Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο: «Όταν ανέτειλε το πρόσωπό σου…»

Όταν ανέτειλε το πρόσωπό σου…

Όταν ανέτειλε το πρόσωπό σου
πάνω απ’ την τσαλακωμένη μου ζωή
στην αρχή κατάλαβα μονάχα
πόσο όλα όσα είχα ήταν φτωχά.

Ύστερα, η ξεχωριστή του λάμψη
πάνω σε δάση, ποτάμια και πελάγη,
μου φανέρωσε τον κόσμο των χρωμάτων
όπου δεν είχα ακόμα μυηθεί.

Φοβάμαι, φοβάμαι τόσο,
μήπως κι η αναπάντεχη ανατολή του ήλιου σβήσει,
μήπως οι αποκαλύψεις, τα δάκρυα κι η έξαψη χαθούν,
μα τον φόβο αυτό δεν μπορώ ν’ αντιπαλέψω.

Το νιώθω, ο φόβος αυτός
είναι ο έρωτας. Τον τρέφω
εγώ, που δεν μπορώ τίποτε να θρέψω,
του έρωτα ο απρόσεκτος φρουρός.

Ο φόβος αυτός με περισφίγγει.
Οι στιγμές αυτές – το ξέρω – λίγο αντέχουν,
και τα χρώματα για μένα θα χαθούν
μόλις το πρόσωπό σου γείρει προς τη δύση.

[ 1960 ]

Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο: «Όταν ανέτειλε το πρόσωπό σου…»

Κλεί­νου­με όπως αρ­χί­σα­με (με Γε­φτου­σέν­κο) την φευ­γα­λέα μα­τιά στην ποί­η­ση μιας ξε­χα­σμέ­νης επο­χής, που μι­λά για τη χα­ρά και τον πό­νο του έρω­τα σ’ ένα κό­σμο που τον έχου­με εγ­γρά­ψει από μα­κριά ως άχα­ρο και συ­χνά βά­ναυ­σο. Εκεί όπου ο έρω­τας των αν­θρώ­πων ερ­χό­ταν να ανα­δει­χθεί σαν κά­τι εξαι­ρε­τι­κά πο­λύ­τι­μο και εύ­θραυ­στο και, μα­ζί με τον ηρω­ι­σμό τού να αντέ­χεις σε αλ­λό­κο­τες και σκλη­ρές αντι­ξο­ό­τη­τες, απο­τε­λού­σαν ίσως τα μό­να ση­μεία όπου μπο­ρού­σε να ανα­δυ­θεί η χά­ρις. Εί­ναι ίσως μια κα­λή πα­ρα­κα­τα­θή­κη η ποί­η­ση μιας τέ­τοιας επο­χής στις δι­κές μας γε­νιές, από την εδώ πλευ­ρά, που έζη­σαν σε γε­νι­κές γραμ­μές σ’ έναν πιο ανέ­με­λο κό­σμο, με πιο απλό­χε­ρα δο­σμέ­να τα δώ­ρα της χά­ρι­τος, για να φτά­σουν γε­ρα­σμέ­νες σε τού­τη την, από πολ­λές από­ψεις, δύ­σκο­λη επο­χή. Ιδιαί­τε­ρα τού­τες ακρι­βώς τις μέ­ρες. Σή­με­ρα. Ποια άλ­λη ευ­λο­γία μας έχει μεί­νει; Ας αντέ­ξου­με.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: