Ο Θάνος πάει στα καράβια

Ο Θάνος Μικρούτσικος με τον Γ.Β. Μονεμβασίτη
Ο Θάνος Μικρούτσικος με τον Γ.Β. Μονεμβασίτη

Οκτώ­βρης του 1983 ήταν, θυ­μά­μαι. Το τη­λέ­φω­νο χτυ­πού­σε επί­μο­να. Σή­κω­σα το ακου­στι­κό και άκου­σα από την άλ­λη άκρη της γραμ­μής τη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή και προ­σφι­λή φω­νή του Γιάν­νη Πε­τρί­δη. Με­τά το κα­λη­μέ­ρι­σμα μου εί­πε: «Γιώρ­γο, έχω ένα ιδιαί­τε­ρο και εν­δια­φέ­ρον θέ­μα για το πε­ριο­δι­κό. Νο­μί­ζω ότι εί­σαι ο μό­νος που μπο­ρείς να το χει­ρι­στείς σω­στά. Ο Θά­νος Μι­κρού­τσι­κος κυ­κλο­φό­ρη­σε μό­λις δυο δια­φο­ρε­τι­κούς δί­σκους. Και τους κυ­κλο­φό­ρη­σε την ίδια μέ­ρα. Οπωσ­δή­πο­τε ελ­λη­νι­κή πρω­το­τυ­πία και πι­στεύω και πα­γκό­σμια. (σ.σ. ήταν όντως πα­γκό­σμια, όπως δια­πι­στώ­σα­με αρ­γό­τε­ρα με τον Γιάν­νη. Ο σπου­δαί­ος Bruce Springsteen τόλ­μη­σε κά­τι ανά­λο­γο, σχε­δόν δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ωστό­σο, όταν εξέ­δω­σε την ίδια μέ­ρα, 31η Μαρ­τί­ου 1992, τα δι­σκο­γρα­φή­μα­τά του Human Tuch και Lucky Town). Σου στέλ­νω τους δί­σκους του Μι­κρού­τσι­κου, άκου­σέ τους και κα­νό­νι­σε να τον συ­να­ντή­σεις για να μά­θεις το πως και το τι. Γρά­ψε το τη­λέ­φω­νό του».
Όταν πα­ρέ­λα­βα τους δί­σκους και τους άκου­σα κα­τά­λα­βα τι εν­νο­ού­σε ο Γιάν­νης. Ήταν δυο δί­σκοι όχι μό­νον δια­φο­ρε­τι­κοί με­τα­ξύ τους, αλ­λά δια­φο­ρε­τι­κοί και από αυ­τούς που εί­χαν ήδη κα­τα­ξιώ­σει τον Θά­νο. Ο Γέ­ρος της Αλε­ξάν­δρειας/Ιχνο­γρα­φία ήταν το όνο­μα του πρώ­του, Αρα­πιά για λί­γο πά­ψε να χτυ­πάς με το σπα­θί το όνο­μα του δεύ­τε­ρου. Και οι δύο με την ετι­κέ­τα της CBS. Με τον πρώ­το μας δί­δα­ξε, εκτός των άλ­λων, ότι ο ατρα­γού­δι­στος Κα­βά­φης τρα­γου­διέ­ται, με τον δεύ­τε­ρο, εκτός των άλ­λων, ότι ένα τρα­γού­δι, το «Κα­κό­η­θες με­λά­νω­μα», μπο­ρεί στη συ­ναυ­λια­κή του μορ­φή να με­τα­μορ­φω­θεί μέ­σω των αυ­το­σχε­δια­σμών συ­ναρ­πα­στι­κά. Τού­το το τε­λευ­ταίο συ­νέ­χι­σε να το δι­δά­σκει σε όλες τις αλη­σμό­νη­τες συ­ναυ­λί­ες του, χω­ρίς, όμως, να κά­νει κα­τά­χρη­ση του αυ­το­σχε­δια­σμού, κα­θι­στώ­ντας τον αυ­το­σκο­πό. Ταυ­τό­χρο­να σε όσους εί­χα­με πα­ρα­κο­λου­θή­σει την μέ­χρι τό­τε πο­ρεία αυ­τού του σπου­δαί­ου Ια­νού της ελ­λη­νι­κής μου­σι­κής (λό­γιες συν­θέ­σεις και λαϊ­κά τρα­γού­δια), τα δυο ηχο­γρα­φή­μα­τα του 1983, απο­κά­λυ­πταν και έναν τρί­το ... μέ­σο δρό­μο. Για αυ­τόν ο ίδιος ο Θά­νος εί­χε επι­νο­ή­σει τον όρο «έρ­γα εν­διά­με­σου χώ­ρου».

Σύ­ντο­μα τη­λε­φώ­νη­σα στον Θά­νο: «Κα­λη­μέ­ρα, ο κύ­ριος Μι­κρού­τσι­κος;» «Ναι, ο ίδιος» ήταν η απά­ντη­ση. «Γιώρ­γος Μο­νεμ­βα­σί­της ονο­μά­ζο­μαι, ασχο­λού­μαι δη­μο­σιο­γρα­φι­κά με τη μου­σι­κή και θα ήθε­λα...» Δεν με άφη­σε να συ­νε­χί­σω «Βρε μπα­γά­σα, εσύ δεν εί­σαι;» Τον δια­βε­βαί­ω­σα ότι ήμουν εγώ και συ­νέ­χι­σε: «Δια­βά­ζω αυ­τά που γρά­φεις, ακούω τις εκ­πο­μπές σου στο Τρί­το και ήμουν σί­γου­ρος ότι ήσου­να εσύ, ο πα­λιός μου συμ­μα­θη­τής! Εί­χα και εγώ σκο­πό να επι­κοι­νω­νή­σω μα­ζί σου και να κα­νο­νί­σου­με συ­νά­ντη­ση. Λέ­γε, τι έχεις να κά­νεις τώ­ρα. Αν δεν έχεις κά­τι σο­βα­ρό, έλα αμέ­σως». Ήταν πρωί, δεν εί­χα κά­τι το επεί­γον, κί­νη­σα για να τον συ­να­ντή­σω στη διεύ­θυν­ση που μου έδω­σε – στα Βρι­λήσ­σια έμε­νε τό­τε.
Στη δια­δρο­μή σκε­φτό­μουν τη γνω­ρι­μία μας. Φθι­νό­πω­ρο του 1962. Εί­χα έλ­θει στην Αθή­να από το Γύ­θειο για να πα­ρα­κο­λου­θή­σω μα­θή­μα­τα πρα­κτι­κής κα­τεύ­θυν­σης στο γυ­μνά­σιο, μια και τμή­μα πρα­κτι­κό στη γε­νέ­τει­ρά μου δεν υπήρ­χε. Έμε­να στα Πα­τή­σια και γρά­φτη­κα στην έκτη τά­ξη του 8ου Γυ­μνα­σί­ου, που βρι­σκό­ταν στην οδό Νι­κο­πό­λε­ως. Ιστο­ρι­κό, εμ­βλη­μα­τι­κό Γυ­μνά­σιο, το πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρο τό­τε της χώ­ρας. Η έκτη τά­ξη πρα­κτι­κού –ήταν οκτα­τά­ξια, ακό­μη τό­τε κα­τ’ όνο­μα τα γυ­μνά­σια– στην οποία φοί­τη­σα εί­χε, αν θυ­μά­μαι κα­λά, οκτώ τμή­μα­τα! Η κα­τά­τα­ξη  των μα­θη­τών σε αυ­τά ήταν, φυ­σι­κά, αλ­φα­βη­τι­κή. Οι πρω­τευου­σιά­νοι μα­θη­τές σνό­μπα­ραν κα­τά κά­ποιο τρό­πο τους νε­ο­φερ­μέ­νους επαρ­χιώ­τες. Έτσι τα επαρ­χιω­τά­κια κά­να­με πα­ρέα πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τα­ξύ μας. Τό­τε λοι­πόν γνω­ρί­στη­κα με τον Θά­νο, μια και εί­μα­στε στο ίδιο τμή­μα: Μι­κρού­τσι­κος, Μο­νεμ­βα­σί­της, αλ­φα­βη­τι­κά εί­πα­με. Εί­μα­στε και συ­νο­μή­λι­κοι, δυο πε­ρί­που μή­νες με­γα­λύ­τε­ρός του εγώ. Εί­χε έλ­θει από την Πά­τρα εκεί­νη την επο­χή και έμε­νε στην Κυ­ψέ­λη. Η πα­ρέα μας πε­ριο­ρι­ζό­ταν στα δια­λείμ­μα­τα για­τί τό­τε μα­θή­μα­τα, φρο­ντι­στή­ρια ... Που να πε­ρισ­σέ­ψει χρό­νος... Υπήρ­ξε, ωστό­σο, ένα πε­ρι­στα­τι­κό, από το οποίο δια­πι­στώ­σα­με ότι η μου­σι­κή ήταν κοι­νή μας αγά­πη.
Σε ένα από τα δια­γω­νί­σμα­τα του Φε­βρουα­ρί­ου το τμή­μα μας εί­χε το­πο­θε­τη­θεί στην αί­θου­σα τε­λε­τών του Γυ­μνα­σί­ου, για να κα­θό­μα­στε πιο αραιά. Κα­θώς ο κα­θη­γη­τής με τα θέ­μα­τα εί­χε κα­θυ­στε­ρή­σει, ο Θά­νος ανέ­βη­κε στη σκη­νή και εξε­ρευ­νώ­ντας την ανα­κά­λυ­ψε πί­σω από κά­τι κουρ­τί­νες ένα όρ­θιο πιά­νο. Κά­θι­σε σε μια κα­ρέ­κλα και άρ­χι­σε να παί­ζει. Ακού­γο­ντάς τον όρ­μη­σα στη σκη­νή στά­θη­κα δί­πλα στο πιά­νο και τον άκου­γα μα­γε­μέ­νος. Τον διέ­κο­ψε ο κα­θη­γη­τής που ήρ­θε με τα θέ­μα­τα, μας επέ­πλη­ξε μά­λι­στα που εί­χα­με ανε­βεί στη σκη­νή χω­ρίς άδεια. Έκτο­τε μι­λού­σα­με με το Θά­νο σε κά­θε ευ­και­ρία για μου­σι­κή. Ήρ­θε το κα­λο­καί­ρι, χω­ρί­σα­με. Δεν ξα­να­ντα­μώ­σα­με, όμως, τον Σε­πτέμ­βρη, μια και κα­θώς η αδελ­φή μου εί­χε πε­τύ­χει στην Αρ­χι­τε­κτο­νι­κή με­τα­κο­μί­σα­με στα Εξάρ­χεια ώστε να εί­ναι πιο κο­ντά στη σχο­λή της και εγώ πιο κο­ντά στο φρο­ντι­στή­ριο. Στου Σαβ­βα­ΐ­δη, στην Πλα­τεία Κά­νι­γκος εί­χα γρα­φτεί, το δε νέο μου Γυ­μνά­σιο ήταν το 5ο, στην οδό Τσα­μα­δού, απ’ όπου και πή­ρα απο­λυ­τή­ριο. Ο Θά­νος συ­νέ­χι­σε στο 8ο κι έτσι χα­θή­κα­με. Στο Πα­νε­πι­στή­μιο ο Θά­νος, στο Πο­λυ­τε­χνείο εγώ, οι φοι­τη­τι­κές δια­δρο­μές μας δεν συ­να­ντή­θη­καν. Τον θυ­μό­μου­να, όμως, και όταν άρ­χι­σε να γί­νε­ται γνω­στός ήμουν σί­γου­ρος ότι ήταν αυ­τός. Όταν μά­λι­στα έμα­θα ότι εί­μα­στε συ­νο­μή­λι­κοι, έπα­ψαν και οι όποιες ελά­χι­στες αμ­φι­βο­λί­ες. Ήθε­λα να τον συ­να­ντή­σω, δεν έτυ­χε όμως. Εί­χα πα­ρα­κο­λου­θή­σει κά­ποια συ­ναυ­λία του με πρω­το­πο­ρια­κά έρ­γα, θυ­μά­μαι, πριν το τέ­λος της δε­κα­ε­τί­ας 1970-80, στην Ελ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νι­κή Ένω­ση, υπο­χρε­ώ­θη­κα, όμως, να φύ­γω λί­γο πριν το τέ­λος της για­τί κά­που με πε­ρί­με­ναν κι έτσι δεν τον συ­νά­ντη­σα.

Όταν έφτα­σα στο δια­μέ­ρι­σμά του στα Βρι­λήσ­σια, λί­γο πριν το με­ση­μέ­ρι ήταν, με υπο­δέ­χτη­κε με αγκα­λιές και φι­λιά, σαν να μην εί­χε πε­ρά­σει τό­σος χρό­νος. Εί­κο­σι ολά­κε­ρα χρό­νια ήταν αυ­τά. Γνώ­ρι­σα εκεί και τη γλυ­κύ­τα­τη Ει­ρή­νη. Την κου­βέ­ντα μας για όλα όσα εί­χαν συμ­βεί στον κα­θέ­να μας τα εί­κο­σι αυ­τά χρό­νια, αλ­λά και για το χτες, το σή­με­ρα και το αύ­ριο της μου­σι­κής, διέ­κο­ψε το με­ση­με­ρια­νό γεύ­μα και το βρα­δι­νό δεί­πνο! Έφυ­γα τε­λι­κά πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα, χω­ρίς να έχου­με πει κου­βέ­ντα για εκεί­να που υπήρ­ξαν αφορ­μή για τη συ­νά­ντη­σή μας!!! Ξα­να­πή­γα για το σκο­πό αυ­τό με­τά λί­γες μέ­ρες. Έφυ­γα, όμως, εκεί­νο το βρά­δι με το μυα­λό και την ψυ­χή γε­μά­τα και στα χέ­ρια πο­λύ­τι­μο δώ­ρο ένα δί­σκο που ο Θά­νος αγα­πού­σε ιδιαί­τε­ρα, γι’ αυ­τό τον διά­λε­ξε και μου τον προ­σέ­φε­ρε, με τρυ­φε­ρή αφιέ­ρω­ση για το ξα­να­ντά­μω­μά μας. Ήταν το ξε­χω­ρι­στό έρ­γο του Ευ­ρι­πί­δης IV.

Έκτο­τε δεν ξα­να­ντα­μώ­σα­με απλώς πολ­λές φο­ρές. Συ­νο­δοι­πο­ρή­σα­με σε πολ­λά όμορ­φα κι ωραία. Τυ­χε­ρός νοιώ­θω για αυ­τά. Δεν μπο­ρώ να πι­στέ­ψω ότι οι ανα­μνή­σεις μου από αυ­τόν τε­λειώ­νουν εδώ.

Ο Θά­νος ήταν ένας αντιε­ξου­σια­στής που έγι­νε εξου­σία. Όχι με την πο­λι­τι­κή έν­νοια του όρου. Εξου­σί­α­σε με τη μου­σι­κή του. Αλ­λά και σε όποια θέ­ση πο­λι­τι­κής ή πο­λι­τι­στι­κής εξου­σί­ας βρέ­θη­κε προ­σέ­φε­ρε τα μέ­γι­στα με τις ιδέ­ες, την απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα και το δυ­να­μι­σμό του. Ας ανα­λο­γι­στού­με μό­νο το ΕΚΕ­ΒΙ, κρί­μα που δεν υπάρ­χει πια, και τη θέ­σπι­ση της μο­νι­μό­τη­τας των μου­σι­κών των κρα­τι­κών συ­νό­λων που «υπέ­γρα­ψε» ως υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού, επι­λύ­ο­ντας θέ­μα­τα που χρό­νι­ζαν.

Η προ­σφο­ρά του στη μου­σι­κή μέ­σα από το έρ­γο του εί­ναι πραγ­μα­τι­κά δυ­σμέ­τρη­τη. Θα μπο­ρού­σε κα­νείς να γρά­φει γι’ αυ­τήν και η γρα­φή του τε­λειω­μό να μην έχει. Από τα τό­σα επι­ση­μαί­νω δυο ση­μα­ντι­κά θέ­μα­τα, στα οποία δεν γί­νο­νται ιδιαί­τε­ρες ανα­φο­ρές.
Ο Θά­νος έδω­σε την πιο πει­στι­κή απά­ντη­ση στο ερώ­τη­μα για την ανα­γκαιό­τη­τα με­λο­ποί­η­σης της ποί­η­σης. Ο Ρί­τσος, ο Κα­βά­φης και ο Καβ­βα­δί­ας το πι­στο­ποιούν. Ο Θά­νος απε­νο­χο­ποί­η­σε το ζεϊ­μπέ­κι­κο και το τσι­φτε­τέ­λι, με­τα­τρέ­πο­ντάς τα από χο­ρούς της πί­στας σε ρυθ­μούς με συ­ναυ­λια­κή υπό­στα­ση («Ερω­τι­κό» – Άλ­κης Αλ­καί­ος, «Πί­στα από φώ­σφο­ρο» – Λί­να Νι­κο­λα­κο­πού­λου).

Ο Θά­νος έφυ­γε. Όλοι ξέ­ρου­με λί­γο-πο­λύ που πή­γε μια και το δή­λω­νε συ­χνά: Πή­γε στα κα­ρά­βια. Κα­λό τα­ξί­δι να ‘χεις φί­λε κι αδελ­φέ μου. Σε ευ­χα­ρι­στού­με, σε ευ­γνω­μο­νού­με, για τα πολ­λά που μας δί­δα­ξες, για τα πολ­λά που μας χά­ρι­σες.

Υ.Γ. Ένα από τα πολ­λά που μας ένω­ναν με τον Θά­νο ήταν η αγά­πη μας για τις γά­τες.


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: