Άδωνις – Άναλις: Μια αλληλογραφία «υπό το φως του χρόνου»

Ο Δ.Τ. Άναλις και ο Πήτερ Χάντκε στο καφέ Μπραζίλιαν της Αθήνας (Μάρτιος 2000)
Ο Δ.Τ. Άναλις και ο Πήτερ Χάντκε στο καφέ Μπραζίλιαν της Αθήνας (Μάρτιος 2000)
Analis Adonis2

Ει­σα­γω­γι­κό ση­μεί­ω­μα:

Ένα ανοι­ξιά­τι­κο –αλ­λά αρ­κού­ντως χει­μω­νιά­τι­κο ακό­μη– πα­ρι­σι­νό βρά­δυ του 1998, στην οδό Lourmel του πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κού 15ου Δια­με­ρί­σμα­τος, τρεις φί­λοι συγ­γρα­φείς δει­πνούν στο λι­βα­νέ­ζι­κο εστια­τό­ριο «al-Wadi» με αρα­βι­κούς με­ζέ­δες και κρα­σί.
Και οι τρεις κα­τοι­κούν στο Πα­ρί­σι: ο [πρό­σφα­τα βρα­βευ­μέ­νος με το Νο­μπέλ] αυ­στρια­κός Πέ­τερ Χά­ντ­κε στα νο­τιο­δυ­τι­κά προ­ά­στια της πό­λης, ο σύ­ρος Άδω­νις σ’ ένα βο­ρειο­δυ­τι­κό προ­ά­στιό της και ο έλ­λη­νας Άνα­λις στην Porte d’Auteuil του 16ου Δια­με­ρί­σμα­τος. Και οι τρεις κου­βα­λούν μιαν εσω­τε­ρι­κή ρωγ­μή: ο Χά­ντ­κε έχει σλο­βε­νι­κό αί­μα από τη μη­τέ­ρα του, ο Άδω­νις έχει απο­ποι­η­θεί το αρα­βι­κό του όνο­μα για να εν­δυ­θεί ένα όνο­μα μυ­θι­κό, ενώ ο Άνα­λις, αν και γεν­νη­μέ­νος στην Αθή­να, έχει επι­λέ­ξει ως γλώσ­σα γρα­φής τη γαλ­λι­κή. Και οι τρεις μι­λούν σαν «πα­λιοί γνώ­ρι­μοι», αλ­λά ο πε­ζο­γρά­φος Χά­ντ­κε αφή­νει να μι­λούν πε­ρισ­σό­τε­ρο οι δύο ποι­η­τές από τη Με­σό­γειο, προ­τι­μώ­ντας να πα­ρα­κο­λου­θεί τους πα­ράλ­λη­λους μο­νο­λό­γους τους στη γαλ­λι­κή: «ο Σύ­ρος [εκ­φρά­ζε­ται] με την κυ­ριαρ­χι­κό­τη­τα [ενός] με­γα­λύ­τε­ρου αδελ­φού», ενώ «ο Έλ­λη­νας, αν και όχι πο­λύ νε­ό­τε­ρος, με τον ζή­λο του μα­θη­τευό­με­νου». Πλην όμως, ο τε­λευ­ταί­ος φα­ντά­ζει ενί­ο­τε «από­κο­σμος» ή ορ­γι­σμέ­να ανα­στα­τω­μέ­νος ένα­ντι του σύ­ρου ποι­η­τή, που δια­τη­ρεί μες στη με­λαγ­χο­λι­κή του σω­φρο­σύ­νη ένα εί­δος «πε­φω­τι­σμέ­νη[ς] διαύ­γεια[ς]».[1]
Αυ­τό που συν­δέ­ει ή τέ­μνει ενί­ο­τε τα λό­για τους εί­ναι «μια αί­σθη­ση επεί­γο­ντος, μια απε­γνω­σμέ­νη άμυ­να, μια προ­σπά­θεια οριο­θέ­τη­σης απέ­να­ντι στην επί­και­ρη “νέα τά­ξη των πραγ­μά­των” […] στους τό­πους κα­τα­γω­γής»[2] τους. Στο τέ­λος της βρα­διάς, ο Χά­ντ­κε θα τους προ­τεί­νει να δώ­σουν στα λό­για τους την «πρό­σθε­τη διά­στα­ση της συγ­γρα­φής» και εκεί­νος να τα με­τα­φρά­σει.
Έτσι θα προ­κύ­ψει, μες στο κα­λο­καί­ρι της ίδιας χρο­νιάς, η ανταλ­λα­γή δε­κα­ο­κτώ επι­στο­λών με­τα­ξύ του Άδω­νι και του Άνα­λι, από τις 15 Ιου­νί­ου έως τις 15 Σε­πτεμ­βρί­ου 1998. Ο Χά­ντ­κε θα με­τα­φρά­σει την αλ­λη­λο­γρα­φία τους στα γερ­μα­νι­κά και ο αυ­στρια­κός εκ­δο­τι­κός οί­κος Jung und Jung θα την εκ­δώ­σει τρία χρό­νια με­τά, με γε­νι­κό τί­τλο Unter dem Licht der Zeit. Briefwechsel (Υπό το φως του χρό­νου. Αλ­λη­λο­γρα­φία, 2001)· ένα χρό­νο, δη­λα­δή, πριν κυ­κλο­φο­ρή­σει το γαλ­λι­κό πρω­τό­τυ­πο από τις εκ­δό­σεις Obsidiane, με γε­νι­κό τί­τλο Amitié, Temps & Lumière. Lettres de la Μéditerranée (Φι­λία, Χρό­νος & Φως. Γράμ­μα­τα από τη Με­σό­γειο, 2002).

Στα χρό­νια που ακο­λου­θούν, ο έλ­λη­νας ποι­η­τής θα αντι­με­τω­πί­σει σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα υγεί­ας, γε­γο­νός που εξη­γεί εν μέ­ρει την αρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση των επι­στο­λών, επτά χρό­νια με­τά, από τις εκ­δό­σεις Λι­βά­νη (2009). Πα­ρό­λο που η ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση με­τα­γρά­φει πι­στά τον τί­τλο του πρω­το­τύ­που, θα προ­τι­μή­σω να υιο­θε­τή­σω τον γερ­μα­νι­κό τί­τλο της επι­στο­λο­γρα­φί­ας, για­τί η Δύ­ση, όπου κα­τοι­κούν οι δύο αλ­λη­λο­γρά­φοι, «εί­ναι, κα­τά βά­θος, μια σχέ­ση χώ­ρου-χρό­νου», αλ­λά στις πα­τρί­δες τους η δυα­δι­κή σχέ­ση αυ­τή με­ταλ­λάσ­σε­ται σε «φως-χρό­νος», κα­θώς όλοι –θε­οί και Θε­ός– γί­νο­νται «συ­νέ­νο­χοι του φω­τός».[3]

Οι δια­λο­γι­σμοί των δύο αλ­λη­λο­γρά­φων, που τους ενώ­νουν κοι­νές κα­τα­βο­λές κά­τω από το απη­νές φως της Με­σο­γεί­ου, συν­δέ­ουν με­τα­ξύ τους «στιγ­μές»[4]
βιώ­μα­τα-«πε­ρά­σμα­τα» από τον ένα τό­πο στον άλ­λον όπου δια­βιούν ή τα­ξι­δεύ­ουν, για­τί «ο χρό­νος της Με­σο­γεί­ου ήταν, και πα­ρα­μέ­νει, η αιω­νιό­τη­τα και η στιγ­μή», δη­λα­δή, το προ­νό­μιο μιας βρα­δύ­τη­τας που «ση­μαί­νει να παίρ­νεις την ίδια κα­τεύ­θυν­ση με τον χρό­νο».[5] Κι αν αλη­θεύ­ει ότι το «να μι­λάς για ευ­τυ­χία ή δυ­στυ­χία κά­τω από τον ήλιο κα­τα­λή­γει ένα και το αυ­τό», εί­ναι εξί­σου αλη­θές ότι οι δύο αλ­λη­λο­γρά­φοι αδυ­να­τούν να φα­ντα­στούν «παι­δι­κή ηλι­κία μα­κριά από τις ακτές της [Με­σο­γεί­ου], νε­ό­τη­τα χω­ρίς τον ερω­τι­σμό […] και τη μυ­ρω­διά που τη χα­ρα­κτη­ρί­ζουν, θά­να­το χω­ρίς την αξιο­πρέ­πεια που προ­σφέ­ρει το σπα­θί του ήλιου απέ­να­ντι στο[ν] χρό­νο».[6]

Αγα­πη­τέ [μου][7] Άδω­νι,

Η Αθή­να –και μα­ζί της όλη η Ελ­λά­δα– ζει στον ρυθ­μό των εμ­μο­νών της: οι­κο­δο­μή και ζωή έξω. Το χτί­σι­μο ενός με­γά­λου και γε­ρού σπι­τιού –αλ­λά όλες οι κα­τα­σκευ­ές εί­ναι άσχη­μες όταν δεν σέ­βο­νται το[ν] τόπ[ο]– εί­ναι η έμ­μο­νη ιδέα του Έλ­λη­να που [τρέ­μει] το κε­νό, τον ελεύ­θε­ρο χώ­ρο. Εί­ναι αδύ­να­τον να βρει κα­νείς σε αυ­τή τη χώ­ρα μια θέ­ση ή ένα μέ­ρος ελεύ­θε­ρο, πα­ρά μό­νο στη θά­λασ­σα, αν κι εκεί­νη κα­τα­κλύ­στη­κε από τα γρή­γο­ρα κρις κραφτ που την ορ­γώ­νουν προς [κά­θε] κατ[εύ­θυν­ση] για τη [δια­σκέ­δα­ση] της ενό­χλη­σης – αλ­λά μπο­ρεί κα­νείς να δια­τα­ρά­ξει τη θα­λάσ­σια τά­ξη; Μα­ζί μ’ αυτ[ά][,] υπάρ­χει και η μα­νιώ­δης ανά­γκη κι­νού­με­νων και θο­ρυ­βω­δών ει­κό­νων, από τις οποί­ες τρέ­φο­νται οι γε­νιές των επα­να­στα­τη­μέ­νων [ένα­ντι] της σιω­πής. Κα­μιά φο­ρά, σκέ­φτο­μαι πως θέ­λουν να θά­ψουν στον θό­ρυ­βο και στην ατα­ξία έναν κό­σμο που δεν θέ­λουν ή δεν μπο­ρούν να κα­τα­λά­βουν. Ού­τε η φρε­νί­τι­δα ού­τε η [βα­ναυ­σό­τη­τα] απο­τε­λούν σκο­πό γ[ι’] αυ­τούς, πα­ρά μέ­σο, [κα­θώς] δεν δια­θέ­τουν πολ­λά μέ­σα για να δια­δη­λώ­σουν τη σύγ­χυ­σή τους μπρος στην άνο­δο [μια]ς βί­ας που κω­φεύ­ει σε κά­θε [έκ­κλη­ση], μέ­σα σ’ έναν κό­σμο άκρως ναρ­κισ­σι­στι­κό. Βα­ραί­νουν ακό­μα [τα] ατέ­λειω­τα χρό­νια, [κα­τά] τα οποία οι χει­ρό­τε­ρες θρη­σκεί­ες και οι χει­ρό­τε­ροι κα­τα­κτη­τές [συ­να­σπί­στη­καν] για να τους κά­ψουν τη γλώσ­σα.
Ενά­μι­σης αιώ­νας ελευ­θε­ρί­ας με πε­ριο­ρι­στι­κούς όρους[,] ύστε­ρα από τέσ­σε­ρις αιώ­νες τουρ­κι­κής κα­τα­πί­ε­σης[,] δεν αρ­κεί. Γι’ αυ­τό φω­νά­ζου­με, κου­νά­με χέ­ρια [και] πό­δια, για να ξε­μου­διά­σου­με τα μέ­λη μας από τις αλυ­σί­δες – κι αυ­τό δεν εί­ναι μό­νο [μια] ει­κό­να.
[Ατε­λεί­ω­τα] προ­ά­στια – τί θα ήταν [άρα­γε] οι ακτές της Με­σο­γεί­ου χω­ρίς αυ­τό το φως που τις [δεί­χνει] ακό­μα πιο γυ­μνές με τα απαί­σια κτί­ριά τους; Αυτ[ό] τ[ό] ερώ­τη[μα] δεν θα [το θέ­σουν] πο­τέ όσοι πι­στεύ­ουν στην πρό­ο­δο, για­τί δεν εί­ναι ικα­νοί να [απο]δε­χτούν τον άν­θρω­πο. Εδώ ανε­χό­μα­στε όλ[α] τ[α] ερωτ[ήμα­τα] και αυ­τό μας κά­νει ικα­νούς, εμάς που κα­τα­γό­μα­στε από το αί­μα των πο­λυ­θεϊ­σμών, να ξα­ναρ­χί­ζου­με το[ν] διά­λο­γο με τον κό­σμο.
Απέ­να­ντι από το δια­μέ­ρι­σμα όπου μέ­νω, σ’ ένα δρό­μο που δεν εί­ναι πια ο ίδιος για­τί η μνή­μη εγκα­τέ­λει­ψε τη γει­το­νιά και σχε­δόν όλη την πό­λη, [κα­τε­δα­φί­ζουν το σπί­τι όπου] άρ­χι­σα να μα­θαί­νω γαλ­λι­κά και το αδιαί­ρε­το της γλώσ­σας με […] τ[η] ζω[ή] – [δη­λα­δή], να εί­μαι ελεύ­θε­ρος.
Οι πα­τρί­δες μας, οι χώ­ρες που μας εί­δαν να γεν­νιό­μα­στε, πα­ρα­μορ­φώ­νο­νται και οι ίδιες [·] στ[ο] πρό­σωπ[ό] τους δεν εγ­γρά­φε­ται πια η μοί­ρα μας. Σι­γά σι­γά εντάσ­σο­νται σ’ ένα σύ­νο­λο που με­τα­τρέ­πε­ται σε τυ­χε­ρό παι­χνί­δι. Δεν υπάρ­χουν πια σταυ­ρο­δρό­μια και όλα αρ­χί­ζουν [απ’ την αρ­χή]. [Έχου­με μπει] σε μια πε­ρί­ο­δο όπου πι­στεύ­ου­με ότι τα πά­ντα εί­ναι δυ­να­τά και με­ρι­κά γε­γο­νό­τα τεί­νουν να το επι[κυ­ρώ]σουν. Το κα­λύ­τε­ρο γί­νε­ται έμ­βλη­μα· τα υπό­λοι­πα αμνη­σία.

Ο φί­λος σου,

Δη­μή­τρης

Υγ. Όσο περ­νούν τα χρό­νια, υπάρ­χει όλο και λι­γό­τε­ρος ήλιος στους δρό­μους της Αθή­νας [,] ολο­έ­να λι­γό­τε­ρη σκιά.


Κα­σα­μπίν, 15 Ιου­λί­ου 1998

Αγα­πη­τέ [μου] Δη­μή­τρη,

Επα­νέρ­χο­μαι στις επι­στο­λές σου. Σ[τέ­κο­μαι] κυ­ρί­ως [σ]τις πα­ρα­τη­ρή­σεις σου για τη Με­σό­γειο, κοι­νή [μας] θά­λασ­σα και μη­τέ­ρα. Ανα­ρω­τιέ­μαι[,] όμως: υπάρ­χει πράγ­μα­τι με­σο­γεια­κή αι­σθη­τι­κή, και πώς εκ­δη­λώ­νε­ται; Υπάρ­χει [μια] με­σο­γεια­κή ποι­η­τι­κή ευαι­σθη­σία, και πώς μπο­ρού­με να την ορί­σου­με; Τί κοι­νό υπάρ­χει ανά­με­σα στις ακτές της Με­σο­γεί­ου και τί δια­φο­ρε­τι­κό;
[Κα­κό­μοι­ρη] Με­σό­γειος – ο εξα­να­γκα­σμός της να [ξε]πλέ­νει τις ακτές της δεν τις έκα­νε πα­ρά ακό­μα πιο σά­πιες. Γύ­ρω σκορ­πί­ζο­νται τ’ ακο­νι­σμέ­να δό­ντια της ρη­το­ρι­κής[,] [που] δεν μα­σούν πα­ρά μο­λύ­βι. [Όμοια] με κύ­μα­τα [που] οι άν­θρω­ποι σκο­ντά­φτουν πά­νω τους, με το ένα δε­κα­νί­κι στη­ριγ­μέ­νο στο στε­ρέ­ω­μα και το άλ­λο να [συ­νο­μι­λεί] στον ενι­κό με τ[ους] [σο­βά­δες]. Ό,τι ονο­μά­ζου­με «αυ­γή» δεν φτά­νει σ’ αυ­τούς πα­ρά φορ­τω­μέ­νο με τα νε­κρά νε­ο­γέν­νη­τα που έρι­ξε [κά­τω] η ου­ρά­νια μη­τέ­ρα.

Ακτές: χεί­λη μα­ρα­μέ­να από τη φλυα­ρία για την παι­δι­κή ηλι­κία στις εστί­ες του αλα­τιού. Κα­μιά φο­ρά[,] μου φαί­νε­ται ότι οι «κοι­νές» ακτές [μας] δεν εί­ναι […] πα­ρά ένα τε­ρά­στιο σού­ρου­πο από αν­θρώ­πι­να κε­φά­λια.
Αλ­λά [πώς] να [δια]φύ­γεις, ω ποι­η­τή – ω τα­ξι­διώ­τη; Πώς να σε αθω­ώ­σου­με γι’ αυ­τά τα κύ­μα­τα, να [ξε]πλύ­νου­με τα χέ­ρια σου από το [ανα­κα­τω­μέ­νο με] αυ­τά αί­μα – όχι [μό­νο] το αί­μα της γέν­νη­σης, αλ­λά […] [και] του θα­νά­του;
Εί­ναι σί­γου­ρο, ω ποι­η­τή, ότι τα με­σο­γεια­κά σύν­νε­φα αφιε­ρώ­νουν το σώ­μα τους μό­νο στους μη­ρούς των αστε­ριών, και ότι αυ­τό το υγρό που ονο­μά[ζου­με] «βρο­χή» χύ­νει μό­νο τον ιδρώ­τα του μα­κρι­νού τα­ξι­διού που έ[κα­ναν] οι πρό­γο­νοί μας στην έρη­μο του πα­γκό­σμιου χώ­ρου. Για­τί λοι­πόν οι επα­να­στά­σεις κυο­φό­ρη­σαν σ’ αυ­τές τις ακτές […] [γεν­νώ­ντας] μό­νο νε­κρο­τα­φεία ; Τί­πο­τε άλ­λο δεν απο­μέ­νει στον ήλιο, λοι­πόν, πα­ρά να φο­ρέ­σει ζώ­νη αγνό­τη­τας; Η κλη­ρο­νο­μιά [εγκλω­βί­ζε­ται] στον εαυ­τό της; Εδώ [δεν] ζού­με και [δεν] σκε­φτό­μα­στε πα­ρά […] μέ­σω […] αό­ρα­των όντων. Εδώ η Ιστο­ρία πή­ρε τη μορ­φή του Κύ­κλω­πα, ο Χρό­νος το βά­δι­σμα του στρα­τιώ­τη […] που υπη­ρε­τεί [κα­τ’ ανά­γκην] σ’ [ένα] άδειο στρα­τώ­να. Δεν βλέ­πεις τού­τα τα βου­νά [των] ιδε­ών που κου­βα­λά­ει […] το κε­φά­λι μιας μο­να­δι­κής μυ­στι­κής λέ­ξης; Και η [σ]κέ­ψη, αυ­τή η επι­το­μή εγ­χει­ρι­δί­ου κυ­κλο­φο­ρί­ας που σε μα­θαί­νει μό­νο να εμπο­δί­ζεις το πέ­ρα­σμα; Για­τί [άρα­γε] τα ποι­ή­μα­τα, που [έλ­κο­νται από] τους ου­ρα­νούς μας, μοιά­ζουν πλα­νή­τες με σκυμ­μέν[η] πλάτ[η];
Κοί­τα και τους διάτ­το­ντες αστέ­ρες πά­νω από την Ανα­το­λή [·] δεν βλέ­πεις ότι παίρ­νουν, με τη σει­ρά τους, τ[ο] σκο­τειν[ό] [χρώ­μα] του με­τάλ­λου;

Να[,] λοι­πόν[,] οι κοι­νές μας ακτές:

Κύ­μα­τα που ρα­ντί­ζουν με αλα­τι­σμέ­νο άρω­μα τη θη­λυ­κό­τη­τα της γης· από πά­νω δε­σπό­ζει το αστέ­ρι τ[ης] [βρα­διάς], ο θρό­νος του, που φυ­λάσ­σε­ται από τον άγ­γε­λο των [απο­βλή­των], ανα­γο­ρεύ­ε­ται σε δεύ­τε­ρο Αδάμ-γε­νάρ­χη μιας φυ­λής που παί­ζει τη ζωή της στην κι­θά­ρα του θα­νά­του.
Σαν να ετοι­μα­ζό­ταν εκεί μια [ιδιά­ζου­σα] αλ­χη­μεία για να [απο]κοι­μί­σει τον [άνε­μο].
Αν εί­ναι τέ­τοιες οι ακτές μας, αγα­πη­τέ μου Δη­μή­τρη –στην κα­θε­μιά τους επι­πλέ­ουν πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιας Οφη­λί­ες–, πρέ­πει να σου πω[,] όμως[,] [ότι] στο [θε­ω­ρείο] του Άμ­λετ δεν δια­κρί­νω από ‘δω πα­ρά μό­νο τη σκιά [ενός] Κα­ΐς.[[8]]
Σε χαι­ρε­τώ από αυ­τή την ακτή τη δι­κή μας, [που] θα αγκα­λιά­σεις σύ­ντο­μα, από την πό­λη όπου γεν­νή­θη­κα, την Ου­γκα­ρίτ,[9] μη­τέ­ρα του αλ­φα­βή­του. Σε χαι­ρε­τώ[,] ενώ η νύ­χτα ξε­κου­μπώ­νει ήδη τα αστέ­ρια και να [‘μαι που στή­νω αυ­τί] στα βή­μα­τά της τα στοι­χειω­μέ­να από ένα [θό­ρυ­βο σαν] […] κου­δού­νι­σμα, ακού­γο­ντας τον θό­ρυ­βο [που κά­νει] τ[ο] κύμ[α], [κα­θώς ξε­γε­λιέ­ται] δια­βά­ζο­ντας τη θά­λασ­σα.

Ο φί­λος σου,

Άδω­νις

Άδω­νις – Δη­μή­τρης Άνα­λις, Φι­λία, Χρό­νος και Φως – Γράμ­μα­τα από τη Με­σό­γειο, μτ­φρ. Μα­νώ­λης Πι­μπλής, εκδ. Λι­βά­νη 2009

σσ. 17-19, 21-24.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: