Τέλος

Μετάφραση: Ασπασία Καμπύλη
Τέλος


Ο Έντ­γκαρ Νέ­βιλ (Edgar Neville Romrée, Μα­δρί­τη, 1899-1967), Δ' κό­μης Μπερ­λάν­γκα δε Δου­έ­ρο, γιος Άγ­γλου μη­χα­νι­κού και Ισπα­νί­δας αρι­στο­κρά­τισ­σας, δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη επο­νο­μα­ζό­με­νη Γε­νιά του ’27 κυ­ρί­ως λό­γω πο­λι­τι­κών φρο­νη­μά­των ή για να εί­μα­στε πιο ακρι­βείς λό­γω ελ­λεί­ψε­ως πο­λι­τι­κών φρο­νη­μά­των. Κο­σμι­κός και πο­λυ­τά­λα­ντος (συγ­γρα­φέ­ας, δρα­μα­τουρ­γός, σκη­νο­θέ­της και ζω­γρά­φος την ίδια στιγ­μή), ανή­συ­χος και με αντι­κομ­φορ­μι­στι­κό χιού­μορ, διε­τέ­λε­σε ανά­με­σα σε άλ­λα πο­λε­μι­κός αντα­πο­κρι­τής στην υπη­ρε­σία των φραν­κι­κών στρα­τευ­μά­των (ήταν πα­ρών στις μά­χες του με­τώ­που της Μα­δρί­της) το 1937, δι­πλω­μά­της, σκη­νο­θέ­της και περ­σό­να στην ανερ­χό­με­νη κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή βιο­μη­χα­νία του Χό­λυ­γουντ (έγι­νε φί­λος με τον Τσάρ­λι Τσά­πλιν και προ­σκά­λε­σε τον Μπου­νιου­έλ, όπως και άλ­λους πολ­λούς Ισπα­νούς δια­νο­ού­με­νους, να δου­λέ­ψει εκεί). Έζη­σε όσο μπο­ρού­σε πιο έντο­να ό,τι μπο­ρού­σε να του προ­σφέ­ρει η επο­χή του, προ­στα­τευ­μέ­νος από τα προ­νό­μια του και κρα­τώ­ντας από­στα­ση τό­σο από τους πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νους και στρα­τευ­μέ­νους στον αντι­φραν­κι­κό αγώ­να Ισπα­νούς λο­γο­τέ­χνες της επο­χής του, όσο και από τον ρη­χό κό­σμο της μπουρ­ζουα­ζί­ας την οποία αδιά­κο­πα στη­λι­τεύ­ει για ανοη­σία και κα­κο­γου­στιά. Ίσως εν­δει­κτι­κό της πλη­θω­ρι­κής του προ­σω­πι­κό­τη­τας ήταν η αδιά­κο­πη πά­λη του με την πα­χυ­σαρ­κία η οποία κα­τέ­στρε­ψε τε­λι­κά την υγεία του.


Γκουίντο Ρένι, «Η Σωσάννα» (λεπτομέρεια)
Γκουίντο Ρένι, «Η Σωσάννα» (λεπτομέρεια)

Εί­χαν αρ­χί­σει να το λέ­νε εδώ και κά­μπο­σο και­ρό: όλο και πιο πολ­λοί ήταν αυ­τοί που πέ­θαι­ναν, ενώ όλο και πιο λί­γοι ήταν εκεί­νοι που έπλε­καν ζι­που­νά­κια. Και σαν να μην έφτα­νε αυ­τό, ξέ­σπα­σαν και δυο πό­λε­μοι, με τις επι­δη­μί­ες στο κα­τό­πι τους. Τον θά­να­το τον εί­χα­με για ψω­μο­τύ­ρι. Ακό­μα και οι εκα­το­ντά­χρο­νοι, που θα ’πρε­πε να δί­νουν το κα­λό πα­ρά­δειγ­μα, πέ­θαι­ναν το ίδιο. Ήταν τρο­με­ρό, πέ­θαι­ναν ακό­μα και οι Πορ­το­γά­λοι…
Η κα­τα­στρο­φή ήταν ανα­πό­φευ­κτη, γι’ αυ­τό ο κό­σμος την εί­χε απο­δε­χτεί δί­χως υστε­ρί­ες. Η ζωή, όμως εί­χε αλ­λά­ξει τό­νο, εί­χε προ­σαρ­μο­στεί στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τώ­ρα πια δεν κα­νο­νί­ζο­νταν ρα­ντε­βού, κα­νείς πια δεν έλε­γε: «ες αύ­ριον τα σπου­δαία». Ο κό­σμος ζού­σε με­ρα με τη μέ­ρα, ώρα με την ώρα, και η μο­να­δι­κή έγνοια όλων ήταν να πε­θά­νουν όσο το δυ­να­τόν κα­λύ­τε­ρα: να πε­θά­νουν ξα­πλω­μέ­νοι με το δε­ξί.
Ήταν η στιγ­μή που δεν εί­χε μεί­νει σχε­δόν κα­νέ­νας και οι λι­γο­στοί που υπήρ­χαν, όταν δια­σταυ­ρώ­νο­νταν στους δρό­μους, γε­λού­σαν, όλο στω­ι­κό­τη­τα μπρο­στά στο ανα­πό­φευ­κτο.

«Κι εσείς, πό­τε πε­θαί­νε­τε;» άκου­γες να λέ­νε πού και πού.

Η Γη έγι­νε νευ­ρι­κή και τα­ρα­κου­νή­θη­κε αρ­κε­τές φο­ρές. Η Ιτα­λία έπα­ψε να έχει σχή­μα μπό­τας.
Και μια ωραία πρω­ία δεν εί­χε απο­μεί­νει κα­νείς για να ετοι­μά­σει το πρω­ι­νό, εί­χε πε­θά­νει όλος κό­σμος, βλέ­πε­τε.
Ήταν μια σιω­πή τό­σο με­γά­λη, που έμοια­ζε λες και κά­ποιος στε­κό­ταν με την μπα­γκέ­τα του υψω­μέ­νη μπρο­στά στο ανα­λό­γιο, όμως, τί­πο­τα, ού­τε ένα σφύ­ριγ­μα, ού­τε μια προ­στα­γή, μια σιω­πή τρο­με­ρή. Αφού άκου­γες για τα κα­λά τη σιω­πή, διέ­κρι­νες πια το αμυ­δρό σσσ από μια σπα­σμέ­νη σω­λή­να νε­ρού, που έκα­νε τη σιω­πή ακό­μα πιο επι­βλη­τι­κή.
Τα πράγ­μα­τα πε­ρί­με­ναν τον άν­θρω­πο, όπως κά­θε πρωί. Τον πε­ρί­με­ναν γε­μά­τα ανυ­πο­μο­νη­σία, δεν κα­τα­λά­βαι­ναν τι συμ­βαί­νει κι άρ­χι­ζαν να μην νιώ­θουν στα κα­λά τους. Μη­χα­νές, σπί­τια, δρό­μοι, πό­λεις, όλα πε­ρί­με­ναν έτοι­μα να μπή­ξουν τα κλά­μα­τα.
Στους δρό­μους πε­τού­σαν τα τε­λευ­ταία λό­για γυ­ρεύ­ο­ντας κά­ποιο αυ­τί και σκιές με σάρ­κα και οστά, δί­χως αφέ­ντη, έτρε­χαν ξο­πί­σω μέ­χρι να συ­να­ντή­σουν το θά­να­το με­ση­με­ριά­τι­κα. Οι υπό­νο­μοι άφη­ναν τον τε­λευ­ταίο ανα­στε­ναγ­μό της πό­λης.
Ο πύρ­γος του Άι­φελ, ακου­μπώ­ντας το δά­χτυ­λο κά­θε­τα στα χεί­λη του Πα­ρι­σιού, επέ­βα­λε τη σιω­πή της Δύ­σης. Ο Ση­κουά­νας έτρε­χε στις μύ­τες των πο­διών. Από τους σταθ­μούς εί­χαν φύ­γει όλα τα τρέ­να. Ήταν η Πρω­το­μα­γιά του θα­νά­του. Οι νε­κροί κοι­μού­νταν.
Οι δια­φη­μι­στι­κές αφί­σες έκα­ναν τα πράγ­μα­τα ακό­μα από πιο δρα­μα­τι­κά, υπο­σχό­με­νες κά­τι που ήταν πια αδύ­να­το: πορ­τρέ­τα ηθο­ποιών, αν­δρών και γυ­ναι­κών, εξα­φα­νι­σμέ­νων πλέ­ον. Και τα «100 girls, 100!» του Μου­λέν Ρουζ, που εί­χαν πέ­σει το ένα πί­σω απ’ το άλ­λο, σαν μο­λυ­βέ­νια στρα­τιω­τά­κια.
Ζωή υπήρ­χε μό­νο στα ρο­λό­για που ήταν κουρ­δι­σμέ­να για πολ­λά χρό­νια, το τικ-τακ τους ήταν τα απο­σιω­πη­τι­κά με­τά τη λέ­ξη ζωή. Σή­μαι­ναν τις ώρες ανό­η­τα, θυ­μί­ζο­ντας τι ώρα εί­ναι στον κα­νέ­να, στέλ­νο­ντας τα δι­κά τους σι­νιά­λα για να ζη­τή­σουν βο­ή­θεια. Τα δευ­τε­ρό­λε­πτα ήταν ο σφυγ­μός της Γης.
Ένα ξυ­πνη­τή­ρι που πε­ρί­με­νε την κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή για να κά­νει πλά­κα, ξέ­σπα­σε τό­σο από­το­μα μες στο δω­μά­τιο της Σου­σά­να, που η κο­πέ­λα πε­τά­χτη­κε απ’ τον ύπνο της.

Η Σου­σά­να δεν εί­χε πε­θά­νει, για­τί κά­ποιος έπρε­πε να μεί­νει για να πε­θά­νει τε­λευ­ταί­ος, και αυ­τή ακρι­βώς ήταν η δι­κή της πε­ρί­πτω­ση. Εί­χε συ­νε­χί­σει τη ζωή της ως συ­νή­θως κα­θ’ όλη τη διάρ­κεια της κα­τα­στρο­φής. Τις νύ­χτες χό­ρευε κι έπι­νε στο ίδιο πά­ντα κα­μπα­ρέ και σχε­δόν πά­ντο­τε γύ­ρι­ζε σπί­τι συ­ντρο­φιά με έναν κύ­ριο, δια­φο­ρε­τι­κό κά­θε βρά­δυ, ο οποί­ος την εγκα­τέ­λει­πε το επό­με­νο πρωί, αφή­νο­ντάς της πε­νή­ντα φρά­γκα στο κο­μο­δί­νο. Κα­μιά φο­ρά και λι­γό­τε­ρα.
Δεν διά­βα­ζε εφη­με­ρί­δες και ξυ­πνού­σε μό­νο για να πά­ει στο κα­μπα­ρέ της. Ο κό­σμος της τε­λεί­ω­νε εκεί, στην πόρ­τα που οδη­γού­σε στις κου­ζί­νες.
Την προη­γού­με­νη νύ­χτα εί­χαν φα­νεί μό­νο έξι-εφτά. Το αφε­ντι­κό και δυο-τρεις από τους θα­μώ­νες έλει­παν. Τη Σου­σά­να δεν την ένοια­ξε που θα γύ­ρι­ζε μό­νη της σπί­τι, έτσι κι αλ­λιώς ήθε­λε να ξυ­πνή­σει νω­ρίς την επό­με­νη μέ­ρα και να πά­ει να ψω­νί­σει πα­πού­τσια.
Το ξυ­πνη­τή­ρι συ­νέ­χι­σε να σκού­ζει στο πά­τω­μα, προ­σπα­θώ­ντας να ανα­ση­κω­θεί, κι αυ­τό έκα­νε τη Σου­σά­να να ξυ­πνή­σει εντε­λώς. Έρι­ξε μια μα­τιά στο πλάι της, να δει αν υπήρ­χε κα­νέ­νας εκεί, και με­τά ση­κώ­θη­κε.
Η Σου­σά­να σκε­φτό­ταν πως ήταν η πρώ­τη μέ­ρα που θα έβγαι­νε έξω νω­ρίς, πως θα βολ­τά­ρι­ζε σε δρό­μους και μα­γα­ζιά, γι’ αυ­τό φρό­ντι­σε επι­με­λώς την εμ­φά­νι­σή της, διά­λε­ξε τις κα­λύ­τε­ρές της ζαρ­τιέ­ρες κι έφα­γε μια ολό­κλη­ρη ώρα μπρο­στά στον κα­θρέ­φτη για να μα­κι­για­ρι­στεί.
Στο με­τα­ξύ, τα χορ­τά­ρια που εί­χε συν­θλί­ψει η πό­λη, μό­λις πή­ραν εί­δη­ση τι συ­νέ­βαι­νε, πά­λευαν να ανα­ση­κώ­σουν την τα­φό­πλα­κά τους.
Η Σου­σά­να βγή­κε στο δρό­μο. Λες κι εί­ναι Κυ­ρια­κή, σκέ­φτη­κε μό­λις πρό­σε­ξε την ησυ­χία.
Περ­πα­τού­σε δί­χως να συ­νει­δη­το­ποιεί την τρα­γω­δία. Κοι­τού­σε δε­ξιά κι αρι­στε­ρά προ­τού δια­σχί­σει το δρό­μο. Δε συ­νει­δη­το­ποιού­σε τη μο­να­ξιά της επει­δή η αντα­νά­κλα­ση στις βι­τρί­νες πολ­λα­πλα­σί­α­ζε την ει­κό­να της και δη­μιουρ­γού­σε την εντύ­πω­ση πο­λυ­κο­σμί­ας. Λες και εί­χε μια φί­λη μα­ζί της. Μπή­κε στο πο­λυ­κα­τά­στη­μα. Οι ψη­λοί θό­λοι, φου­σκω­μέ­νοι από τη σιω­πή, έμοια­ζαν έτοι­μοι να ση­κω­θούν στον αέ­ρα.
Στους πά­γκους ήταν τα τε­λευ­ταία ρε­τά­λια, με το ύστα­το αν­θρώ­πι­νο πα­σπά­τε­μα πά­νω τους. Τα καρ­τε­λά­κια με τις τι­μές ήταν τα κη­δειό­ση­μα των πραγ­μά­των. Η Σου­σά­να άρ­χι­σε να νιώ­θει φό­βο και προ­σπά­θη­σε να τον κα­τα­νι­κή­σει πα­ρι­στά­νο­ντας την αφη­ρη­μέ­νη, στρέ­φο­ντας το εν­δια­φέ­ρον της στα εκτε­θει­μέ­να αντι­κεί­με­να.
Διέ­σχι­σε το κε­ντρι­κό αί­θριο αγ­γί­ζο­ντας τα πά­ντα, τα τα­κού­νια της όμως έκα­ναν τό­σο θό­ρυ­βο που ήταν λες και την εί­χαν πά­ρει στο κα­τό­πι. Ξε­φεύ­γο­ντας από τον ίδιο της τον εαυ­τό, περ­πα­τώ­ντας στις μύ­τες των πο­διών, έφτα­σε στο τμή­μα με τα γυ­ναι­κεία. Εκεί υπήρ­χαν δε­κά­δες κέ­ρι­νες κού­κλες και ανά­σα­νε πιο ήρε­μα, για­τί της φαι­νό­ταν ότι εί­χε μπει σε ένα σπί­τι που εί­χε γιορ­τή.
Η Σου­σά­να κά­θι­σε σε μια πο­λυ­θρό­να και άρ­χι­σε να μι­λά­ει. Έλε­γε διά­φο­ρα στις κού­κλες, προ­σέ­χο­ντας πο­λύ να μην τους κά­νει ερω­τή­σεις. Ωστό­σο, στις σιω­πές ο φό­βος επέ­στρε­φε και οι κού­κλες έμοια­ζαν ακό­μα πιο άψυ­χες, λες και ο θά­να­τος τις εί­χε αιφ­νι­διά­σει σε μια άβο­λη στά­ση.
Το γε­γο­νός ότι δεν της απα­ντού­σε κα­νείς, την έκα­νε να φο­βη­θεί και βγή­κε στον δρό­μο ουρ­λιά­ζο­ντας. Έτρε­χε ψά­χνο­ντας κά­ποιον να του μι­λή­σει, ζη­τού­σε βο­ή­θεια στα σταυ­ρο­δρό­μια, τη­λε­φω­νού­σε σε κά­θε τη­λέ­φω­νο για κλή­ση ανά­γκης, αλ­λά πά­ντα η μαύ­ρη σιω­πή.
Κά­θι­σε σε ένα πα­γκά­κι στον κα­θα­ρό αέ­ρα, ένιω­θε λι­γό­τε­ρο φό­βο έτσι. Συλ­λο­γί­στη­κε όμως τό­τε τη νύ­χτα και κα­τά­λα­βε πως δεν θα μπο­ρού­σε να την πε­ρά­σει στην πό­λη, κυ­ρί­ως ήταν οι γω­νιές, που την έκα­ναν να νο­σταλ­γεί ακό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο το αν­θρώ­πι­νο εί­δος. Εκεί­νες οι γω­νιές, δί­χως κα­νέ­ναν πί­σω τους, δί­χως τη δυ­να­τό­τη­τα να κρύ­ψουν κα­νέ­ναν.
Η Σου­σά­να πή­ρε ένα εγκα­τα­λειμ­μέ­νο αυ­το­κί­νη­το και έφυ­γε ψά­χνο­ντας να βρει κά­ποιον. Στην αρ­χή, εξα­κο­λου­θού­σε να πα­τά­ει την κόρ­να στις δια­σταυ­ρώ­σεις και να βγά­ζει το χέ­ρι της στις στρο­φές. Μό­λις όμως το συ­νει­δη­το­ποιού­σε, γι­νό­ταν έξαλ­λη με τον εαυ­τό της και η κα­κή της διά­θε­ση έδιω­χνε το φό­βο μα­κριά.
Έσπα­σε τον μπρο­στι­νό κα­θρέ­φτη, πέ­τα­ξε το κα­πέ­λο της στο δρό­μο, έβγα­λε τα ρού­χα της. Ήταν η απά­ντη­σή της στην κα­τά­στα­ση των πραγ­μά­των. Στην πλα­τεία της Όπε­ρας, έμει­νε εντε­λώς γυ­μνή. «Αν έχει μεί­νει κα­νείς, τώ­ρα θα εμ­φα­νι­στεί σί­γου­ρα», σκέ­φτη­κε. Κα­νείς, όμως, δεν έσπευ­σε να επω­φε­λη­θεί και, αφού δεν την ήθε­λαν γυ­μνή, μπή­κε στο κα­λύ­τε­ρο μα­γα­ζί με γού­νες και φό­ρε­σε το ακρι­βό­τε­ρο παλ­τό. Αλ­λά, τί­πο­τα. Δρα­πε­τεύ­ο­ντας από τη νύ­χτα της πό­λης, απο­μα­κρύν­θη­κε απ’ αυ­τήν με το αυ­το­κί­νη­το, αφού προη­γου­μέ­νως σώ­ρια­σε κά­τω ένα πε­ρί­πτε­ρο με εφη­με­ρί­δες, γε­μά­τες ει­δή­σεις που δεν εν­διέ­φε­ραν πλέ­ον κα­νέ­ναν.
Τρέ­χο­ντας με εκα­τό, επέ­στρε­φε στην Ανα­το­λή ό,τι εί­χε απο­μεί­νει από την αν­θρω­πό­τη­τα, ό,τι εί­χε απο­μεί­νει από την με­τα­νά­στευ­ση του αν­θρώ­πι­νου εί­δους προς την αντί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση χι­λιά­δες χρό­νια πριν. Ήταν μια επι­στρο­φή στην εστία. Κι εκεί­νο το ύστα­το απο­μει­νά­ρι της αν­θρώ­πι­νης φυ­λής εί­χε κα­τε­βά­σει το καλ­σόν κά­τω από τα γό­να­τα για να μην το σκί­σει.

Μό­να­χο, Βιέν­νη, Βου­δα­πέ­στη. Με­γά­λω­ναν τα γέ­νια στις νε­κρές πό­λεις, το αυ­το­κί­νη­το της Σου­σά­να τρό­μα­ζε τις πέρ­δι­κες σε κά­θε πλα­τεία Όπε­ρας.
Τα ερεί­πια φέρ­νουν το φθι­νό­πω­ρο και τα που­λιά κε­λαη­δού­σαν πά­νω από την πό­λη όπως κε­λαη­δούν μο­νά­χα έναν βρο­χε­ρό Οκτώ­βρη.
Στα σπί­τια εί­χαν ξε­μεί­νει φυ­λα­κι­σμέ­νες οι μύ­γες και οι κου­του­λιές τους πά­νω στα τζά­μια ήταν θαρ­ρείς ένα ρο­λόι που δεν εί­χε ξε­κουρ­δι­στεί.
Στα κα­μπα­να­ριά οι κα­μπά­νες έμοια­ζαν με απαγ­χο­νι­σμέ­νες μπα­λα­ρί­νες.
Η Γη εί­χε πια απαλ­λα­γεί από τον πυ­ρε­τό και ξε­κου­ρα­ζό­ταν ήρε­μη. Γεν­νή­θη­καν δέ­ντρα και γεν­νή­θη­καν πέ­τρες. Κι­νή­θη­καν τα άψυ­χα και οι ήπει­ροι, δια­πι­στώ­νο­ντας πως δεν υπήρ­χε κα­νείς πια για να τις διορ­θώ­σει, άλ­λα­ξαν σχή­μα.
Οι χάρ­τες, στα έρη­μα σχο­λεία, απέ­κτη­σαν μια πα­τί­να πα­λιάς γκρα­βού­ρας. Ένα αστέ­ρι κα­τέ­βη­κε να βρέ­ξει τα άκρα του στη θά­λασ­σα.
Τό­τε η Αγ­γλία μπρο­στά στο χά­ος κοκ­κί­νι­σε, δεν άντε­ξε και βυ­θί­στη­κε στο νε­ρό.

Η Σου­σά­να έβγα­λε το σου­τιέν στη Βου­δα­πέ­στη και το άφη­σε έκ­θε­το στη δη­μο­σιά.
Σι­γά, σι­γά της εί­χε φύ­γει ο φό­βος και τώ­ρα δια­σκέ­δα­ζε το γορ­γό φευ­γιό της τρα­γου­δώ­ντας κου­πλέ του μπουλ­βάρ.
Έτσι, έφτα­σε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, όπου τα σκυ­λιά εί­χαν πε­θά­νει πά­νω στους τά­φους των Τούρ­κων λες και εί­χαν απο­κοι­μη­θεί: σε σχή­μα μι­σο­φέγ­γα­ρου.
Στο δρό­μο αυ­τό, που αναμ­φί­βο­λα βγά­ζει στην Ασία, οδή­γη­σε η Σου­σά­να το αυ­το­κί­νη­τό της. Στα μι­σά της γέ­φυ­ρας ανα­γκά­στη­κε να στα­μα­τή­σει. Ένα πο­δή­λα­το ήταν πε­σμέ­νο κα­τα­με­σής του δρό­μου. Ένας άντρας φού­σκω­νε το λά­στι­χο.

«Στην ηλι­κία σας θα ’πρε­πε να το ξέ­ρε­τε πως δεν κά­νει να εμπο­δί­ζου­με την κυ­κλο­φο­ρία» εί­πε η Σου­σά­να θυ­μω­μέ­νη. Ο άντρας στα­μά­τη­σε τη δου­λειά του και κοί­τα­ξε την κο­πέ­λα που ξέ­σπα­σε σε κλά­μα­τα και ρί­χτη­κε στην αγκα­λιά του.

Συ­νέ­χι­σαν μα­ζί το τα­ξί­δι. Η έρη­μος χα­μο­γε­λού­σε, σαν κά­ποιος που τα έχει δει όλα.
Ο άντρας, ένας κα­θη­γη­τής Ιστο­ρί­ας, έκα­νε αό­ρι­στες χει­ρο­νο­μί­ες. Ανέ­φε­ρε με­γά­λα, αθά­να­τα ονό­μα­τα, που ηχού­σαν αλ­λό­κο­τα μες σε κεί­νη την ερη­μιά. Εξή­γη­σε στη Σου­σά­να τον κύ­κλο των πο­λι­τι­σμών και εί­πε διά­φο­ρες εγκω­μια­στι­κές φρά­σεις για τους Έλ­λη­νες.
Η Σου­σά­να εί­χε μια πο­λύ πιο στε­νή αντί­λη­ψη για την αν­θρω­πό­τη­τα. Το με­γά­λο της εί­δω­λο ήταν μια ξα­δέρ­φη της, πα­ντρε­μέ­νη με έναν άντρα που με­θο­κο­πού­σε συ­νέ­χεια, ήταν, όμως, υπάλ­λη­λος στο Κτη­μα­το­λό­γιο. Εκεί­νη η ξα­δέρ­φη έκα­νε κά­τι κε­ντή­μα­τα που όμοιά τους δεν έβρι­σκες σε όλο το Πα­ρί­σι, κι αν πεις για να μα­ντά­ρει τους πό­ντους στα καλ­σόν, εκεί πια δεν την έπια­νε κα­μιά… Οι κου­βέ­ντες των δυο τε­λευ­ταί­ων αν­θρώ­πων έμε­ναν πί­σω από το αυ­το­κί­νη­το, πάλ­λο­νταν προς στιγ­μήν, πριν πέ­σουν τε­λι­κά κά­τω και ανα­κα­τευ­τούν με την άμ­μο.
Το λε­πτό τού­λι κολ­λού­σε πά­νω στο σώ­μα της Σου­σά­να από τον αέ­ρα.

«Δεν σας θλί­βει» συ­νέ­χι­σε εκεί­νη «να σκέ­φτε­στε ότι εί­μα­στε οι τε­λευ­ταί­οι;»
«Ίσως να υπάρ­χει λύ­ση» απά­ντη­σε ως αβρός καρ­διο­κα­τα­κτη­τής ο άντρας.
«Εξάλ­λου», πρό­σθε­σε με νό­η­μα, «οι έσχα­τοι έσο­νται πρώ­τοι».

Έπε­σε μια αμή­χα­νη σιω­πή φτά­νο­ντας στη συμ­βο­λή του Τί­γρη και του Ευ­φρά­τη. Εκεί έμει­ναν από βεν­ζί­νη.
Κά­θι­σαν κα­τά­χα­μα ψά­χνο­ντας θέ­μα­τα για συ­ζή­τη­ση, τα οποία ο άντρας έβρι­σκε με με­γα­λύ­τε­ρη ευ­κο­λία, λέ­γο­ντας κά­που, κά­που:

«Έτσι, που λέ­τε, αν εί­μα­στε οι τε­λευ­ταί­οι, εί­ναι επει­δή το θέ­λου­με, δε­σποι­νίς…».

Ίσως επει­δή η Σου­σά­να εί­χε αφή­σει το παλ­τό της στο αυ­το­κί­νη­το.
Και πά­νω στην ώρα, ήρ­θε ένας κύ­ριος με μα­κριά γε­νειά­δα και κα­λο­συ­νά­το πρό­σω­πο κι ένας άγ­γε­λος με πύ­ρι­νη ρομ­φαία από κο­ντά Του. Έρ­χο­νταν από τον επί­γειο Πα­ρά­δει­σο, που βρί­σκε­ται εκεί ακρι­βώς.
Η Σου­σά­να δεν τον ανα­γνώ­ρι­σε αμέ­σως.

«Ποιος εί­στε εσείς;» ήταν το πρώ­το που του εί­πε.

Ο Κύ­ριος ήταν χα­μο­γε­λα­στός, γε­μά­τος αγα­θή θέ­λη­ση.

«Τι κά­νε­τε εδώ;» ρώ­τη­σε, και η φω­νή του δη­μιούρ­γη­σε αντί­λα­λο εκεί που δεν υπήρ­χε.
«Κύ­ριε» τραύ­λι­σε ο άντρας «εγώ εί­μαι Γερ­μα­νός, λου­θη­ρα­νός. Η δε­σποι­νίς εί­ναι Γαλ­λί­δα και κα­θο­λι­κή. Εμείς…»

Ο Θε­ός τον διέ­κο­ψε ευ­γε­νι­κά:

«Θα μου επι­τρέ­ψε­τε να σας πω ότι δεν κα­τα­λα­βαί­νω τί­πο­τα απ’ αυ­τά. Θέ­λω να μά­θω τι γυ­ρεύ­ε­τε εσείς έξω από τον Πα­ρά­δει­σο, όπου εί­ναι πιο όμορ­φα και πιο ευ­χά­ρι­στα απ’ ό,τι στο ύπαι­θρο».

Ο άγ­γε­λος μπή­κε στη μέ­ση:

«Κύ­ριε, τους εκ­διώ­ξα­τε επει­δή έφα­γαν το μή­λο».

Θε­ός: «Ποιο μή­λο;»

Κι ο άγ­γε­λος, με ένα γρύ­λι­σμα: «Το μή­λο!»
Ο Θε­ός γέ­λα­σε κα­λο­κά­γα­θα και τους έσπρω­ξε μα­λα­κά, λέ­γο­ντάς τους:

«Κα­λά, κα­λά… Βλέ­πω ότι ερ­μη­νεύ­σα­τε πο­λύ αυ­στη­ρά τον κα­νο­νι­σμό. Μπεί­τε πά­λι, παι­διά μου, κι ού­τε γά­τα ού­τε ζη­μιά».

Ένα και­νούρ­γιο αε­ρά­κι φύ­ση­ξε ανα­ζω­ο­γο­νη­τι­κά στον πλα­νή­τη την ώρα που η Εύα μπή­κε ψά­χνο­ντας φρού­τα.

————————————————
Προ­δη­μο­σί­ευ­ση από τον τό­μο συλ­λο­γι­κής με­τά­φρα­σης με τί­τλο Το δι­ή­γη­μα σε χα­λε­πούς και­ρούς: Δι­η­γή­μα­τα της  Πρώ­ι­μης Φραν­κι­κής Πε­ριό­δου που πρό­κει­ται να κυ­κλο­φο­ρή­σει από τις εκδ. Carnívora» .

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: