κό­που­λος). Κι όμως, πό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα χι­λιό­με­τρα έχει γρά­ψει εσω­τε­ρι­κά μέ­σα της για να αντέ­ξει όλα αυ­τά που πε­ρι­γρά­φο­νται μέ­σα στις 75 σε­λί­δες του βι­βλί­ου. Πλην όμως αυ­τά πε­ρι­γρά­φο­νται και με αυ­τά θα ασχο­λη­θού­με.

Η Τα­σού­λα, μια νε­α­ρή κο­πέ­λα που γεν­νή­θη­κε και με­γά­λω­σε έξω σ’ ένα χω­ριό της Ημα­θί­ας, πα­ντρεύ­ε­ται ού­σα ακό­μα φοι­τή­τρια νο­ση­λευ­τι­κής στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, το «μα­κρι­νό» ’77, έναν αρ­κε­τά χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρό της οδη­γό λε­ω­φο­ρεί­ου και κα­κο­πέ­φτει. Οι γο­νείς της δεν συ­ναι­νούν σε αυ­τόν τον γά­μο, εκεί­νος την κλέ­βει, την οδη­γεί στην Αθή­να, ου­σια­στι­κά τους απει­λεί και κά­πως έτσι συ­ντε­λεί­ται ένας γά­μος που απο­τε­λεί και την αρ­χή του τέ­λους της όποιας ξέ­γνοια­στης ζω­ής της ηρω­ί­δας. Ο μο­νό­λο­γος εστιά­ζει στα ουκ ολί­γα προ­βλή­μα­τα που αντι­με­τώ­πι­σε αυ­τή κα­τά την διάρ­κεια του γά­μου της με δύο παι­διά. Διό­λου τυ­χαίο το ότι ο μο­νό­λο­γος τε­λειώ­νει με το τέ­λος της φυ­σι­κής ζω­ής του Θε­ό­φι­λου, του συ­ζύ­γου, ύστε­ρα από αί­τη­μα με­τα­φυ­σι­κής υφής της ηρω­ί­δας. Και αίφ­νης αρ­χί­ζουν και δη­μιουρ­γού­νται πολ­λά και διά­φο­ρα ερω­τή­μα­τα, που ευ­τυ­χώς οι όποιες, ελά­χι­στες, νε­ο­ελ­λη­νι­κές αν­θρω­πο­λο­γι­κές με­λέ­τες ου­σί­ας έχουν απα­ντή­σει και ευ­τυ­χέ­στε­ρα η νε­ο­ελ­λη­νι­κά λο­γο­τε­χνία έχει αρ­χί­σει να θέ­τει νέ­τα-σκέ­τα, όπως στην πε­ρί­πτω­ση αυ­τής της νου­βέ­λας.
Ο Τσί­τας, αυ­τή την φο­ρά πιο άμε­σα, κα­τα­πιά­νε­ται με το θέ­μα της ελ­λη­νι­κής οι­κο­γέ­νειας, άρα και του πα­τέ­ρα, και της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας. Η βά­ση του αυ­τή εί­ναι. Με εφαλ­τή­ριο αυ­τά ξε­τυ­λί­γει ζη­τή­μα­τα γά­μου, συμ­βί­ω­σης συ­ζύ­γων, παι­διών, σχέ­σε­ων, ερ­γα­σί­ας, χρη­μά­των, ερω­τι­κών σχέ­σε­ων εκτός γά­μου, κι αυ­τά μέ­σα από μια ασχη­μο­νού­σα συν­θή­κη με ελά­χι­στες αχτί­δες μάλ­λον χρι­στια­νι­κής κα­λο­σύ­νης της ηρω­ί­δας, ίσα να προ­φυ­λά­ξει εαυ­τήν και τα παι­διά της, αλ­λά και με μια ορ­θό­δο­ξη οπτι­κή με­τα­φυ­σι­κής λύ­σης διά της επι­κλή­σε­ως, που επί­σης μας εί­ναι γνώ­ρι­μη, πλην όμως δεν συ­νά­δει με μια λο­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τό­σο, όσο με μια ιδιαί­τε­ρη ελ­λη­νι­κή χρι­στια­νι­κή αντί­λη­ψη – εκεί που δεν χω­ρά­ει άλ­λο η ανο­χή και η καρ­τε­ρία η επι­θυ­μία του κα­κού του άλ­λου εί­ναι η μό­νη λύ­ση – αδια­φό­ρως αν συγ­χω­ρεί­ται ή όχι εί­τε με­τά θά­να­τον εί­τε στην πα­ρού­σα ζωή… και ναι, όλα αυ­τά μέ­σα σε 75 σε­λί­δες δω­ρι­κής, μι­νι­μα­λι­στι­κής αφή­γη­σης! Χω­ρά­νε πο­λύ κα­λά, πι­στέψ­τε με, ίσα να τα ανα­δεί­ξεις, ως τέ­τοια. Αυ­τό που προ­ξε­νεί εντύ­πω­ση εί­ναι πως όλοι κά­που έχου­με ακού­σει κά­ποια πα­ρό­μοια πε­ρι­στα­τι­κά όμως δεν έχου­με δώ­σει την πρέ­που­σα βά­ση σε αυ­τά, ού­τε έχου­με εστιά­σει πα­ρα­πά­νω, όπως εδώ ο Τσί­τας, προ­κει­μέ­νου να μας δη­μιουρ­γή­σουν μια βά­ση δε­δο­μέ­νων για πιο ασφα­λή συ­μπε­ρά­σμα­τα σχε­τι­κά. Κι ο συγ­γρα­φέ­ας, δί­χως να επι­πί­πτει σε συ­μπε­ρά­σμα­τα, γε­γο­νός που δη­λώ­νει λο­γο­τε­χνι­κή ευ­φυία, συ­γκε­ντρώ­νο­ντας τα σε αυ­τή τη μι­κρής φόρ­μας έκτα­ση, μας τα δί­νει έτοι­μα στο πιά­το. Άλ­λως, θα χρεια­ζό­ταν εκα­το­ντά­δες σε­λί­δες…

Αυ­τό που θέ­λει να μας πει ο Τσί­τας με τις Πέ­ντε ατά­σεις και όλα τα πα­ρα­πά­νω και που αν το κα­τα­λα­βαί­να­με θα θέ­λα­με να θρυμ­μα­τί­ζα­με τον κα­θρέ­φτη μας, πλην όμως δεν μπο­ρού­με να το κά­νου­με, διό­τι απλά θα χά­να­με εαυ­τόν, εί­ναι πε­ρί­που αυ­τό που μας λέ­ει και στο Συ­να­ξά­ρι ο Βαλ­τι­νός – οι όποιες εσω­τε­ρι­κές με­τα­κι­νή­σεις που μπο­ρούν να στα­χυο­λο­γη­θούν εί­ναι ελά­χι­στες και μη­δα­μι­νές, άνευ ση­μα­σί­ας. Ξε­κι­νώ­ντας από σύ­νο­λη την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία, που δη­μιουρ­γή­θη­κε από τα σπλά­χνα και με βά­ση την πυ­ρη­νι­κή οι­κο­γέ­νεια και έμει­νε αγκυ­λω­μέ­νη και εγκλω­βι­σμέ­νη σε δε­δο­μέ­να κλει­στής κοι­νό­τη­τας και πα­ρά τις όποιες ελά­χι­στες απο­τυ­χη­μέ­νες προ­σπά­θειες της ελ­λη­νι­κής εκ­κλη­σί­ας και του ορ­θο­δό­ξου πνεύ­μα­τος, δεν κα­τα­φέ­ρα­με, αιώ­νες τώ­ρα, να αγα­πή­σου­με τί­πο­τα απο­λύ­τως. Από αυ­τό το ση­μείο, που οριο­θε­τεί­ται κά­που μέ­σα στο Βυ­ζά­ντιο, και μέ­χρι τις δε­κα­ε­τί­ες ’70, ’80 και μέ­χρι το ’90 που το­πο­θε­τεί ο συγ­γρα­φέ­ας τους ήρω­ές του, όλα τα πα­ρα­πά­νω προ­βλή­μα­τα-κω­λύ­μα­τα-αγκυ­λώ­σεις-δυ­σα­νε­ξί­ες επα­να­προσ­διο­ρί­στη­καν σε αυ­τές τις με­τα­βα­τι­κές δε­κα­ε­τί­ες, χω­ρίς τα δε­δο­μέ­να της αλη­θι­νής αγά­πης, με απο­τέ­λε­σμα να βρί­σκουν διέ­ξο­δο σε εν­δο­οι­κο­γε­νεια­κή βία, όπως θα λέ­γα­με σή­με­ρα, σε εξω­συ­ζυ­γι­κές σχέ­σεις, σε πα­ρα­κά­λια και αι­τή­μα­τα συγ­γνώ­μης κ.λπ. Και πά­ντα θα υπήρ­χε και θα υπάρ­χει το πι­σω­γύ­ρι­σμα. Και γι’ αυ­τό ευ­θύ­νο­νται όλα τα πα­ρα­πά­νω που έχουν άλ­λη αρ­χή και κα­νέ­να τέ­λος εν Ελ­λά­δι. Κοι­νώς, όλα αυ­τά τα ακα­τά­κτη­κα δο­τά «κε­κτη­μέ­να» βρή­καν διέ­ξο­δο και εκτό­νω­ση σε ενέρ­γειες άνευ ου­σί­ας ως προς την επί­λυ­σή τους.

Μια τέ­τοια οπτι­κή μας βά­ζει σε ακό­μα πε­ραι­τέ­ρω σκέ­ψεις. Εντέ­λει το βα­σι­κό πρό­σω­πο του βι­βλίο εί­ναι η Τα­σού­λα; Ή μή­πως συ­νε­χώς ο άξο­νας, μέ­σα από την θέ­α­ση του μο­νο­λό­γου της, οδη­γεί­ται θε­μι­τά και αθέ­λη­τα στο Θε­ό­φι­λο-Πα­τέ­ρα-Δία-Θεό; Δια­βά­ζε­ται ακό­μα κι έτσι με ακρι­βώς τα ίδια συ­μπε­ρά­σμα­τα. Εν ολί­γοις, ένα εξαι­ρε­τι­κό βι­βλίο που μας θέ­τει προ των ευ­θυ­νών μας, αν κά­τσου­με και τις σκε­φθού­με…

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: