Μεφίστο: πέρα από τη γλυκερή δυσωδία του φασισμού

Κλάους Μαν, «Μεφίστο», μτφρ. Σοφία Αυγερινού, Έρμα 2019

Μεφίστο: πέρα από τη γλυκερή δυσωδία του φασισμού

Το έρ­γο του Klaus Mann, Με­φί­στο. Μυ­θι­στό­ρη­μα για μια στα­διο­δρο­μία, εξα­ντλη­μέ­νο εδώ και χρό­νια [1η μτ­φρ. στα ελ­λη­νι­κά Δ.Η. Ηλιό­που­λος, εκδ, Ευ­ρω­εκ­δο­τι­κή 1982] επα­να­κυ­κλο­φο­ρεί σε προ­σεγ­μέ­νη έκ­δο­ση: ένα κεί­με­νο ζω­ντα­νό χά­ρη στη ρέ­ου­σα γλώσ­σα της με­τα­φρά­στριας, Σο­φί­ας Αυ­γε­ρι­νού.

Ο Με­φί­στο συ­νι­στά ένα πο­λι­τι­κό κεί­με­νο. Διό­τι, αφε­νός εγ­γρά­φει μια ολό­κλη­ρη ιστο­ρία κρι­τι­κής της εξου­σί­ας –που σε ό,τι αφο­ρά τη λο­γο­τε­χνία ανα­νε­ώ­νε­ται μέ­σα από τη συ­νά­ντη­ση του φα­ου­στι­κού μύ­θου με τον Άμ­λετ– και αφε­τέ­ρου, σε επί­πε­δο ύφους, με­τα­γρά­φει τους όρους διε­ξα­γω­γής του πο­λι­τι­κού αγώ­να στον δο­κι­μα­στι­κό σω­λή­να της λο­γο­τε­χνι­κής ποι­η­τι­κής. Για τον Mann ο Με­φί­στο δεν συ­νι­στά μο­νά­χα ένα έρ­γο για τον φα­σι­σμό – «δεν εί­ναι μό­νο αυ­τό ή εκεί­νο». Λέ­γο­ντας τού­το, ο συγ­γρα­φέ­ας μοιά­ζει να δια­τυ­πώ­νει μια πρό­τα­ση ανά­γνω­σης και, κα­τά συ­νέ­πεια, συγ­γρα­φής ενός έρ­γου, πρό­τα­ση την οποία θα συ­νο­ψί­ζα­με ως «αντα­πο­κρί­σεις». Δα­νει­ζό­με­νοι τού­τη τη λέ­ξη από τον Baudelaire, επι­στρέ­φο­ντας στον Baudelaire μέ­σω του Klaus Mann (σσ. 94-95), δια­βά­ζου­με στη φρά­ση «δεν εί­ναι μό­νο αυ­τό ή εκεί­νο» μια αφο­ρι­στι­κή πε­ρι­γρα­φή της δια­δι­κα­σί­ας δη­μιουρ­γί­ας ως σύν­θε­σης των ενί­ο­τε αντι­νο­μι­κών στρω­μά­των της αφή­γη­σης.
Άλ­λω­στε το έρ­γο του Mann επι­λέ­γει ρη­τά τον δρό­μο των αντα­πο­κρί­σε­ων, μιας και εγ­γρά­φε­ται στην πα­ρά­δο­ση των έρ­γων εκεί­νων που συ­νο­μι­λούν με τον φα­ου­στι­κό μύ­θο. Οι ρί­ζες του ανι­χνεύ­ο­νται ήδη στους χρι­στια­νι­κούς χρό­νους, ενώ ο ίδιος ο μύ­θος μπο­ρεί να συν­δε­θεί με το ιστο­ρι­κό πρό­σω­πο του Georg Faust των τε­λών του 16ου αιώ­να – έναν εμ­βλη­μα­τι­κό αστρο­λό­γο και αλ­χη­μι­στή που «συ­νο­μο­λο­γεί» με τον διά­βο­λο. Ένα κεί­με­νο ανω­νύ­μου υπό τον τί­τλο Historia von Dr. Johann Fausten, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1587 από τον Johannes Spies, απο­τε­λεί μια από τις πρώ­τες πη­γές της φι­γού­ρας του Φά­ουστ και της ιστο­ρί­ας του. Το προ­α­να­φερ­θέν έρ­γο με­τα­φρά­ζε­ται στ’ αγ­γλι­κά και δρα­μα­το­ποιεί­ται από τον Christopher Marlowe. Η έκ­φρα­ση «φα­ου­στι­κός μύ­θος» απο­δί­δε­ται στον Burkhardt, αλ­λά όπως εί­ναι εύ­λο­γο οι πο­λυά­ριθ­μες ερ­μη­νεί­ες του εν λό­γω μύ­θου, ιδί­ως σε σχέ­ση με τη με­τα­γρα­φή του από τον Goethe, με­τα­το­πί­στη­καν από τον χώ­ρο της λο­γο­τε­χνί­ας και της με­λέ­της του πο­λι­τι­σμού προς κά­θε δυ­να­τή κα­τεύ­θυν­ση. Οι με­τα­γρα­φές από το κεί­με­νο του 1587 μέ­χρι τον Klaus Mann εί­ναι πολ­λές και δεν πε­ριο­ρί­ζο­νται στον χώ­ρο της λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρα­γω­γής. Μό­νο εν­δει­κτι­κά ανα­φέ­ρου­με τα ονό­μα­τα των Bulgakov, Bogdán, Gounod, Berlioz, (Thomas) Mann, Murnau…
Ο Με­φί­στο, κα­θώς δεν εξα­ντλεί­ται μό­νο στο ένα ή το άλ­λο, δεν μπο­ρεί να ιδω­θεί μό­νο με τα μά­τια. Ο αφη­γη­τής του Με­φί­στο δεν εμπι­στεύ­ε­ται τις φα­ντα­σμα­γο­ρι­κές ει­κό­νες. Απε­να­ντί­ας αξιώ­νει να τον αφου­γκρα­στού­με με όλες τις αι­σθή­σεις – ιδί­ως με την όσφρη­ση. Διό­τι, πράγ­μα­τι, άλ­λα βλέ­πουν τα μά­τια, άλ­λα γεύ­ο­νται τα χεί­λη κι άλ­λα πιά­νουν οι μύ­τες. Αλ­λά πώς αλ­λιώς να αφου­γκρα­στού­με κρι­τι­κά έναν κό­σμο που εμ­φα­νί­ζει στα μά­τια μο­νά­χα αυ­τό­μα­τα, μο­νά­χα πρό­ο­δο; Πρό­κει­ται, εν­δε­χο­μέ­νως, για μια δια­φυ­γή δί­χως δια­φυ­γή, για μια από­πει­ρα νοη­μα­το­δό­τη­σης των αι­σθή­σε­ων που τό­σο δια­ψεύ­στη­καν τυ­φλω­μέ­νες από έναν τυ­φλό λό­γο κι εξί­σου από μια τυ­φλή βού­λη­ση. Ο Mann, ένας από τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους Γερ­μα­νούς λο­γο­τέ­χνες του 20ού αιώ­να, αγω­νί­ζε­ται να επα­νε­φεύ­ρει τις αι­σθή­σεις, τις πιο απο­κοι­μι­σμέ­νες των αι­σθή­σε­ών μας, προ­κει­μέ­νου να απα­ντή­σει στη φα­ντα­σμα­γο­ρία ενός κό­σμου που οδη­γή­θη­κε στο αι­μα­το­κύ­λι­σμα και τον ολο­κλη­ρω­τι­σμό.

«Αυ­τοί οι στο­λι­σμέ­νοι και κα­λο­γυα­λι­σμέ­νοι άν­θρω­ποι εί­ναι τό­σο εύ­θυ­μοι που δεν γεν­νούν εμπι­στο­σύ­νη. Κι­νού­νται σαν μα­ριο­νέτ­τες – πα­ρά­ξε­να, σαν σπα­στι­κά […] σκόρ­πι­ζαν σύν­νε­φα τε­χνη­τής ευω­δί­ας, λες κι έπρε­πε να μην αφή­σουν ν’ ανα­δυ­θεί ένα άλ­λο άρω­μα – η θα­μπή, γλυ­κε­ρή δυ­σω­δία του αί­μα­τος» (σ. 13, 20).

Η μυ­ρω­διά του αί­μα­τος, που τεί­νει να απο­κρυ­φθεί με τρό­πο ανά­λο­γο των κα­λο­στη­μέ­νων σκη­νι­κών και των κα­λο­γυα­λι­σμέ­νων εν­δυ­μά­των, συ­νι­στά ένα σύμ­πτω­μα. Εί­ναι ο Αρι­στο­τέ­λης εκεί­νος που, πα­ρό­τι εκτι­μά την όσφρη­ση ως υπο­δε­έ­στε­ρη όλων των αι­σθή­σε­ων, φω­τί­ζει στην πε­ρί­πτω­ση του Με­φί­στο μια δυ­να­τό­τη­τα: να την κω­δι­κο­ποι­ή­σου­με ως στοι­χείο της λο­γο­τε­χνι­κής ποι­η­τι­κής και συ­νά­μα της σκια­γρά­φη­σης μιας επι­κεί­με­νης κα­τα­στρο­φής.[1] Στο Με­φί­στο εμ­φι­λο­χω­ρεί η υπο­ψία ότι η κα­τα­στρο­φή που έρ­χε­ται τεί­νει να υπερ­βεί τη θέα και τη γλυ­κε­ρή δυ­σω­δία του αί­μα­τος. Για την ακρί­βεια, η κα­τα­στρο­φή πρό­κει­ται να απο­κρυ­σταλ­λω­θεί ως μια ορι­σμέ­νη οσμή του κό­σμου, την οποία θα ήταν εν μέ­ρει δυ­να­τό να ψυλ­λια­στού­με εκ των προ­τέ­ρων, πριν από την ολο­κλη­ρω­τι­κή κυ­ριαρ­χία της.[2] Εξ ού τα συμ­πτώ­μα­τα τού­της της κα­τα­στρο­φής ανα­ζη­τού­νται δια­μέ­σου των οσμών, δη­λα­δή δια­μέ­σου –κα­τά τον Αρι­στο­τέ­λη– ανα­θυ­μιά­σε­ων κα­πνού από την επε­νέρ­γεια του θερ­μού και του ψυ­χρού, ανα­θυ­μιά­σε­ων ως εν δυ­νά­μει πυρ.[3] Επι­μέ­νο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο στη με­τα­φο­ρι­κή διά­στα­ση των προη­γού­με­νων αρά­δων θα λέ­γα­με ότι οι ανα­θυ­μιά­σεις κα­πνού πα­ρά­γο­νται στο με­ταίχ­μιο με­τα­ξύ του ψυ­χρού πο­λέ­μου, ήτοι της κοι­νω­νι­κής ει­ρή­νης, και του θερ­μού. Ή, ακό­μη, θα ήταν δυ­να­τό να θυ­μη­θεί κα­νείς τις ανα­θυ­μιά­σεις των κρε­μα­το­ρί­ων, που στα χρό­νια συγ­γρα­φής του έρ­γου, σχε­διά­ζο­νται, και εί­ναι το εν δυ­νά­μει πυρ που κα­τα­τρύ­χει τον συγ­γρα­φέα του Με­φί­στο μέ­σα στη ρευ­στό­τη­τα και την τυ­φλό­τη­τα της με­σο­πο­λε­μι­κής Γερ­μα­νί­ας (σσ. 240-241).

«Το βρο­με­ρό ψέ­μα τολ­μά­ει να εξου­σιά­ζει αυ­τή τη χώ­ρα. Βρυ­χά­ται στις αί­θου­σες συ­γκε­ντρώ­σε­ων, από τα μι­κρό­φω­να, από τις στή­λες των εφη­με­ρί­δων, από την οθό­νη του κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ανοί­γει το ζω­ώ­δες στό­μα του και από τα σα­γό­νια του βγαί­νει μια δυ­σω­δία σαν από πύ­ον και πα­νού­κλα. Αυ­τή η δυ­σω­δία διώ­χνει πολ­λούς από τη χώ­ρα τού­τη, εάν όμως εί­ναι ανα­γκα­σμέ­νοι να μεί­νου­νε, τό­τε η χώ­ρα γί­νε­ται γι’ αυ­τούς φυ­λα­κή – ένα κε­λί που βρο­μά­ει» (σσ. 264-265).

Οι ακρω­τη­ρια­σμέ­νες αι­σθή­σεις, αλ­λά και οι αι­σθή­σεις εκεί­νες που μι­λού­σαν μια γλώσ­σα άγνω­στη –όπως η όσφρη­ση–, γεν­νού­σαν τέ­τοια συ­ναι­σθή­μα­τα που ο Χέ­ντρικ, ο ήρω­ας που εν­σαρ­κώ­νει τον Με­φι­στο­φε­λή, «μπο­ρού­σε να πι­στεύ­ει πως ήταν ικα­νός ν’ αγα­πή­σει» (σ. 100), μα δεν ήταν, διό­τι το «βλέμ­μα του λο­ξό, αστρα­φτε­ρό και ακί­νη­το, έμει­νε καρ­φω­μέ­νο στο σκο­τά­δι, σαν να έψα­χνε απα­ντή­σεις σε ερω­τή­μα­τα πιε­στι­κά, την ανα­κού­φι­ση των αμ­φι­βο­λιών του και την ει­κό­να ενός μέλ­λο­ντος που το μο­να­δι­κό του νό­η­μα ήταν να τον κά­νει με­γά­λο» (σ. 70). Μα δεν ήταν μο­νά­χα ο Χέ­ντρικ εκεί­νος του οποί­ου οι αι­σθή­σεις και τα συ­ναι­σθή­μα­τα – η εξοι­κεί­ω­ση με τη δυ­σω­δία και την αδυ­να­μία ν’ αγα­πή­σει – παίρ­νουν μια τέ­τοια τρο­χιά. Στο μι­κρο­σκό­πιο της αφή­γη­σης ο Χέ­ντρικ με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε εν­δει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα μιας όχθης, μιας ορι­σμέ­νης πο­λι­τι­κής με­ρί­δας. Στο πλάι του φω­τί­ζε­ται κα­τά τρό­πο ανά­λο­γο «αυ­τή η κλί­κα των πλού­σιων σνομπ που αυ­το­α­πο­κα­λεί­ται κοι­νω­νία» και που «τον κο­λά­κευε: Για­τί εί­ναι ο άν­θρω­πος της μέ­ρας» (σ. 237). Στο πλάι του φω­τί­ζο­νται κι εκεί­νοι που ου­δέ­πο­τε κα­τά­φε­ρε ν’ αγα­πή­σει: η Μαύ­ρη Αφρο­δί­τη και ο φύ­λα­κας-άγ­γε­λός του, ο Ότο και ο Χανς Μί­κλας. Όμως, τα πά­θη και τα συ­ναι­σθή­μα­τα για τα οποία ο άν­θρω­πος της μέ­ρας δεν έβρι­σκε πως άξι­ζε τί­πο­τε να δια­κιν­δυ­νεύ­σει (σ. 174) πή­ραν την εκ­δί­κη­σή τους, αφού με­τα­μορ­φώ­θη­καν δια­δο­χι­κά σε ντρο­πή και αη­δία (σσ. 282, 290, 308).

«Ήταν φό­βος; Ήταν σχε­δόν αη­δία… Τώ­ρα μιάν­θη­κα, ήταν αυ­τό που έκ­πλη­κτος ένιω­θε ο Χέ­ντρικ. Τώ­ρα έχω στο χέ­ρι μου έναν λε­κέ που δεν πρό­κει­ται να ξε­φορ­τω­θώ πο­τέ… Τώ­ρα ξε­που­λή­θη­κα… Τώ­ρα ση­μα­δεύ­τη­κα!»

Ο Χέ­ντρικ Χέφ­γκεν, η δια­βο­λι­κή φι­γού­ρα μιας επο­χής στην οποία αφθο­νού­σε ο αντι­δρα­στι­σμός –ως διαρ­κής φό­βος για το μέλ­λον και ομι­χλώ­δες δέ­ος για το πα­ρελ­θόν (σσ. 119, 132)–, ονει­ρεύ­τη­κε να λυ­τρω­θεί μέ­σω μιας προ­σω­πι­κής κα­θό­δου στην Κό­λα­ση (σ. 167), αλ­λά επέ­λε­ξε να την πραγ­μα­το­ποι­ή­σει δη­μό­σια υπό το φως των προ­βο­λέ­ων, με το κα­τάλ­λη­λο αντί­τι­μο και υπο­στη­ρί­ζο­ντας την εξου­σία του Κά­τω Κό­σμου επί της γης (σ. 203).

Ο Χέ­ντρικ Χέφ­γκεν, που χει­ρο­κρο­τή­θη­κε και επευ­φη­μή­θη­κε από το πλού­σιο θε­α­τρό­φι­λο κοι­νό του Βε­ρο­λί­νου για τον Με­φί­στο, φτά­νει στο όριο που δεν υπερ­βαί­νε­ται, σε έναν ρό­λο που κα­τά το ήμι­συ μπο­ρεί να δια­σχί­σει. Εί­ναι η εκ­δί­κη­ση των πα­θών και των συ­ναι­σθη­μά­των που κα­ρα­δο­κεί, εί­ναι ο Άμ­λετ εκεί­νος στον οποίο δεν μπο­ρεί να επι­στρέ­ψει το σύμ­βο­λο του Κά­τω Κό­σμου. Εί­ναι ο Άμ­λετ, που μέ­νει άπρα­γος αλ­λά δεν ση­μα­δεύ­ε­ται από τη σά­πια ατμό­σφαι­ρα του βα­σι­λεί­ου της Δα­νί­ας. Εί­ναι ο Άμ­λετ που αντί να κά­νει το πέν­θος, νό­μο, πεν­θεί για την κυ­ριαρ­χία του νό­μου, πα­ρα­νο­μώ­ντας. Εί­ναι ο Άμ­λετ εκεί­νος που αι­σθά­νε­ται και πό­νο και οδύ­νη. Ο Άμ­λετ εί­ναι μια φο­βε­ρή ακο­λου­θία εν κι­νή­σει αντι­θέ­σε­ων, που τον ανα­βι­βά­ζει σε αντι­πα­ρά­δειγ­μα του τύ­που-συμ­βό­λου του Klaus Mann, διό­τι επι­πλέ­ον όχι μό­νο δια­κιν­δυ­νεύ­ει να αφα­νι­στεί, μα πράγ­μα­τι αφα­νί­ζε­ται.

Ο Χέ­ντρικ Χέφ­γκεν δεν μας εί­ναι ξέ­νος. Όπως δεν μας εί­ναι ξέ­νος και ο Χανς Μί­κλας. Ο τε­λευ­ταί­ος, μα­γε­μέ­νος από τις εθνι­κο­σο­σια­λι­στι­κές ρη­το­ρεί­ες, ασφυ­κτιώ­ντας στο πε­ρι­θώ­ριο των θε­α­τρι­κών πα­ρα­γω­γών στις οποί­ες με­γα­λουρ­γεί ο Χέφ­γκεν, αρ­γο­πε­θαί­νει με εκεί­νον τον απαί­σιο βή­χα που όσο κλι­μα­κώ­νε­ται βρί­σκει μια πα­ρά­δο­ξη πα­ραλ­λη­λία τό­σο με την άνο­δο των Να­ζί στην εξου­σία και τα τύ­μπα­να του πο­λέ­μου, όσο και με τη θλι­βε­ρή συ­νει­δη­το­ποί­η­ση της εξα­πά­τη­σης από την προ­πα­γάν­δα του εθνι­κο­σο­σια­λι­σμού. Εύ­κο­λα ανα­γνω­ρί­ζει κα­νείς τη συ­μπά­θεια και την κα­τα­νό­η­ση με την οποία με­τα­χει­ρί­ζε­ται ο Mann τον Μί­κλας, φτά­νο­ντας να ευ­θυ­γραμ­μι­στεί με τις θέ­σεις ενός άλ­λου ήρωα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, του κομ­μου­νι­στή Ότο. Με τον Χέ­ντρικ τα πράγ­μα­τα εί­ναι λι­γό­τε­ρο απλά. Διό­τι ως τύ­πος-σύμ­βο­λο ο Χέφ­γκεν δεν συ­νο­μο­λο­γεί μό­νο με το κα­κό: τού­το υπο­δη­λώ­νε­ται ήδη από τον τί­τλο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.

Στον υπό­τι­τλό του, όμως, «Μυ­θι­στό­ρη­μα για μια στα­διο­δρο­μία» [Roman einer Karriere] σκια­γρα­φεί­ται μια γραμ­μή συ­νέ­χειας που προη­γεί­ται και έπε­ται της εν­σάρ­κω­σης του Με­φί­στο. Η φι­γού­ρα του Χέφ­γκεν γί­νε­ται μια ει­κό­να στον κα­θρέ­φτη (που δεν αρ­κεί να σπά­σει), όπως ακό­μη μια ει­κό­να της Δη­μο­κρα­τί­ας της Βαϊ­μά­ρης στον δι­κό της συλ­λο­γι­κό κα­θρέ­φτη. Την ει­κό­να του Χέ­ντρικ Χέφ­γκεν δεν την ξε­φορ­τώ­νε­σαι εύ­κο­λα, μοιά­ζει να λέ­ει ο Mann μέ­σα από τις χει­ρο­νο­μί­ες της Μαύ­ρης Αφρο­δί­της, της βα­σα­νι­σμέ­νης και εξο­ρι­σμέ­νης από τους Να­ζί, νέ­γρας ερω­μέ­νης του ηθο­ποιού. Η Μαύ­ρη Αφρο­δί­τη, κα­θώς σκί­ζει και επα­να­συ­ναρ­μο­λο­γεί τη φω­το­γρα­φία του Χέ­ντρικ, απο­κα­λύ­πτει τη φο­βε­ρή ικα­νό­τη­τα του «αν­θρώ­που της μέ­ρας» να ρα­γί­ζει και να επα­να­συ­ναρ­μο­λο­γεί­ται δί­χως σο­βα­ρές απώ­λειες.

Το έρ­γο του Mann το­πο­θε­τεί­ται σε έναν με­ταιχ­μια­κό χρό­νο αφιε­ρώ­νο­ντας ένα σε­βα­στό τμή­μα της αφή­γη­σης στα πρώ­τα χρό­νια της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 όπου ελ­λο­χεύ­ει ο κίν­δυ­νος ανό­δου των Να­ζί στην εξου­σία ή, ει­πω­μέ­νο δια­φο­ρε­τι­κά, κυ­ριαρ­χεί η σκιώ­δης πα­ρου­σία τους στα πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα. Στον χρό­νο εκεί­νον, τα Φώ­τα αξιώ­νουν να φω­τί­σουν τα πά­ντα – εί­ναι κι αυ­τός ένας τρό­πος να εθε­λο­τυ­φλείς. Να για­τί μας επι­φυ­λάσ­σει ο Mann τό­σες επι­στρο­φές στην τυ­φλό­τη­τα και τον ακρω­τη­ρια­σμό των αι­σθή­σε­ων. Η μυ­ρω­διά της απο­σύν­θε­σης εί­ναι άλ­λης τά­ξε­ως από εκεί­νην του φω­τός και της σκιάς. Στη σκιά, στο σκιώ­δες πα­ρα­σκή­νιο της Δη­μο­κρα­τί­ας της Βαϊ­μά­ρης, δεν μπο­ρεί κα­νείς να κοι­τά­ξει ευ­θέ­ως με τα μά­τια. Η αλ­λη­γο­ρία του θε­ά­τρου εί­ναι ιδα­νι­κή. Διό­τι η τέ­χνη, όπως και η πο­λι­τι­κή στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Klaus Mann εί­ναι μό­νο σχε­τι­κά αυ­τό­νο­μες. Τό­σο η πο­λι­τι­κή σκη­νή, όσο και η θε­α­τρι­κή γί­νο­νται τό­ποι αντα­γω­νι­σμού υπο­κρι­τι­κής δει­νό­τη­τας, λαμ­βά­νο­ντας την ει­κό­να μιας κομ­μέ­νης γέ­φυ­ρας, η οποία λί­γο πριν την ορι­στι­κή απο­σύν­θε­ση της Δη­μο­κρα­τί­ας της Βαϊ­μά­ρης, απο­πει­ρά­ται να πλη­ρώ­σει κε­νά πο­λι­τι­κής συμ­φι­λί­ω­σης. Το θέ­α­τρο ανα­βι­βά­ζε­ται σε ιδα­νι­κή αλ­λη­γο­ρία στον βαθ­μό που θέ­τει το ερώ­τη­μα: Ποιος θε­α­τής έμα­θε να αφου­γκρά­ζε­ται το πα­ρα­σκή­νιο της θε­α­τρι­κής σκη­νής; Αφού τα πα­ρα­σκή­νια δεν προ­ο­ρί­ζο­νται για το βλέμ­μα του, ένας θε­α­τής του θε­ά­τρου της πο­λι­τι­κής χρειά­ζε­ται ν’ ανα­ζη­τή­σει νέ­ους τρό­πους ν’ αντι­λαμ­βά­νε­ται. Διό­τι αν πα­ρα­βλέ­ψει να το κά­νει, ο τύ­πος-σύμ­βο­λο του Χέ­ντρικ Χέφ­γκεν γί­νε­ται κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο από απλή προ­σω­πο­ποί­η­ση. Γί­νε­ται αυ­τό­μα­το πα­ρα­γω­γής των υπο­κει­μέ­νων εκεί­νων, που αντα­γω­νί­ζο­νται δη­μό­σια για την τε­λειό­τε­ρη ιδιώ­τευ­σή τους, για το τε­λειό­τε­ρο ιδιω­τι­κό τους κέρ­δος ανε­ξαρ­τή­τως προ­σχή­μα­τος. Άλ­λω­στε ο Χέφ­γκεν, με προ­θέ­σεις ή εφιάλ­τες που κα­θό­λου δεν προ­κα­λούν τη συ­μπά­θειά μας, επι­κα­λεί­ται με κά­θε ευ­και­ρία το Επα­να­στα­τι­κό Θέ­α­τρο.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: