Ποίηση / Αντι-ποίηση: Εννοιολογικές οριοθετήσεις

Γλώσσο-λογικά & λεξικό-γραφικά

————————————————
Σχό­λια στα Σχό­λια του Στέ­φα­νου Κου­μα­νού­δη (19)
—————————————————


ΜEΡΟΣ Β΄: Ποί­η­ση: Ποι­η­τι­κή αδεία – Κων­στα­ντί­νος Κα­βά­φης


Ποι­η­τι­κός- ποι­η­τι­κή αδεία  

Το επί­θε­το ποι­η­τι­κός πα­ρου­σιά­ζει δύο βα­σι­κές ση­μα­σί­ες: 1. που σχε­τί­ζε­ται με την ποί­η­ση. 2. που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται από ρο­μα­ντι­σμό, λυ­ρι­σμό και υψη­λή αι­σθη­τι­κή, ταυ­τί­ζε­ται δη­λα­δή με κά­τι το μα­γι­κό, το ονει­ρι­κό. Η δεύ­τε­ρη αυ­τή ση­μα­σία αντα­να­κλά τη γε­νι­κό­τε­ρη αντί­λη­ψη της «υπε­ρο­χής» της ποί­η­σης ένα­ντι της πε­ζο­γρα­φί­ας, όπως δεί­χνει η πα­γιω­μέ­νη ση­μα­σία του επι­θέ­του πε­ζός «μο­νό­το­νος, κοι­νό­το­πος, τε­τριμ­μέ­νος». Η «πε­ζή κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα» εί­ναι αδιαμ­φι­σβή­τη­τη για τους πολ­λούς. Η «ποι­η­τι­κή κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα» απο­τε­λεί προ­νό­μιο σπά­νιων αν­θρώ­πων, ποι­η­τών, ει­κα­στι­κών καλ­λι­τε­χνών και μου­σι­κών.  
Η έκ­φρα­ση ποι­η­τι­κή αδεία (σε δο­τι­κή πτώ­ση, «με την ελευ­θε­ρία που πα­ρέ­χε­ται στον ποι­η­τι­κό λό­γο ή στον ποι­η­τή») έχει μα­κρά ιστο­ρία.[1]
Η πρώ­τη γνω­στή μαρ­τυ­ρία ανά­γε­ται στον Σε­νέ­κα (4 π.Χ. -65 μ. Χ., Naturales quaestiones (Φυ­σι­κά προ­βλή­μα­τα) ΙΙ, 44, 1: Poeticam istud licentiam decet, κά­τι τέ­τοιο ται­ριά­ζει στην ποι­η­τι­κή ελευ­θε­ρία) με αφορ­μή κρι­τι­κή που ασκεί στο Οβί­διο ο οποί­ος χα­ρα­κτη­ρί­ζει «ήπιους» τους ισχυ­ρούς και βρο­ντώ­δεις κε­ραυ­νούς του Δία. Στην ου­σία δεν πρό­κει­ται για «ελευ­θε­ρία», αλ­λά για «αυ­θαι­ρε­σία». Στον Κι­κέ­ρω­να η licentia ανα­φέ­ρε­ται στη ρη­το­ρι­κή ή ποι­η­τι­κή ελευ­θε­ρο­στο­μία και στον Ορά­τιο στην ανάρ­μο­στη συ­μπε­ρι­φο­ρά, την ακο­λα­σία. Ο Λου­κια­νός, Διά­λο­γος πρὸς Ἡσί­ο­δον, 5 κά­νει λό­γο για ελευ­θε­ρία στην ποι­η­τι­κή δη­μιουρ­γία: τὴν ἐλευ­θε­ρί­αν καὶ τὴν ἐν τῷ ποιεῖν ἐξου­σί­αν.[2] Η ανο­χή ίσχυε κυ­ρί­ως για την ομοιο­κα­τα­λη­ξία, η οποία δεν ήταν πά­ντα εφι­κτή. (Αρι­στο­τέ­λης, Ποι­η­τι­κή, 1458a 34 κ. ε.). Στο πλαί­σιο του ρη­το­ρι­κού κα­νό­να της πει­θούς (consuetudo «έθος, συ­νή­θεια») κρι­τή­ριο της από­κλι­σης ήταν η γλώσ­σα των μορ­φω­μέ­νων.
Η ελευ­θε­ρία του ποι­η­τι­κού λό­γου πε­ρι­λαμ­βά­νει όλα τα επί­πε­δα ανά­λυ­σης της γλώσ­σας. Πρό­κει­ται για τα ακό­λου­θα εί­δη λα­θών: 1. γραμ­μα­τι­κά: φω­νο­λο­γία, μορ­φο­λο­γία, σύ­ντα­ξη. 2. λε­ξι­λο­γι­κά και ση­μα­σιο­λο­γι­κά: νε­ο­λο­γι­σμοί, τολ­μη­ρές με­τα­φο­ρι­κές εκ­φρά­σεις. 3. πραγ­μα­το­λο­γι­κά: Απο­κλί­σεις από την αντι­κει­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τη λο­γι­κή και την κα­θη­με­ρι­νή εμπει­ρία. Οι ιστο­ρι­κοί ανα­χρο­νι­σμοί στη λο­γο­τε­χνία ενι­σχύ­ουν τους στό­χους της μυ­θο­πλα­σί­ας. 4. Πα­ρά­βα­ση ηθι­κών, πο­λι­τι­κών ιδε­ο­λο­γι­κών και θρη­σκευ­τι­κών κα­νό­νων. 5. Στο επί­πε­δο της λο­γο­τε­χνι­κής μορ­φής: πα­ρα­βί­α­ση εν­δο­λο­γο­τε­χνι­κών κα­νό­νων, λ.χ. του μέ­τρου. Προ­ϋ­πό­θε­ση ανα­γνώ­ρι­σης της ποι­η­τι­κής ελευ­θε­ρί­ας εί­ναι ότι τα λά­θη αυ­τά γί­νο­νται συ­νει­δη­τά για συ­γκε­κρι­μέ­νους λό­γους, π.χ., αι­σθη­τι­κούς ή συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς.


Η ποι­η­τι­κή ελευ­θε­ρία, όπως τη βλέ­πουν οι ίδιοι οι λο­γο­τέ­χνες και οι επι­στή­μο­νες

Η Ελ­βε­τι­κή Εται­ρεία Ποι­η­τών πα­ρα­θέ­τει στην ιστο­σε­λί­δα της το λήμ­μα ποι­η­τι­κή άδειαελευ­θε­ρία), το οποίο δεν έχει κα­μιά σχέ­ση με τα συ­νη­θι­σμέ­να εγκυ­κλο­παι­δι­κά ή λε­ξι­κο­γρα­φι­κά ή άρ­θρα. Πρό­κει­ται για ένα έξο­χο σύ­ντο­μο δο­κί­μιο γραμ­μέ­νο με λε­πτή αί­σθη­ση χιού­μορ:[3]

 Όλα επι­τρέ­πο­νται. Οι ποι­η­τές εί­ναι ελεύ­θε­ροι. Η λο­γι­κή και η συ­νέ­πεια δεν τους αφο­ρούν. Όλα πρέ­πει να ται­ριά­ζουν στην ει­κό­να. Ο ποι­η­τής εί­ναι ένα εί­δος πρά­κτο­ρα μυ­στι­κών υπη­ρε­σιών που έχει ως αξί­ω­μα τη ρή­ση «ο σκο­πός αγιά­ζει τα μέ­σα». Κα­νέ­να σκάν­δα­λο του τύ­που Watergate ή Wikileaks δεν θα τον εμπο­δί­σει να πά­ρει το όπλο του και να πα­ρα­δώ­σει λέ­ξεις και προ­τά­σεις σε δη­μο­κρα­τί­ες της μπα­νά­νας, πρό­θυ­μες να τις απει­λή­σουν με ει­κο­νι­κό πνιγ­μό. Το απο­τέ­λε­σμα, το οποίο βλέ­πει το φως της δη­μο­σιό­τη­τας, δια­περ­νά τα μά­τια του ανα­γνώ­στη, χω­ρίς συ­νή­θως να εί­ναι πια σε θέ­ση να υπο­ψια­στεί τις δια­δι­κα­σί­ες που ακο­λού­θη­σε ο ποι­η­τής, ενώ κα­νέ­να ομο­σπον­δια­κό δι­κα­στή­ριο δεν μπο­ρεί να στρα­φεί ενα­ντί­ον του.
Η άδεια του ποι­η­τή σπά­νια ανα­κα­λεί­ται. Με την ανα­κλη­σή της, τα φύλ­λα του χαρ­τιού γί­νο­νται ολό­λευ­κα και στο μέ­τω­πο του ποι­η­τή κυ­λούν χά­ντρες ιδρώ­τα. Αυ­τό λέ­γε­ται συγ­γρα­φι­κό μπλο­κά­ρι­σμα.
[4] Ο ποι­η­τής με­τα­φέ­ρε­ται συ­νή­θως από την οι­κο­γέ­νεια και τους φί­λους του σε ασφα­λές κα­τα­φύ­γιο, για να μπο­ρεί να χορ­τά­σει ύπνο και να ξε­κου­ρα­στεί.

H Virginia Woolf του Roger Fry (περ. 1917)
H Virginia Woolf του Roger Fry (περ. 1917)

Η Virginia Woolf (1882-1941), αφο­πλι­στι­κά ει­λι­κρι­νής, ανα­φέ­ρε­ται σε μια εν­δια­φέ­ρου­σα πτυ­χή του ευ­ρύ­τε­ρου φαι­νο­μέ­νου «λο­γο­τε­χνι­κή αδεία», στην ακρί­βεια «πε­ζο­γρα­φι­κή αδεία»:[5]

Γι’ αυτό προτείνω, κάνοντας χρήση όλων των ελευθεριών και αδειών που έχει ο μυθιστοριογράφος, να σας πω την ιστορία των δύο ημερών που προηγήθηκαν πριν έρθω εδώ.[ ...] Δεν χρειάζεται να πω ότι αυτό που πρόκειται να περιγράψω δεν υφίσταται. Το Oxbridge [πανεπιστήμιο για άνδρες] είναι αυθαίρετη επινόηση, το ίδιο και το Fernham [πανεπιστήμιο για γυναίκες]. Το «Εγώ» είναι μόνο ένας βολικός όρος για κάποιον που δεν έχει πραγματική υπόσταση. Τα ψέματα θα ρέουν από τα χείλη μου, αλλά ίσως να υπάρχει κάποια αλήθεια ανάμεσά τους· σε σας εναπόκειται να αναζητήσετε αυτή την αλήθεια και να αποφασίσετε αν αξίζει να κρατήσετε κάτι απ’ αυτά.

Ο Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τις έρευ­νες σύγ­χρο­νων θε­ω­ρη­τι­κών της λο­γο­τε­χνί­ας, κρί­νο­ντας όμως κυ­ρί­ως εξ ιδί­ας πεί­ρας, με δι­πλή ιδιό­τη­τα, συ­νο­ψί­ζει τα πο­ρί­σμα­τα των σχε­τι­κών ερευ­νών σε μια μια εκ­πλη­κτι­κής πυ­κνό­τη­τας λό­γου προ­τα­σια­κή δο­μή: «Η λο­γο­τε­χνία εί­ναι μια άσκη­ση ελευ­θε­ρί­ας στην οποία συμ­με­τέ­χει πια και ο ανα­γνώ­στης».[6] Προ­βάλ­λει έτσι με ήπια αγα­νά­κτη­ση («πια») το ρό­λο του ανα­γνώ­στη, ο οποί­ος, ανα­γνω­ρί­ζε­ται, επι­τέ­λους, ως κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γο­ντας για την απο­κω­δι­κο­ποί­η­ση του λο­γο­τε­χνι­κού μη­νύ­μα­τος, ανε­ξάρ­τη­τα από τις τυ­χόν εκ­πε­φρα­σμέ­νες θέ­σεις του λο­γο­τέ­χνη.  
Οι θε­τι­κοί επι­στή­μο­νες αντι­με­τω­πί­ζουν το όλο θέ­μα από δια­φο­ρε­τι­κή οπτι­κή γω­νία. Επέ­λε­ξα το εμ­βλη­μα­τι­κό δο­κί­μιο «Για τα όρια της ποι­η­τι­κής ελευ­θε­ρί­ας»[7] του Konrad Lorenz (1903-1989), τι­μη­μέ­νου με Noμπέλ Ια­τρι­κής.

Είναι προνόμιο του ποιητή να απομακρύνεται από την ακρίβεια της παρουσίασης η οποία λειτουργεί δεσμευτικά για τον επιστήμονα. Η ελευθερία αυτή, η «ποιητική άδεια», με τη συνηθισμένη σημασία, δεν εξαιρεί, ωστόσο, τον ποιητή από το να «παραμείνει πιστός στη φύση» με τη βαθύτερη έννοια του όρου. Ακόμη και η πιο άψογη υφολογικά ποιητική απεικόνιση του φυσικού κόσμου μπορεί να είναι σωστή ή λανθασμένη. Συχνά αυτή η ορθότητα, ναι ακρίβεια, υπερβαίνει κατά πολύ αυτό που μπορεί να γνωρίζει ο ποιητής. Πόσο υπέροχο είναι, για παράδειγμα, το ότι η Selma Lagerlöf στο βιβλίο της Το θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον αποδίδει τη διαπεραστική κραυγή της αγριόχηνας με τα λόγια: «Εδώ είμαι! Εσύ που είσαι;».
Είμαι φυσικός επιστήμονας, όχι καλλιτέχνης. Δεν θα επιτρέψω σε καμιά περίπτωση στον εαυτό μου κανενός είδους ελευθερία ή στιλιζάρισμα. Παρεμπιπτόντως, πιστεύω ότι αυτές οι ελευθερίες δεν είναι καθόλου απαραίτητες, αρκεί να παραμείνουμε στα ίδια τα γεγονότα, όπως συμβαίνει με την αυστηρά επιστημονική εργασία, αν θέλει κάποιος να αποκαλύψει στον αναγνώστη πόσο όμορφο είναι το ζώο. Γιατί οι αλήθειες της οργανικής φύσης έχουν τόσο πιο αξιοθαύμαστη και αξιοσέβαστη ομορφιά, όσο περισσότερο διεισδύει κάποιος στις λεπτομέρειες και τις ιδιαιτερότητές τους.

Είναι παράλογο να νομίζει κανείς ότι η αντικειμενικότητα της έρευνας, η γνώση, ή η βαθύτερη γνωριμία με τα αλληλοσυνδεόμενα θαύματα της φύσης, θα μπορούσε να μειώσει τη χαρά που νιώθει κανείς ανακαλύπτοντάς τα. Αντιθέτως: όσο περισσότερο εντρυφήσει κάποιος σε αυτά, τόσο πιο έντονα και πιο βαθιά θα συγκλονίζεται από τη φύση, αυτή την υπέροχη ζωντανή πραγματικότητα

Ο Lorenz, ο πα­τέ­ρας της σύγ­χρο­νης ηθο­λο­γί­ας (της επι­στή­μης που με­λε­τά τη συ­μπε­ρι­φο­ρά των ζω­ντα­νών ορ­γα­νι­σμών, κυ­ρί­ως των ζώ­ων, στο φυ­σι­κό τους πε­ρι­βάλ­λον), με λα­μπρές φι­λο­σο­φι­κές και λο­γο­τε­χνι­κές κα­τα­βο­λές, μια τρα­γι­κή φυ­σιο­γνω­μία,[8] αλ­λά πολ­λα­πλώς χα­ρι­σμα­τι­κή και στον δο­κι­μια­κό λό­γο, βλέ­πει την ποι­η­τι­κή ελευ­θε­ρία ως μη ανα­γκαία, του­λά­χι­στο σε ό,τι αφο­ρά τη θε­μα­τι­κή που ανα­φέ­ρε­ται στο με­γα­λείο της φύ­σης, κυ­ρί­ως το ζω­ι­κό και φυ­τι­κό βα­σί­λειο. Η αι­σθη­τι­κή της απέ­ριτ­της ομορ­φιάς, όπως τη δη­μιουρ­γεί η φύ­ση στην ονει­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τά της, έχει εξυ­μνη­θεί από ποι­η­τές και πε­ζο­γρά­φους σε όλα τα μή­κη και πλά­τη της γης. Στις πε­ρι­γρα­φές αυ­τές η ελευ­θε­ρία της έκ­φρα­σης λαμ­βά­νει εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κές δια­στά­σεις κα­θώς η φύ­ση λει­τουρ­γεί με­γα­λειω­δώς στην απε­λευ­θε­ρω­μέ­νη αρ­μο­νι­κή μορ­φή της.
Η έν­νοια ποι­η­τι­κή αδεία νο­μι­μο­ποιεί­ται ως αυ­το­τε­λής μορ­φή ελευ­θε­ρί­ας για κα­θα­ρά ιστο­ρι­κούς λό­γους. Στην ου­σία ανή­κει στην υπε­ρώ­νυ­μη εν­νοια της καλ­λι­τε­χνι­κής ελευ­θε­ρί­ας στην οποία εντάσ­σο­νται όλες οι δη­μιουρ­γι­κές τέ­χνες, από τη λο­γο­τε­χνία, το θέ­α­τρο και τον κι­νη­μα­το­γρά­φο ως τη μου­σι­κή, τη ζω­γρα­φι­κή, τη γλυ­πτι­κή και την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή.

Ο Καβάφης του Γιάννη Ψυχοπαίδη
Ο Καβάφης του Γιάννη Ψυχοπαίδη

Η γλωσ­σι­κή ελευ­θε­ρία του Κα­βά­φη

Ο Κα­βά­φης, με το αξε­πέ­ρα­στο, δια­χρο­νι­κής και δια­το­πι­κής αξί­ας ποι­η­τι­κό του έρ­γο, διεμ­βό­λι­σε επί της ου­σί­ας την έν­νοια της «ποι­η­τι­κό­τη­τας», με­τα­τρέ­πο­ντας ιδιο­φυώς το «αντι­ποι­η­τι­κό» σε «ποι­η­τι­κό». Αυ­τό το μέ­γι­στο επί­τευγ­μα οφεί­λε­ται στο ότι ο Αλε­ξαν­δρι­νός με­τα­τό­πι­σε το εν­δια­φέ­ρον για την ου­σία της ποί­η­σης από το εξω­τε­ρι­κό της πε­ρί­βλη­μα (μορ­φή), στο οποίο ακό­μα και σή­με­ρα δί­νει συ­νή­θως έμ­φα­ση η σχο­λι­κή λο­γο­τε­χνι­κή ανά­λυ­ση, στην ου­σία των μη­νυ­μά­των (πε­ριε­χό­με­νο), η απο­κω­δι­κο­ποί­η­ση των οποί­ων απαι­τεί φι­λο­σο­φι­κή στο­χα­στι­κό­τη­τα. Ο Κα­βά­φης, ακρι­βώς επει­δή εί­ναι ει­ρω­νι­κός ποι­η­τής, όπως έδει­ξε ο Νά­σος Βα­γε­νάς, προ­χώ­ρη­σε συ­νει­δη­τά σε ανα­τρο­πές που ξάφ­νια­σαν τους λο­γο­τέ­χνες της γε­νιάς του. Το «Απο­λεί­πειν ο Θε­ός Αντώ­νιον» και «Ένας γέ­ρο­ντας στην ακρο­πο­τα­μιά» (Ημε­ρο­λό­γιο κα­τα­στρώ­μα­τος, Β΄) του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη έχουν με­γά­λη νοη­μα­τι­κή συγ­γέ­νεια κα­θώς και τα δύο απο­δο­μούν την έν­νοια της ποι­η­τι­κής γλώσ­σας. Στο κα­βα­φι­κό ποί­η­μα (121 συ­νο­λι­κά λέ­ξε­ων) εί­ναι εμ­φα­νής η πα­ντε­λής απου­σία «ποι­η­τι­κών» λέ­ξε­ων, ενώ στο σε­φε­ρι­κό υπάρ­χουν απλά ψήγ­μα­τα. Σε ένα σύ­νο­λο 433 λέ­ξε­ων μό­νο 5 χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται «λο­γο­τε­χνι­κές»: αψη­λός, λα­μπύ­ρι­σμα, πλου­μι­σμέ­να δί­χτυα, στη στά­λα του με­ση­με­ριού, στρα­το­κό­πος.

Ο Κα­βά­φης, για την επο­χή που έζη­σε και για τις αι­σθη­τι­κές αρ­χές που επι­κρα­τού­σαν για την ποί­η­ση, επέ­φε­ρε με το έρ­γο του την πλή­ρη ανα­τρο­πή σε όλα τα επί­πε­δα. Ο «ποι­η­τής του γή­ρα­τος», όπως αυ­το­α­πο­κα­λεί­ται, με πεί­ρα, γνώ­ση και γνώ­σεις, απο­στα­σιο­ποι­ή­θη­κε πλή­ρως από τις επι­κρα­τού­σες ποι­η­τι­κές τά­σεις. Απέ­φυ­γε συ­νει­δη­τά τα μα­κρο­σκε­λή ποι­ή­μα­τα, την πλού­σια ει­κο­νο­ποι­ία, τον έντο­νο λυ­ρι­σμό και την υπέρ­με­τρη ρη­το­ρεία. Η πε­ριο­ρι­σμέ­νη σε έκτα­ση ποί­η­σή του, με ασυ­νή­θι­στα πυ­κνή ύφαν­ση, σαν τα πα­νά­κρι­βα, συλ­λε­κτι­κής αξί­ας ανα­το­λί­τι­κα χα­λιά, ακο­λου­θεί τε­χνι­κές αφη­γη­μα­τι­κού πε­ζού λό­γου και με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται μέ­σα από την ει­ρω­νεία σε φι­λο­σο­φη­μέ­νη ποί­η­ση βά­θους. Ο ποι­η­τής αδια­φο­ρεί πλή­ρως και για τις γλωσ­σι­κές συμ­βά­σεις της επο­χής του κα­θώς ξε­περ­νά το δί­πο­λο κα­θα­ρεύ­ου­σα-δη­μο­τι­κή, αντλώ­ντας στοι­χεία και από τις δυο πη­γές της νε­ο­ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας. Έδω­σε σα­φές προ­βά­δι­σμα στην κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα, ανα­δει­κνύ­ο­ντας πα­ράλ­λη­λα ορι­σμέ­να στοι­χεία του κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τι­κου ιδιώ­μα­τος, φέρ­νο­ντας έτσι στην επι­φά­νεια γλωσ­σι­κές μνή­μες από την προ­σω­πι­κή του ταυ­τό­τη­τα, ό,τι ακρι­βώς έκα­νε ο Σε­φέ­ρης με τις σμυρ­νέι­κες λέ­ξεις που εί­ναι εγκε­τε­σπαρ­μέ­νες σε ορι­σμέ­να ποι­ή­μα­τά του.

Φύ­σει ελεύ­θε­ρο και ανυ­πό­τα­κτο πνεύ­μα, ο Κα­βά­φης, βιώ­νο­ντας την πιο οξεία φά­ση του γλωσ­σι­κού δι­χα­σμού, ακο­λού­θη­σε τον δι­κό του δρό­μο, παίρ­νο­ντας ίσες απο­στά­σεις από τις ακραί­ες θέ­σεις τό­σο των αρ­χαϊ­στών όσο και των δη­μο­τι­κι­στών.
Τη γλώσ­σα του Κα­βά­φη με­λέ­τη­σε υπο­δειγ­μα­τι­κά ο κα­θη­γη­τής Γλωσ­σο­λο­γί­ας Κων­στα­ντί­νος Μη­νάς, οι νε­ο­ελ­λη­νι­στές όμως και οι λο­γο­τέ­χνες που ασχο­λή­θη­καν ευ­και­ρια­κά με το ίδιο θέ­μα δεν φαί­νε­ται να αξιο­ποί­η­σαν τα πο­ρί­σμα­τα των ερευ­νών του.[9] Ο Μη­νάς ση­μειώ­νει (1996:126): «Ο Κα­βά­φης δεν θέ­λει με κα­νέ­να τρό­πο να αλ­λοιώ­σει τη γλώσ­σα χά­ρη του μέ­τρου, εν ονό­μα­τι της λε­γό­με­νης ποι­η­τι­κής άδειας. Λέ­ει: ‘Αι ποι­η­τι­καί άδειαι συ­νί­στα­νται εις με­τα­θέ­σεις ή απο­κο­πάς λέ­ξε­ων, εις συ­νι­ζή­σεις φω­νηέ­ντων, εις εκ­θλί­ψεις, και εν ή δύο άλ­λα. Εί­ναι κα­λόν ο ποι­η­τής να απο­φεύ­γη τας προς την γλώσ­σαν ελευ­θε­ρί­ας, δι’ ευ­κο­λιών πε­ρί το μέ­τρον. Τρο­χαϊ­κός πους εν μέ­σω ιάμ­βων ή αμ­φί­βρα­χυς εν μέ­σω ανα­παί­στων, ακό­μη και ελ­λι­πής τις το­μή εί­ναι μι­κρό­τε­ρα κα­κά του κα­τα­κερ­μα­τι­σμού λέ­ξε­ων ή σκο­τει­νής συ­ντά­ξε­ω­ς’».
Οι ιδιόρ­ρυθ­μες «κα­βα­φι­κές συ­ντά­ξεις» (όπως: σαν τί­πο­τε δεν απο­μέ­νει, και με­ρι­κοί θα μπή­κα­με στον Άδη, αντί θα έχου­με μπει (Μη­νάς, 1985:80) πα­ρου­σιά­ζουν συ­νει­δη­τή απόκ­κλι­ση από την κοι­νή νε­ο­ελ­λη­νι­κή για τη δη­μιουρ­γία του κα­τάλ­λη­λου ύφους. Δια­φο­ρε­τι­κή εί­ναι η ερ­μη­νεία της εσφαλ­μέ­νης προ­στα­κτι­κής με αύ­ξη­ση επέ­στρε­φε, αντί επί­στρε­φε, από το ομώ­νυ­μο ποί­η­μα: Επέ­στρε­φε συ­χνά και παίρ­νε με,/αγα­πη­μέ­νη αί­σθη­σις επέ­στρε­φε και παίρ­νε με. Έχουν δο­θεί διά­φο­ρες ερ­μη­νεί­ες.[10] Ο Γιώρ­γος Βε­λου­δής ση­μειώ­νει:[11] «Ένα υπο­τι­θέ­με­νο γλωσ­σι­κό ‘λά­θο­ς’, η χρή­ση του ‘λαν­θα­σμέ­νου’ λαϊ­κού τύ­που της προ­στα­κτι­κής επέ­στρε­φε στο ομό­τι­τλο ποι­η­τι­κό μι­κρο­γρά­φη­μα του Κα­βά­φη (1904/1909/1912), που προ­ξέ­νη­σε τό­ση αμη­χα­νία στους με­λε­τη­τές του, μπο­ρεί να ερ­μη­νευ­τεί ως ένα αρι­στο­τε­χνι­κό εκ­φρα­στι­κό μέ­σο της ποι­η­τι­κής του: Ο Κα­βά­φης ήξε­ρε, βέ­βαια, και τον ορ­θό τύ­πο της προ­στα­κτι­κής επί­στρε­φε, επέ­λε­ξε όμως, μ’ εξαι­ρε­τι­κή ποι­η­τι­κή ευ­φυ­ΐα, το λαϊ­κό επέ­στρε­φε, για να εκ­φρά­σει, και ‘φω­νη­τι­κά’, την έν­νοια της ‘επα­νά­λη­ψη­ς’. Η κε­ντρι­κή για το συ­ντο­μό­τα­το αυ­τό ποί­η­μά του έν­νοια αυ­τή εκ­φρά­ζε­ται όχι μό­νο με πολ­λούς γλωσ­σι­κούς δεί­κτες (συ­χνά, πά­λι, όταν… όταν), αλ­λά και με την επα­νά­λη­ψη, και μά­λι­στα το δι­πλα­σια­σμό, των τεσ­σά­ρων φω­νηέ­ντων (ε) του τί­τλου στο ‘εσω­τε­ρι­κό’ του ποι­ή­μα­τος: επέ­στρε­φε και παίρ­νε με».

Ο Κα­βά­φης υπήρ­ξε ο κα­τ’ εξο­χήν «γλωσ­σο­λο­γι­κός» ποι­η­τής, με πρω­τό­τυ­πες γλωσ­σι­κές με­λέ­τες τις οποί­ες έχουν εκ­θειά­σει επαγ­γελ­μα­τί­ες γλωσ­σο­λό­γοι. Επο­μέ­νως, δεν έγρα­ψε τον αδό­κι­μο αυ­τό τύ­πο από άγνοια. Η αλή­θεια εί­ναι ότι στην επο­χή του το λά­θος αυ­τό ήταν ευ­ρύ­τα­τα δια­δε­δο­μέ­νο, όπως εί­ναι και σή­με­ρα.[12] Δεν προ­σέ­κρουε ού­τε στο δι­κό του γλωσ­σι­κό αι­σθη­τή­ριο και έτσι νο­μι­μο­ποί­η­σε ένα γραμ­μα­τι­κό τύ­πο για να δεί­ξει έμ­με­σα, ή έστω υπο­συ­νει­δή­τως, ότι η έν­νοια του «σω­στού» και του «λά­θους» έχει σχε­τι­κή αξία. 

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: