Εορταστικό τριήμερο στα Εξάρχεια, Ι

Εορταστικό τριήμερο στα Εξάρχεια, Ι

Κα­μω­μα­τού Καλ­λι­δρο­μί­ου. Δέσποι­να Δερ­βε­νί­ων. Άχρα­ντη Αρα­χώ­βης. Μορ­φο­νιά Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Συν τα βι­βλία του Ντε­μπόρ (1) Stratégie και (2) Poésie. Επί­σης, ο Αγκά­μπεν ως βού­λη­ση, ως πα­ρά­στα­ση και ως Φί­λιπ­πος στο Κα­τά Ματ­θαί­ον του Πα­ζο­λί­νι. Κι ακό­μα, νε­ο­α­να­νε­ω­μέ­νο ξε­μυά­λι­σμα με τον Μπο­ντρι­γιάρ και τη Δια­φά­νεια του Κα­κού. Plus, νε­ο­α­να­νε­ω­μέ­νο ξε­μυά­λι­σμα με τον Ρο­λάν Μπαρτ και τα Αποσπάσμα­τα ενός Ερω­τι­κού Λό­γου. Να μην πα­ρα­λεί­ψει να ση­μειώ­σει/κα­τα­γρά­ψει το νε­ο­α­να­νε­ω­μέ­νο ξε­μυά­λι­σμα με τη μου­σι­κή (και δη με το The Protecting Veil) του σερ Τζον Τά­βε­νερ, κα­θώς και με τη μου­σι­κή (και δη το The Awakening) του Χρή­στου Χα­τζή. Να συ­μπε­ρι­λά­βει στα νε­ο­α­να­νε­ω­μέ­να ξε­μυα­λί­σμα­τα και το νε­ο­α­να­νε­ω­μέ­νο ξε­μυά­λι­σμα με την Αι­σθη­τι­κή της Σιωπής της Σού­ζαν Σό­νταγκ που εί­χε τη χα­ρά, την ωρι­μό­τη­τα (ποιος; αυ­τός; ο Οδυσ­σέ­ας Γε­ωρ­γί­ου; ωρι­μό­τη­τα; χα­χα­χα­χα­χα­χα!!!) να απο­κτή­σει και να δια­βά­σει ήδη τον Σε­πτέμ­βριο του 1980 όπως ση­μειώ­νε­ται στο κόκ­κι­νο αντί­τυ­πό του — με­τά­φρα­ση: Να­νά Ησα­ΐα, εκ­δό­σεις: Τραμ. Πε­ραι­τέ­ρω, επι­συμ­βαί­νει νε­ο­α­να­νε­ω­μέ­νο ξε­μυά­λι­σμα διαρ­κεί­ας με ένα εκτό­πλα­σμα που λαμ­βά­νει ολο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρα οστά και ολο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρη σάρ­κα (και τι σάρ­κα!). Ο Γε­ωρ­γί­ου μει­διά, ανά­βει τσι­γά­ρο, μει­διά εκ νέ­ου, μει­διούν και τα μά­τια του, βά­ζει πλώ­ρη για Au Revoir και για Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Η ζωή και η λια­κά­δα (μια μύ­χια λια­κά­δα, ασφα­λώς) μει­διούν στον Γε­ωρ­γί­ου. «Η ζωή δεν έχει πώ­μα».

Συλ­λαμ­βά­νει στρα­τη­γι­κές στι­βα­ρές. Σε κα­τά­στα­ση νη­φα­λί­ου μέ­θης (χαί­ρε, ω Συ­με­ών Γρη­γο­ριά­τη, χαί­ρε!) ο πο­λύ­τρο­πος Οδυσ­σέ­ας Γε­ωρ­γί­ου κα­τα­στρώ­νει σχέ­δια ενά­ντια στην ψευ­δο­ε­ορ­τα­στι­κή κα­τά­θλι­ψη Χρι­στουγ­γέ­νων / Πρω­το­χρο­νιάς /Φώ­των, ήδη από τις αρ­χές Νο­εμ­βρί­ου, διό­τι έχει τον νου του. Αν­θί­στα­ται θέ­το­ντας σε κα­τε­πεί­γου­σα εφαρ­μο­γή μια δια­λε­κτι­κή κραι­πά­λης/απο­χής, όπου δύο με­ρό­νυ­χτα κα­τα­νά­λω­σης ισχυ­ρών δό­σε­ων ουί­σκι, μπρά­ντι, τσί­που­ρου και βότ­κας εναλ­λάσ­σο­νται με τρία με­ρό­νυ­χτα από­λυ­της εγκρά­τειας, συν­δυα­σμέ­νης με τό­νω­ση μυα­λού και αι­σθή­σε­ων μέ­σω τζίν­σενγκ, τζίν­κο μπι­λό­μπα, σπι­ρου­λί­νας. Ακο­λου­θεί επί­σης μια θρυ­λι­κή, ήδη από τα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του 1970, Δί­αι­τα Τορ­νέ, πά­ει να πει πρό­γευ­μα: ρύ­ζι, δε­κα­τια­νό: ρύ­ζι, με­ση­με­ρια­νό: ρύ­ζι, και βρα­δι­νό: ρύ­ζι. Επί­σης: συ­στη­μα­τι­κό σκά­λι­σμα και με­θο­δι­κή ανα­κα­τά­τα­ξη της βι­βλιο­θή­κης, σχε­δια­σμός εκ νέ­ου του βι­βλί­ου που ετοι­μά­ζει πυ­ρε­τω­δώς για τους Βίτσ­γκεν­σταϊν / Μπέν­για­μιν / Ντε­μπόρ ως προ­πο­μπών του 21ου αιώ­να. Συν (για διά­λειμ­μα και ανά­παυ­λα): επι­νό­η­ση δια­φό­ρων ιλα­ρών περ­φόρ­μανς — ένας τύ­πος χο­ρο­πη­δά­ει σ᾽ ένα τρα­μπο­λί­νο ουρ­λιά­ζο­ντας με φαλ­στα­φι­κά γέ­λια ενώ δί­πλα του μια γι­γα­ντο­ο­θό­νη παί­ζει σκη­νές από την παι­δι­κή και εφη­βι­κή ηλι­κία του Γε­ωρ­γί­ου, φω­το­γρα­φί­ες από τον συλ­λο­γι­κό έκ­κε­ντρο και έκρυθ­μο βίο της Πα­λιο­πα­ρέ­ας, και ού­τω κα­θε­ξής, ενώ μια κα­τα­σκευή με σω­λή­νες νέ­ον ανα­βο­σβή­νει λέ­γο­ντας «Ό,τι Θυ­μά­μαι Χαί­ρο­μαι». Ο Γε­ωρ­γί­ου μει­διά, ανά­βει τσι­γά­ρο, μει­διά εκ νέ­ου, μει­διούν και τα μά­τια του, βά­ζει πλώ­ρη για Au Revoir και για Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Η ζωή και η λια­κά­δα (μια μύ­χια λια­κά­δα, ασφα­λώς) μει­διούν στον Γε­ωρ­γί­ου. «Η ζωή δεν έχει πώ­μα».

Κα­μω­μα­τού Καλ­λι­δρο­μί­ου. Δέσποι­να Δερ­βε­νί­ων. Άχρα­ντη Αρα­χώ­βης. Μορ­φο­νιά Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Ξέ­ρει από οδούς και αγυιάς, από σο­κά­κια και αλέ­ες, από λε­ω­φό­ρους και χω­μα­τό­δρο­μους, από καλ­ντε­ρί­μια και ασφάλ­τους, ο Οδυσ­σέ­ας (πολλῶν δ’ ἀνθρώ­πων ἴδεν ἄστεα καὶ νό­ον ἔγνω). Ξέ­ρει από φλα­νε­ρί και πε­ρι­πλά­νη­ση, ξέ­ρει από dérive. Ο Μη­τσά­κης λαν­σά­ρει, στον Αυ­τό­χει­ρα των Αθη­νών, το ρή­μα «φλα­νά­ρω». Ο Γε­ωρ­γί­ου λαν­σά­ρει, στα Συλ­λα­λη­τή­ρια στο Δω­μά­τιό μου, το ρή­μα ῾῾ντε­ρι­βά­ρω­᾽᾽. Ο Φι­λό­σο­φος Φλα­νέρ γρά­φει και εκ­δί­δει τη Λε­ω­φό­ρο ΝΑ­ΤΟ στην Κί­χλη. Ο Σκόρ­πιος Σκη­νο­θέ­της δη­μιουρ­γεί το αστι­κό γου­έ­στερν Θά­να­τος στην Πλα­τεία Κά­νιγ­γος, με­τα­φέ­ρο­ντας στο σε­λι­λόιντ ποι­ή­μα­τα του αεί­μνη­στου φί­λου μας, του Τά­σου Δε­νέ­γρη. ῾῾Η ευ­τυ­χία εί­ναι μια και­νούρ­για ιδέα στην Ευ­ρώ­πη­᾽᾽, δια­τει­νό­ταν (κά­πως αι­μα­τη­ρά, εί­ναι η αλή­θεια) ο Σαιν Ζυστ. Ο Γε­ωρ­γί­ου μει­διά, ανά­βει τσι­γά­ρο, μει­διά εκ νέ­ου, μει­διούν και τα μά­τια του, βά­ζει πλώ­ρη για Au Revoir και για Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Η ζωή και η λια­κά­δα (μια μύ­χια λια­κά­δα, ασφα­λώς) μει­διούν στον Γε­ωρ­γί­ου. «Η ζωή δεν έχει πώ­μα».

Συλ­λαμ­βά­νει στρα­τη­γι­κές στι­βα­ρές. Έξο­δος για προ­μή­θειες (τυ­ριά, αλ­λα­ντι­κά, ρύ­ζι / ρύ­ζι / ρύ­ζι, τσάι, κα­φές, τσι­γά­ρα, χαρ­τι­κά, βι­βλία, άν­θη/φυ­τά), εγκλει­σμός στο Νέο Άλα­μουτ, το απόρ­θη­το οχυ­ρό της Κυ­ψέ­λης, και στο Κου­κλό­σπι­το Κο­νά­κι, το απόρ­θη­το οχυ­ρό των Εξαρ­χεί­ων. Δύο απόρ­θη­τα οχυ­ρά εί­ναι κα­λύ­τε­ρα από ένα απόρ­θη­το οχυ­ρό, όπως θα έλε­γε και ο ντα­νταϊ­στής Κουρτ Σβίτ­τερς. Έξο­δος για προ­μή­θειες: μο­λύ­βια Palomino, ξύ­στρα Dux γερ­μα­νι­κής κα­τα­σκευ­ής, δύο τε­τρά­δια με ένα εκ­πλη­κτι­κό σχέ­διο μιας κου­κου­βά­γιας στο εξώ­φυλ­λο («το σού­ρου­πο, την ώρα που πε­τά­ει το που­λί της Θε­άς Αθη­νάς, η γλαύ­κα – το αγα­πη­μέ­νο μο­τί­βο του Χέ­γκελ, του αγα­πη­μέ­νου φι­λο­σό­φου του Ντε­μπόρ», δια­βά­ζει δυ­να­τά ο Γε­ωρ­γί­ου, και ανά­βει ακό­μα ένα τσι­γά­ρο), τσάι από τον Δρό­μο του Τσα­γιού, γκα­ρα­ντί, αλ­λα­ντι­κά και τυ­ριά από τον έξο­χο κύ­ριο Αγο­ρο­γιάν­νη, μια λε­μο­νιά & μια ελιά & πά­μπολ­λα κόκ­κι­να τρια­ντά­φυλ­λα από τον μπλου­ζί­στα αν­θο­πώ­λη της Φω­κί­ω­νος Νέ­γρη, τον λα­μπρό ψη­λο­λέ­λε­κα Στέ­φα­νο (ενώ προ­βάλ­λε­ται στην οθό­νη του νου του Γε­ωρ­γί­ου η σκη­νή από τον Λέ­νυ τον Βρο­μό­στο­μο, όπου ο Ντά­στιν Χόφ­μαν κα­τα­κλύ­ζει το δω­μά­τιο της Βα­λε­ρί Πε­ρέν με λου­λού­δια), μπα­τα­ρί­ες, εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νη ενη­μέ­ρω­ση της κά­βας του Νέ­ου Άλα­μουτ, βι­βλία από το Bookpaths και τον Ναυ­τί­λο (ανά­με­σά τους: Publishing Manifestos του Michalis Pichler, Debord / Time & Spectacle του Tom Bunyard, The William H. Gass Reader, Κεί­με­να / 1934-1940 του Μπέν­για­μιν, Οι Δυ­να­τό­τη­τες της Ελευ­θε­ρί­ας του Γιώρ­γου Σα­γκριώ­τη, Αν του Γιώρ­γου Μα­νιά­τη). Κι ακό­μα: και­νούρ­γιο ψα­λί­δι από τα Paraphernalia, διό­τι, όπως επέ­με­νε ο Μπά­ρο­ουζ, πλην της γρα­φο­μη­χα­νής απα­ραί­τη­τα ερ­γα­λεία του συγ­γρα­φέα εί­ναι το μα­γνη­τό­φω­νο, το σε­λο­τέιπ και το ψα­λί­δι. Ο Γε­ωρ­γί­ου μει­διά, ανά­βει τσι­γά­ρο, μει­διά εκ νέ­ου, μει­διούν και τα μά­τια του, βά­ζει πλώ­ρη για Au Revoir και για Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Η ζωή και η λια­κά­δα (μια μύ­χια λια­κά­δα, ασφα­λώς) μει­διούν στον Γε­ωρ­γί­ου. «Η ζωή δεν έχει πώ­μα».

Κα­μω­μα­τού Καλ­λι­δρο­μί­ου. Δέσποι­να Δερ­βε­νί­ων. Άχρα­ντη Αρα­χώ­βης. Μορ­φο­νιά Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Τα­βέρ­νες, κι­νη­μα­το­γρά­φοι, βι­βλιο­πω­λεία, εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, πε­ρι­πλα­νή­σεις ως το ξη­μέ­ρω­μα, αντι­κα­τα­θλι­πτι­κή στρα­τη­γι­κή, η Λε­γε­ώ­να των Φί­λων, Πει­να­λέ­ων, Ιδε­ο­δρό­μιο, Gutenberg, Φαρ­φου­λάς, Πα­νελ­λή­νιον, Λέ­ο­ναρντ Κο­έν, Νικ Κέιβ, Θά­νος Μι­κρού­τσι­κος, φλα­νε­ρί, ξα­νά και ξα­νά, το ρή­μα «φλα­νά­ρω», το ρή­μα «ντε­ρι­βά­ρω», η λέ­ξη «ία­σις», ο βί­ος ως κή­πος, ο βί­ος ως κοι­νω­νι­κή κι­νη­τι­κό­τη­τα, ως βί­ος ως η εκά­στο­τε κου­ζί­να, ο βί­ος ως κο­κτέιλ από χαρ­τί / βι­νύ­λιο / σε­λι­λόιντ, η δια­λε­κτι­κή Λα­βύ­ριν­θος/Σκα­κιέ­ρα, το άν­θος εντελ­βάις, η Polaroid του πα­τέ­ρα, ο πα­τέ­ρας ως το 80% της μπάν­κας, ο μα­κα­ρί­της Χρή­στος Λετ­το­νός στο Εναλ­λάξ (Μαυ­ρο­μι­χά­λη 139), η φρά­ση του νε­α­ρού Ντε­μπόρ από επι­στο­λή στον Άσγκερ Γιορν, την 1η Σε­πτεμ­βρί­ου του 1957, “il faut créer tout de suite une nouvelle légende à notre propos’’) που εί­ναι πα­νο­μοιό­τυ­πη/με­τε­στραμ­μέ­νη η φρά­ση του νε­α­ρού Χέ­γκελ, από ένα κεί­με­νο του 1796, «μας χρειά­ζε­ται μια νέα μυ­θο­λο­γία» [müssen eine neue Mythologie haben], η φρά­ση «Ό,τι χρώ­μα κι αν έχουν τα μά­τια μας, το βλέμ­μα μας εί­ναι πά­ντα γα­λά­ζιο». Ο Γε­ωρ­γί­ου μει­διά, ανά­βει τσι­γά­ρο, μει­διά εκ νέ­ου, μει­διούν και τα μά­τια του, βά­ζει πλώ­ρη για Au Revoir και για Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Η ζωή και η λια­κά­δα (μια μύ­χια λια­κά­δα, ασφα­λώς) μει­διούν στον Γε­ωρ­γί­ου. «Η ζωή δεν έχει πώ­μα».

[ Συ­νε­χί­ζε­ται εις το επό­με­νον ]

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: