Ο Ρασκόνλικοφ στην Κυψέλη (έγραψε ο Δενέγρης)

Πε­ρί­λη­ψη προη­γου­μέ­νων

   

Κου­βε­ντιά­σα­με, λοιπόν, για το παρόν μας, για το παρελ­θόν μου και για το μέλ­λον του.
Αχιλ­λέ­ας Κυ­ρια­κί­δης, Το Μου­σείο των Τύ­ψε­ων

   

Ο νε­α­ρός Νί­κος Γιαν­νό­που­λος, κο­ντά εί­κο­σι πέ­ντε ετών, συ­να­ντιέ­ται με τον σχε­δόν εξη­ντά­ρη Οδυσ­σέα Γε­ωρ­γί­ου. Ο Γιαν­νό­που­λος, υπο­ψή­φιος δι­δά­κτωρ, εκ­πο­νεί δι­δα­κτο­ρι­κό με θέ­μα τα underground, τα αρι­στε­ρί­στι­κα, τα αναρ­χι­κά και τα βρα­χύ­βια ερα­σι­τε­χνι­κά ροκ ρεύ­μα­τα/στέ­κια/έντυ­πα της Με­τα­πο­λί­τευ­σης. Ο Γε­ωρ­γί­ου εί­ναι ένας “docteur en rien”, ένας Δι­δά­κτωρ του Τί­πο­τα. Οι συ­να­ντή­σεις, οι συ­ζη­τή­σεις, οι πε­ρι­πλα­νή­σεις, τα γλέ­ντια, οι πα­ρε­κτρο­πές, οι ευ­φρό­συ­νες αφρο­σύ­νες του Γιαν­νό­που­λου και του Γε­ωρ­γί­ου συν­θέ­τουν ένα Φα­ντα­στι­κό Αρ­χείο της Με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής Επο­χής, από το 1974 έως σή­με­ρα. 

Το έρ­γο συ­γκρο­τεί­ται σε τρία μέ­ρη, γρά­φε­ται και δη­μο­σιεύ­ε­ται σε συ­νέ­χειες, όπως τον πα­λιό και­ρό. Το πρώ­το μέ­ρος, με τί­τλο Το Μυ­θι­στό­ρη­μα της Με­τα­πο­λί­τευ­σης, δη­μο­σιεύ­τη­κε ήδη σε μια, λη­σμο­νη­μέ­νη πια, εφη­με­ρί­δα. Το δεύ­τε­ρο και το τρί­το μέ­ρος, με τί­τλους Ο Ρα­σκόλ­νι­κοφ στην Κυ­ψέ­λη (έγρα­ψε ο Δε­νέ­γρης) και Κον­σέρ­το για Τέσ­σε­ρις Δε­κα­ε­τί­ες, θα δη­μο­σιευ­τούν στον Χάρ­τη.

53. Η στρατηγική των αντιφάσεων

Ο Ρασκόνλικοφ στην Κυψέλη (έγραψε ο Δενέγρης)

Πεί­τε, λοι­πόν, για την κο­κάρ­δα με τον Κό­κο­τα. Θες η ευ­φρό­συ­νη αφρο­σύ­νη, θες η εσκεμ­μέ­νη απε­ρι­σκε­ψία, όπως και να ᾽χει, οδη­γη­θή­κα­τε στο ναρ­κο­πέ­διο των αντι­φά­σε­ων, στο πε­δίο βο­λής των αντι­νο­μιών. Ίσως ήταν ο τρό­πος σας να μπαι­νο­βγαί­νε­τε στη μοί­ρα, να φορ­τώ­νε­στε μιαν ευ­θύ­νη για να την ξε­φορ­τω­θεί­τε, κου­ρα­σμέ­νοι τά­χι­στα από δαύ­την, στον πρώ­το τυ­χό­ντα, να ανα­λαμ­βά­νε­τε ένα εγ­χεί­ρη­μα και ανεν­δοί­α­στα να το εγκα­τα­λεί­πε­τε όταν άρ­χι­σε ν᾽ αχνο­λά­μπει η προ­ο­πτι­κή κά­ποιου άλ­λου εγ­χει­ρή­μα­τος, πε­ρισ­σό­τε­ρο δε­λε­α­στι­κού. Έτσι νιώ­θα­τε ελεύ­θε­ροι, πα­ρα­τώ­ντας ό,τι σας φαι­νό­ταν σα­βού­ρα, ό,τι δεν σας γυά­λι­ζε πια στο μά­τι. Θα μπο­ρού­σε να πει κα­νείς ότι ήσα­σταν συ­νε­πείς στην ασυ­νέ­πειά σας, όπως λέ­με για κά­ποιον ότι εμ­μέ­νει στο να εί­ναι επι­με­λώς ατη­μέ­λη­τος. Εξ ου και η κο­κάρ­δα με τον Κό­κο­τα. Ναι, όταν άλ­λοι φο­ρού­σαν κο­κάρ­δες με τους Clash, με τον Μπομπ Μάρ­λεϊ, ή με κου­βα­νέ­ζι­κα αστε­ρά­κια και σφυ­ρο­δρέ­πα­να, εσείς πε­ρι­δια­βά­ζα­τε μει­διώ­ντας στη Φω­κί­ω­νος Νέ­γρη με τον Στα­μά­τη Κό­κο­τα στο πέ­το ή καρ­φι­τσω­μέ­νο, ασπρό­μαυ­ρο μά­λι­στα, στην τσέ­πη του με­σα­να­το­λι­κού χι­τώ­νιου.

Πά­νω απ᾽ όλα, θέ­λα­τε να τι­μά­τε ό,τι αγα­πά­τε. Ή, όπως λέ­γα­τε, ό,τι αγα­πή­σα­τε μέ­σα στα ερεί­πια μιας επο­χής. Για­τί η Με­τα­πο­λί­τευ­ση ήταν (και πα­ρα­μέ­νει, για σας έστω) μια επι­κρά­τεια ερει­πί­ων που σας γο­ή­τευε για­τί πι­στεύ­α­τε ότι κά­τι χτί­ζε­τε εκεί μέ­σα με τα παι­ζο­του­βλά­κια της έφη­βης επάρ­σε­ώς σας.  Μιας επάρ­σε­ως που το έρ­μο έρ­μα της δεν ήταν άλ­λο από την έντρο­μη αρ­χι­κά, πιο συ­γκρο­τη­μέ­νη εν συ­νε­χεία, και ακρά­δα­ντη λί­γο με­τέ­πει­τα, από­φα­σή σας να μην εν­δώ­σε­τε στην ωρι­μό­τη­τα, να πα­ρα­μεί­νε­τε ανή­μπο­ροι να με­γα­λώ­σε­τε, να γλε­ντά­τε επί μή­νες, επί χρό­νια, επί δε­κα­ε­τί­ες στο αχα­νές πάρ­κο της παι­δι­κό­τη­τας και της εφη­βεί­ας. Έτσι λοι­πόν, όταν κά­ποιοι έτει­ναν, με όλο τους το δί­κιο εν­δε­χο­μέ­νως, να σας στρι­μώ­ξουν με λο­γύ­δρια υπέρ της συ­νέ­πειας, εσείς κά­να­τε του­μπε­κί για λί­γο, για να τους κα­θη­συ­χά­σε­τε, και με­τά τους αφή­να­τε άναυ­δους με μιαν απλή, τύ­που «γόρ­διος δε­σμός» κί­νη­ση: βγά­ζα­τε από το πι­κάπ τον λα­τρε­μέ­νο όλων, τον Λέ­ο­ναρντ Κο­έν, ναι, βγά­ζα­τε από το πι­κάπ το ῾῾Famous Blue Raincoat᾽᾽, το άσμα ασμά­των για όλη τη διευ­ρυ­μέ­νη οι­κο­γέ­νεια, και βά­ζα­τε, με κα­τερ­γά­ρι­κη ανα­με­λιά, τον Στα­μά­τη Κό­κο­τα, βά­ζα­τε τη γλυ­κε­ρή, για όσους κα­μώ­νο­νταν τους σκλη­ρο­πυ­ρη­νι­κούς και τους σκλη­ρο­τρά­χη­λους, ῾῾Πα­ρέν­θε­ση­᾽᾽, ή, ακό­μα χει­ρό­τε­ρα, το επο­νεί­δι­στο ῾῾Γιε μου­᾽᾽. Για­τί θέ­λα­τε να τι­μά­τε ό,τι αγα­πά­τε. Πά­νω απ᾽ όλα, θέ­λα­τε να εκ­φρά­σε­τε, έστω ατζα­μί­δι­κα, άτσα­λα, ατσού­μπα­λα, ότι οι αντι­φά­σεις εί­ναι για σας το αλα­το­πί­πε­ρο της ζω­ής, ότι οι αντι­νο­μί­ες, ακό­μα και οι πιο επαί­σχυ­ντες, εί­ναι η δί­ο­δος προς ένα εί­δος ελευ­θε­ρί­ας υπό κα­τα­σκευ­ήν, under construction όπως έμελ­λε να πεί­τε αρ­γό­τε­ρα, πο­λύ αρ­γό­τε­ρα.

Πεί­τε, λοι­πόν, για την κο­κάρ­δα με τον Κό­κο­τα. Εί­χα­τε φέ­ρει τα πά­νω κά­τω, και το δια­σκε­δά­ζα­τε. Πα­ρέ­λα­ση με τον Κό­κο­τα στο πέ­το. Εκεί που σας εί­χαν για λά­τρεις του Φρανκ Ζάπ­πα, το γυ­ρί­ζα­τε στον Φρανκ Σι­νά­τρα. Όταν αρ­χί­σα­τε πια να περ­νιέ­στε για δει­νοί σκα­κι­στές, το ρί­χνα­τε στο τά­βλι. Κά­θε φο­ρά που κιν­δυ­νεύ­α­τε να χα­θεί­τε στο σύ­μπαν του Σε­φέ­ρη και του Αγ­γε­λό­που­λου, περ­νού­σα­τε, ανα­ση­κώ­νο­ντας σαν τσαχ­πί­νη­δες Γα­βριά­δες τους ώμους, στην αλέα του Άλεκ Σχι­νά (ω ναι, θα θυ­μη­θεί­τε σε λί­γο και πά­λι το εξαί­σιο ποί­η­μα, το «Άν­θος»!) και του Νί­κου Νι­κο­λα­ΐ­δη. Προ­πά­ντων να μην κα­θη­λω­θεί­τε σε μία διά­θε­ση, σε μία διά­στα­ση, σε μία δια­δι­κα­σία. Προ­τι­μού­σα­τε να ανοί­γε­τε πολ­λά μέ­τω­πα πα­ρά να παί­ζε­τε τα πά­ντα σε ένα τα­μπλό. Κάλ­λιο η ρε­τσι­νιά της επι­πο­λαιό­τη­τας, πα­ρά το φω­το­στέ­φα­νο της σο­βα­ρό­τη­τας. Εξάλ­λου, όταν τρώ­γα­τε αν­τζού­γιες, σκου­πί­ζα­τε τα λα­δω­μέ­να δά­χτυ­λά σας στην ού­για του αμπέ­χο­νου.

Πά­νω απ᾽ όλα, θέ­λα­τε να τι­μά­τε ό,τι αγα­πά­τε. Γι᾽ αυ­τό και ένα χά­ρα­μα, ύστε­ρα από μιαν αλη­σμό­νη­τη πια με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή κρα­σο­κα­τά­νυ­ξη, αντι­γρά­ψα­τε σε δε­κά­δες κόλ­λες ανα­φο­ράς, και τα­χυ­δρο­μή­σα­τε προς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση, προς φί­λους που εί­χαν τρα­βή­ξει προς την αλ­λο­δα­πή, προς Βε­ρο­λί­νο και Λον­δί­νο, προς Κο­πεγ­χά­γη και Αμ­στε­λό­δα­μον, προς Ρώ­μη και Βιέν­νη, το «Άν­θος», το λα­τρε­μέ­νο σας ποί­η­μα, το πά­ντο­τε φε­ρέγ­γυο άλ­λο­θί σας απέ­να­ντι στην κα­τη­γο­ρία της νου­νέ­χειας και της σύ­νε­σης. Ναι, να, ιδού, λά­βε­τε φά­γε­τε, με έμ­φα­ση στο «φά­γε­τε», το «Άν­θος: Αυ­τό το άν­θος δεν πρέ­πει νά­τα­νε για μας/ Εμείς κα­τη­να­λώ­σα­μεν ολό­κλη­ρον τον χρό­νον της ημέ­ρας μας/ Σε αφε­λείς και αδέ­ξιες επι­δό­σεις./ Ατη­μέ­λη­τοι, με το χέ­ρι στην τσέ­πη, πε­ρι­πλα­νή­θη­μεν/ Ανά τους δρό­μους και τας πλα­τεί­ας αυ­τής της πό­λε­ως./ Ιδα­νι­κά αδιά­φο­ροι, εγκα­τα­λεί­ψα­με την προ­σο­χή μας/ Σε κά­θε λο­γής επου­σιώ­δεις πε­ρι­σπα­σμούς./ Σπα­τα­λή­σα­με απε­ρί­σκε­πτα την πε­ριου­σία μας,/ Αγο­ρά­ζο­ντας και μα­σου­λώ­ντας συ­νε­χώς/ Στρα­γά­λια και πα­στέ­λια και μαν­τζού­νια!/ Εί­ναι, νο­μί­ζο­μεν, πε­ριτ­τό να το­νι­σθή/ Ότι απέ­σχο­μεν από κά­θε σκέ­ψη σχε­τι­κής με συ­στη­μα­τι­κάς δρα­στη­ριό­τη­τας/ Ή, πό­σο μάλ­λον, με ιπ­πο­τι­κά κα­τορ­θώ­μα­τα/ Ή ιδα­νι­κούς έρω­τες και τα πα­ρό­μοια./ Κυ­ρί­ως ει­πείν: απέ­σχο­μεν από πά­σαν σκέ­ψιν!/ Αυ­τό το άν­θος, επο­μέ­νως, δεν πρέ­πει νά­τα­νε για μας./ Για­τί, όταν πε­ρί το με­σο­νύ­κτιον, επι­στρέ­φο­ντας,/ Διερ­χό­με­θα από εκεί­νον τον ημί­φω­το δρο­μά­κο,/ Όταν, λέ­γω, πί­σω από τα βα­ριά πα­ρα­πε­τά­σμα­τα/ Του υψη­λο­τέ­ρου πα­ρα­θύ­ρου ενός πα­μπά­λαιου με­γά­ρου/ Πρό­βα­λε κεί­νο το αβρό παρ­θε­νι­κό χε­ρά­κι/ Και μας το επέ­τα­ξε τρέ­μο­ντας,/ Εμείς, όλως ανέ­τοι­μοι και αναρ­μό­διοι ως εί­με­θα,/ Το αρ­πά­ξα­με μη­χα­νι­κά στον αέ­ρα/ Και το φά­γα­με/ Το άν­θος! Κα­τα­λα­βαί­νε­τε;/ Το φά­γα­με, το μα­σου­λή­σα­με και αυ­τό,/ Με την ίδια ακρι­βώς ανευ­θυ­νό­τη­τα/ Που όλη τη μέ­ρα μα­σου­λού­σα­με/ Στρα­γά­λια και πα­στέ­λια και μαν­τζού­νια!.../ Ω ! ασφα­λώς, ασφα­λώς!/ Αυ­τό το άν­θος δεν πρέ­πει,/ Δεν μπο­ρεί να ήτα­νε για μας!..᾽᾽

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: