Το «σωστό» και το «λάθος» στη γλώσσα

Haralabakis

Η νε­ο­ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, όπως κά­θε γλώσ­σα, εξε­λίσ­σε­ται διαρ­κώς πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τις κοι­νω­νι­κές, οι­κο­νο­μι­κές, πο­λι­τι­κές και πο­λι­τι­στι­κές αλ­λα­γές που συμ­βαί­νουν στην κοι­νω­νία, δια­πί­στω­ση την οποία ορι­σμέ­νοι δεν θέ­λουν να πα­ρα­δε­χτούν. Στο δια­δί­κτυο κυ­κλο­φο­ρούν εκα­το­ντά­δες άρ­θρα με θέ­μα «Γλωσ­σι­κά λά­θη», «Επι­ση­μάν­σεις ποι­κί­λων γραμ­μα­τι­κών και εκ­φρα­στι­κών λα­θών», κ.τ.ό., συ­χνά όμως οι ανα­πα­ρα­γό­με­νες «οδη­γί­ες και συμ­βου­λές» των υπο­τι­θέ­με­νων ει­δι­κών στη­ρί­ζο­νται σε εσφαλ­μέ­νη βά­ση. Πρό­κει­ται κα­τά κα­νό­να για μο­νό­πλευ­ρες και ατεκ­μη­ρί­ω­τες θέ­σεις, χω­ρίς το απα­ραί­τη­το θε­ω­ρη­τι­κό υπό­βα­θρο. Το «σω­στό» και το «λά­θος» στη γλώσ­σα έχει σχε­τι­κή αξία, όπως θα φα­νεί από την αντί­κρου­ση των πα­ρα­κά­τω υπο­δεί­ξε­ων.

1. Το ουσ. λά­θος δεν μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως επι­θε­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός: λαν­θα­σμέ­νη άπο­ψη (και όχι: λά­θος άπο­ψη).

Το ου­σια­στι­κό λά­θος χρη­σι­μο­ποιεί­ται ευ­ρύ­τα­τα ως επί­θε­το κυ­ρί­ως στον προ­φο­ρι­κό λό­γο. Συγ­γνώ­μη, πή­ρα λά­θος νού­με­ρο θα αντα­πα­ντή­σει κά­ποιος στο άγνω­στο πρό­σω­πο που σή­κω­σε το τη­λέ­φω­νο. Από την αφη­ρη­μά­δα μου πή­ρα λά­θος λε­ω­φο­ρείο θα πει κά­ποιος αυ­θόρ­μη­τα. Αν πει: Πή­ρα λαν­θα­σμέ­νο λε­ω­φο­ρείο θα βά­λει τα γέ­λια όποιος το ακού­σει.

2. Κα­κώς χρη­σι­μο­ποιού­νται αδό­κι­μες λέ­ξεις όπως: νε­ο­λαί­ος, πι­σω­γύ­ρι­σμα, αντι­πα­λό­τη­τα κλπ.

Για­τί εί­ναι αδό­κι­μες οι λέ­ξεις αυ­τές; Οι νε­ο­λαί­οι του κόμ­μα­τος θα πού­με, όχι οι νέ­οι. Το πι­σω­γύ­ρι­σμα ανή­κει στον προ­φο­ρι­κό λό­γο, εκτός του ότι πα­ρα­πέ­μπει σε συ­γκε­κρι­μέ­νο κομ­μα­τι­κό λε­ξι­λό­γιο. Θα δια­γρά­ψου­με με μια μο­νο­κο­ντυ­λιά την αντι­πα­λό­τη­τα επει­δή δεν αρέ­σει σε κά­ποιον η λέ­ξη; Η χρη­σι­μό­τη­τά της φαί­νε­ται με μια πρώ­τη μα­τιά στο σχε­τι­κό λήμ­μα του Χρη­στι­κού Λε­ξι­κού της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γλώσ­σας της Ακα­δη­μί­ας Αθη­νών, Αθή­να 2014: Εθνι­κό Τυ­πο­γρα­φείο. [εφε­ξής Χρ­Λεξ]

αντι­πα­λό­τη­τα [ἀντι­πα­λό­τη­τα] α-ντι-πα-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {αντι­πα­λο­τήτ-ων}: αντα­γω­νι­σμός, σύ­γκρου­ση, αντι­πα­ρά­θε­ση: αιώ­νια/θρη­σκευ­τι­κή/ιδε­ο­λο­γι­κή/πο­λι­τι­κή ~. Πα­ρα­δο­σια­κή ~ με­τα­ξύ δύο χω­ρών. Μί­σος και ~ (πβ. εχθρο­πά­θεια). Κλί­μα/σχέ­ση ~ας. ~ες, πά­θη και εντά­σεις. Επί­λυ­ση των ~ων. Πβ. αντι­ζη­λία, δια­μά­χη, εχθρό­τη­τα. Βλ. -ότη­τα.

[< γαλλ. rivalité]

3. Δέ­σμη μέ­τρων (και όχι: πα­κέ­το), εκ­δο­χή πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων (και όχι: σε­νά­ριο).

Η υπό­δει­ξη να απο­φεύ­γου­με την έκ­φρα­ση πα­κέ­το μέ­τρων υπο­δη­λώ­νει άγνοια των ση­μα­σιο­λο­γι­κών αλ­λα­γών που έχει υπο­στεί η λέ­ξη πα­κέ­το, οποία δεν ση­μαί­νει μό­νο «τυ­πο­ποι­η­μέ­νη συ­σκευα­σία, συ­νήθ. με τη μορ­φή μι­κρού χάρ­τι­νου κου­τιού». Έχει απο­κτή­σει τη με­τα­φο­ρι­κή ση­μα­σία (βλ. Χρ­Λεξ) «σύ­νο­λο στοι­χεί­ων που συν­δέ­ο­νται με­τα­ξύ τους, δέ­σμη»: ασφα­λι­στι­κό πα­κέ­το.

Η λε­ξι­κή σύ­να­ψη εκ­δο­χή πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων εμ­φα­νί­ζει πο­λύ χα­μη­λή συ­χνό­τη­τα σε σχέ­ση με τα σε­νά­ρια πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων. Ο συν­δυα­σμός σε­νά­ρια εκλο­γών πα­ρου­σιά­ζει στο Google 46.600, ενώ οι εκ­δο­χές εκλο­γών 0 πα­ρα­δείγ­μα­τα (28.9.2018). Αν ενο­χλεί το σε­νά­ριο, διε­ρω­τώ­μαι πώς θα πού­με το δι­δα­κτι­κό/εκ­παι­δευ­τι­κό σε­νά­ριο το οποίο αξιο­ποιεί τις Τε­χνο­λο­γί­ες της Πλη­ρο­φο­ρί­ας και της Επι­κοι­νω­νί­ας και έχει ανοί­ξει νέ­ους δρό­μους στη μα­θη­σια­κή δια­δι­κα­σία.

4. Απο­φεύ­γου­με ξέ­νες λέ­ξεις και εκ­φρά­σεις, όταν υπάρ­χουν αντί­στοι­χες ελ­λη­νι­κές: κα­ριέ­ρα (στα­διο­δρο­μία), σα­μπο­τάζ (δο­λιο­φθο­ρά), ίματζ (ει­κό­να, εντύ­πω­ση), πρε­στίζ (κύ­ρος), γκλά­μουρ (σα­γή­νη, αί­γλη), σνο­μπά­ρω (πε­ρι­φρο­νώ, υπο­τι­μώ), μί­τινγκ (συ­νά­ντη­ση), κουλ (ψύ­χραι­μος), τιμ (ομά­δα), πρό­τζεκτ (έρ­γο, με­λέ­τη), ντι­ζάιν (σχέ­διο).

Όλες οι πα­ρα­πά­νω λέ­ξεις έχουν εν­σω­μα­τω­θεί στο λε­ξι­λό­γιο της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής και δεν εί­ναι πά­ντα εύ­κο­λο, αλ­λά ού­τε και χρειά­ζε­ται, να τις απο­φεύ­γου­με.

Κα­ριέ­ρα εί­ναι βέ­βαια η στα­διο­δρο­μία, επο­μέ­νως οι δύο λέ­ξεις ταυ­τί­ζο­νται κα­τά κά­ποιον τρό­πο σε ορι­σμέ­να συ­γκεί­με­να (λα­μπρή κα­ριέ­ρα/στα­διο­δρο­μία), στα πε­ρισ­σό­τε­ρα όμως δια­φο­ρο­ποιού­νται. Στα σώ­μα­τα κει­μέ­νων της Ακα­δη­μί­ας Αθη­νών η κα­ριέ­ρα εμ­φα­νί­ζε­ται 5 φο­ρές συ­χνό­τε­ρα απ’ ό,τι η στα­διο­δρο­μία. Ο δι­πλω­μά­της κα­ριέ­ρας εί­ναι πα­γιω­μέ­νη έκ­φρα­ση, ενώ ο δι­πλω­μά­της στα­διο­δρο­μί­ας δεν λέ­γε­ται, εκτός αν θέ­λει κά­ποιος να δεί­ξει ότι εί­ναι κα­θα­ρο­λό­γος. Έκα­νε κα­ριέ­ρα στο εξω­τε­ρι­κό εί­ναι μια από­λυ­τα φυ­σιο­λο­γι­κή δια­τύ­πω­ση, ενώ το Έκα­νε στα­διο­δρο­μία στο εξω­τε­ρι­κό εί­ναι κά­πως αφύ­σι­κη έκ­φρα­ση. Απο­δε­κτή εί­ναι η πρό­τα­ση Στα­διο­δρό­μη­σε στο εξω­τε­ρι­κό. Η κα­ριέ­ρα συ­νυ­πο­δη­λώ­νει την επαγ­γελ­μα­τι­κή εξέ­λι­ξη ή κα­τα­ξί­ω­ση με κά­θε τρό­πο, συ­χνά με εγω­ι­στι­κά ή άλ­λα κί­νη­τρα, φτά­νο­ντας στα όρια του τυ­χο­διω­κτι­σμού. Εν­δια­φέ­ρε­ται μό­νο για την κα­ριέ­ρα του λέ­με απα­ξιω­τι­κά, εξού και κα­ριε­ρι­σμός, κα­ριε­ρί­στας, κα­ριε­ρί­στι­κος, δεν υπάρ­χουν όμως αντί­στοι­χα πα­ρά­γω­γα από τη λέ­ξη στα­διο­δρο­μία.

Τo σα­μπο­τάζ < γαλλ. sabotage, 1870, απο­τε­λεί διε­θνι­σμό. Στη Νε­ο­ελ­λη­νι­κή με­τα­φρά­στη­κε ως «δο­λιο­φθο­ρά», δεν κα­λύ­πτει όμως όλες τις ση­μα­σί­ες της γαλ­λι­κής λέ­ξης. Ακό­μα και αν μπο­ρέ­σει κά­ποιος να απο­φύ­γει το ου­σια­στι­κό, το ρή­μα σα­μπο­τά­ρω εί­ναι δύ­σκο­λο να απο­δο­θεί με ένα μό­νο ρή­μα, αφού, ανά­λο­γα με το συ­γκεί­με­νο, δη­λώ­νει «δυ­να­μι­τί­ζω, ναρ­κο­θε­τώ, τορ­πι­λί­ζω, υπο­νο­μεύω, υπο­σκά­πτω, φαλ­κι­δεύω».

Το ίματζ δεν εί­ναι ού­τε για μέ­να «ωραία λέ­ξη». Η υπο­κει­με­νι­κή αυ­τή δια­πί­στω­ση δεν ση­μαί­νει από μό­νη της τί­πο­τα. Ση­μα­σία έχει ότι ο νε­ο­λο­γι­σμός αυ­τός απει­κο­νί­ζει μια νέα κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Δεν ισο­δυ­να­μεί ού­τε με την «ει­κό­να» ού­τε με την «εντύ­πω­ση». Πιο πο­λύ έχει να κά­νει με το γό­η­τρο, το κύ­ρος, το πρε­στίζ (και η λέ­ξη αυ­τή επι­κρί­νε­ται από τους κα­θα­ρο­λό­γους οι οποί­οι πα­ρα­γνω­ρί­ζουν τις υφο­λο­γι­κές της ιδιαι­τε­ρό­τη­τες). Πρό­κει­ται για τη «δη­μό­σια ει­κό­να προ­σώ­που, θε­σμού, προ­ϊ­ό­ντος, η οποία προ­βάλ­λει κυ­ρί­ως τα θε­τι­κά του στοι­χεία από τα Μέ­σα Μα­ζι­κής Επι­κοι­νω­νί­ας».

 Το γκλά­μουρ συν­δέ­ε­ται με την αί­γλη, όχι όμως με τη σα­γή­νη που ση­μαί­νει «γοη­τεία, ακα­τα­νί­κη­τη έλ­ξη». Τα πα­ρά­γω­γα γκλα­μου­ρά­τος και γκλα­μου­ριά έχουν, όπως και η πρω­τό­τυ­πη λέ­ξη, ει­ρω­νι­κή ση­μα­σία. Ο γκλα­μου­ρά­τος γά­μος πα­ρα­πέ­μπει σε χου­λι­γου­ντια­νή υπερ­πα­ρα­γω­γή, σε γά­μο με ασυ­νή­θι­στη χλι­δή, προ­κλη­τι­κή πο­λυ­τέ­λεια και επι­δει­ξιο­μα­νία, δεν εί­ναι ού­τε «κα­λαί­σθη­τος», ού­τε «κομ­ψός», ού­τε «σα­γη­νευ­τι­κός», αφού τα επί­θε­τα αυ­τά έχουν πά­ντα θε­τι­κή συ­νυ­πο­δή­λω­ση.

To σνο­μπά­ρω εκ­φρά­ζει ό,τι πε­ρί­που και τα ρή­μα­τα πε­ρι­φρο­νώ και υπο­τι­μώ. Δεν με­τα­φέ­ρουν, όμως, με την ίδια έντα­ση τη συ­νυ­πο­δη­λω­τι­κή ση­μα­σία του υπε­ρό­πτη και αλα­ζό­να. Ας υπο­θέ­σου­με ότι μπο­ρεί να πε­ρι­θω­ριο­ποι­η­θεί το σνο­μπά­ρω. Το ου­σια­στι­κό σνομπ, σε ρό­λο ου­σια­στι­κού και επι­θέ­του, δεν εί­ναι εύ­κο­λο να δια­γρα­φεί από το νε­ο­ελ­λη­νι­κό λε­ξι­λό­γιο για ιστο­ρι­κούς και υφο­λο­γι­κούς λό­γους. Ένας ηλι­κιω­μέ­νος κύ­ριος μπο­ρεί να πει: Αυ­τός ο νε­α­ρός υπο­τι­μά τους άλ­λους. Ας αφή­σου­με και το νέο παι­δί να εκ­φρα­στεί στη δι­κή του γλώσ­σα: Αυ­τός ο κυ­ρι­λέ τύ­πος το παί­ζει πο­λύ σνομπ. Η σνο­μπα­ρία, το σνο­μπά­ρι­σμα και ο σνο­μπι­σμός επι­τε­λούν ανά­λο­γες υφο­λο­γι­κές λει­τουρ­γί­ες στον προ­φο­ρι­κό λό­γο. Ο όρος σνομπ δια­δό­θη­κε ευ­ρύ­τα­τα και εκτός Αγ­γλί­ας στις πε­ρισ­σό­τε­ρες ευ­ρω­παϊ­κές χώ­ρες, χά­ρη στο αξε­πέ­ρα­στο για το γε­μά­το κυ­νι­σμό και τρυ­φε­ρό­τη­τα έρ­γο The Book of Snobs (1848) (Το βι­βλίο των σνομπ) του William Makepeace Thackeray (1811-1863).

Το μί­τινγκ δη­λώ­νει «συ­νά­ντη­ση», αλ­λά όχι την οποια­δή­πο­τε. Αν πει κά­ποιος: Το μί­τινγκ με τους πα­λιούς συμ­μα­θη­τές μου με συ­γκί­νη­σε ση­μαί­νει ότι έχει άγνοια της ση­μα­σί­ας της λέ­ξης. Πρό­κει­ται για «αθλη­τι­κή διορ­γά­νω­ση και γε­νι­κό­τε­ρα επί­ση­μη συ­νά­ντη­ση προ­σώ­πων για επαγ­γελ­μα­τι­κούς λό­γους». Εί­ναι πι­θα­νόν να έχει κά­ποιος μια τυ­χαία συ­νά­ντη­ση, όχι όμως ένα τυ­χαίο μί­τινγκ.

Η επι­μο­νή ορι­σμέ­νων ότι το επί­θε­το κουλ πρέ­πει να αντι­κα­τα­στα­θεί από το υπο­τι­θέ­με­νο συ­νώ­νυ­μο «ψύ­χραι­μος» κρί­νε­ται πα­ρά­λο­γη από αυ­τούς που ξέ­ρουν την ακα­τα­νί­κη­τη δύ­να­μη της νε­α­νι­κής αρ­γκό, όπως επί­σης την ιστο­ρία και την πο­λυ­ση­μία της λέ­ξης, η οποία έχει γί­νει δε­κτή σε όλες σχε­δόν τις ευ­ρω­παϊ­κές γλώσ­σες. Θα γε­λοιο­ποι­η­θεί αναμ­φι­σβή­τη­τα όποιος επι­χει­ρή­σει, σύμ­φω­να με τις υπο­δεί­ξεις των κα­θα­ρο­λό­γων, να κά­νει λό­γο για «ψύ­χραι­μη τζαζ». Jazz cool τη λέ­νε οι Γάλ­λοι από το 1952. Στο Χρ­Λεξ το σχε­τι­κό λήμ­μα έχει την ακό­λου­θη μορ­φή:

κουλ επίθ. {άκλ.} (νε­αν. αρ­γκό) ΣΥΝ. κου­λα­ρι­στός 1. ατά­ρα­χος, ήρε­μος, ψύ­χραι­μος: Να εί­σαι ~. Πο­λύ ~ τύ­πος. Πβ. ακο­μπλε­ξά­ρι­στος. ΑΝΤ. αγ­χώ­δης, νευ­ρι­κός.|| (ΜΟΥΣ.) ~ τζαζ (= χα­λα­ρή). 2. προς δή­λω­ση επι­δο­κι­μα­σί­ας· πο­λύ κα­λός: ~ μέ­ρος. Πο­λύ ~ ιδέα.|| (ως επίρρ.) -Πώς σου φαί­νε­ται/το βλέ­πεις; -~! 3. μο­δά­τος, μο­ντέρ­νος: ~ ντύ­σι­μο/στιλ. Δεν εί­ναι ~ να ... Πβ. τρέ­ντι. [< αγγλ. cool, γαλλ. ~, 1952, ιταλ. ~, 1960]

Το τιμ συ­μπί­πτει σε ορι­σμέ­να συ­γκεί­με­να με την ομά­δα. Σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις υπερ­τε­ρεί στα­τι­στι­κά το αγ­γλι­κό team. Το σύ­μπλο­κο προ­πο­νη­τι­κό τιμ εί­ναι πο­λύ πιο συ­χνό από το συ­νώ­νυ­μο προ­πο­νη­τι­κή ομά­δα. Αν, σύμ­φω­να με τους κα­θα­ρο­λό­γους, πρέ­πει να απο­φύ­γει κά­ποιος το τιμ, η έκ­φρα­ση το προ­πο­νη­τι­κό τιμ της ομά­δας οφεί­λει να γί­νει η προ­πο­νη­τι­κή ομά­δα της ομά­δας, πρό­τα­ση που εί­ναι αφύ­σι­κη. Η πο­δο­σφαι­ρι­κή ομά­δα, εξάλ­λου, δεν ταυ­τί­ζε­ται με το πο­δο­σφαι­ρι­κό τιμ. Το ια­τρι­κό τιμ της ομά­δας υπάρ­χει. Η ια­τρι­κή ομά­δα της ομά­δας εί­ναι άγνω­στη. Εδώ δεν παί­ζου­με με τις λέ­ξεις, αλ­λά δια­πι­στώ­νου­με τα αδιέ­ξο­δα των μο­νό­πλευ­ρων ή ισο­πε­δω­τι­κών προ­τά­σε­ων.

Η ταύ­τι­ση του πρό­τζεκτ με το «έρ­γο» και τη «με­λέ­τη» εί­ναι εντε­λώς εσφαλ­μέ­νη. Δεν εί­ναι, επί­σης, σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση συ­νώ­νυ­μο με την «ερευ­νη­τι­κή ερ­γα­σία». Τα υπο­τι­θέ­με­να δύο πρώ­τα με­τα­φρα­στι­κά ισο­δύ­να­μα εί­ναι πο­λύ­ση­μα και ανή­κουν μα­ζί με το πρό­τζεκτ στο ίδιο χα­λα­ρό ση­μα­σιο­λο­γι­κό πε­δίο. Αυ­τό δεν ση­μαί­νει ότι στη θέ­ση της αγ­γλι­κής λέ­ξης μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν οι δύο αυ­τές ελ­λη­νι­κές λέ­ξεις, οι οποί­ες συ­νει­δη­τά δεν ανα­φέ­ρο­νται καν στο σχε­τι­κό λήμ­μα του Χρη­στι­κού Λε­ξι­κού:

πρό­τζεκτ πρό-τζεκτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σχέ­διο, σχε­δια­σμός ερ­γα­σί­ας, δρά­σης, που εκ­πο­νεί­ται συ­νήθ. με ομα­δι­κό πνεύ­μα: Εται­ρεία που ανα­λαμ­βά­νει με­γά­λα ~. ~ μά­να­τζερ. 2. ΠΑΙ­ΔΑΓ. & (συ­χνότ.) σχέ­διο ερ­γα­σί­ας: δι­δα­κτι­κή μέ­θο­δος, τρό­πος ομα­δι­κής ερ­γα­σί­ας στην οποία συμ­με­τέ­χουν μέ­λη της σχο­λι­κής τά­ξης: δια­θε­μα­τι­κά ~. [< αγγλ. project, 1916]

 Τα πρό­τζεκτ απο­τε­λούν ορ­γα­νω­μέ­νο πλαί­σιο έρευ­νας, με επί­κε­ντρο βιω­μα­τι­κές και επι­κοι­νω­νια­κές δρα­στη­ριό­τη­τες τις οποί­ες υλο­ποιεί συ­νή­θως ομά­δα μα­θη­τών με την επο­πτεία και εμ­ψύ­χω­ση του δα­σκά­λου ή του κα­θη­γη­τή τους.

Το ντι­ζάιν (design) οι κα­θα­ρι­στές της γλώσ­σας υπο­δει­κνύ­ουν να το λέ­με «σχέ­διο». Άλ­λοι προ­τεί­νουν εντε­λώς αδό­κι­μες με­τα­φρά­σεις: «σχε­δια­σμός, σχε­διο­λό­γη­ση, σχε­διο­λό­γη­μα, προ­σχέ­διο, προ­με­λέ­τη, πρό­τυ­πο, τύ­πος», φέρ­νο­ντας στην επι­φά­νεια την πλή­ρη αμη­χα­νία αντι­με­τώ­πι­σης του με­τα­φρα­στι­κού αυ­τού προ­βλή­μα­τος. Δεν κα­τά­λα­βαν ότι η λέ­ξη πρέ­πει να μεί­νει αμε­τά­φρα­στη για­τί δεν γί­νε­ται αλ­λιώς. Και ο ντι­ζάι­νερ θα πα­ρα­μεί­νει για­τί δεν εί­ναι απλώς «δια­κο­σμη­τής, στι­λί­στας, σχε­δια­στής». Το επί­θε­το ντι­ζαϊ­νά­τος, κυ­ρί­ως στον προ­φο­ρι­κό λό­γο, δεν έχει, επί­σης, κά­τι ισο­δύ­να­μο στη γλώσ­σα μας.

5. Απο­φεύ­γου­με ερ­μη­νεύ­μα­τα αγ­γλι­κών λέ­ξε­ων ελ­λη­νι­κής προ­ε­λεύ­σε­ως που οι αντί­στοι­χες τους ελ­λη­νι­κές έχουν άλ­λη ση­μα­σία (π.χ. φα­ντα­στι­κός: ο της φα­ντα­σί­ας, τρο­με­ρός: ο προ­ξε­νών τρό­μο, και όχι κα­τα­πλη­κτι­κός, υπέ­ρο­χος, που ση­μαί­νουν οι αγ­γλι­κές fantastic, terrific). Επί­σης, δεν με­τα­φρά­ζο­νται αγ­γλι­σμοί: απευ­θεί­ας με­τά­δο­ση (και όχι: ζω­ντα­νή με­τά­δο­ση).

Η πρώ­τη υπό­δει­ξη εί­ναι από μό­νη της «τρο­με­ρή» με την αρ­χι­κή ση­μα­σία της λέ­ξης, κα­θώς γί­νε­ται προ­σπά­θεια τα­ρί­χευ­σης της γλώσ­σας. Οι ση­μα­σί­ες «κα­τα­πλη­κτι­κός, υπέ­ρο­χος» και για τα δύο επί­θε­τα εί­ναι προ­ϊ­όν της ανα­πό­φευ­κτης γλωσ­σι­κής εξέ­λι­ξης και της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης των γλωσ­σών. Οι νε­ό­τε­ρες ση­μα­σί­ες τις οποί­ες απο­κη­ρύσ­σουν οι επί­δο­ξοι προ­στά­τες της γλώσ­σας υπάρ­χουν σε όλα τα νε­ό­τε­ρα λε­ξι­κά της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής, το γε­γο­νός όμως αυ­τό δεν τους αρ­κεί για να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Τέ­λειος πα­ρα­λο­γι­σμός θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί η υπό­δει­ξη να απο­φεύ­γει ο κό­σμος αυ­τό που έχει εδώ και δε­κα­ε­τί­ες κα­θιε­ρω­θεί. Η ζω­ντα­νή με­τά­δο­ση πα­ρου­σιά­ζει στο Google 949.000 πα­ρα­δείγ­μα­τα και η απευ­θεί­ας με­τά­δο­ση 176.000 (28.9.2018).

6. Πριν από την έναρ­ξη (και όχι: πριν την έναρ­ξη).

Το πριν ως πρό­θε­ση συ­ντάσ­σε­ται με την από, στον προ­φο­ρι­κό όμως λό­γο πα­ρα­λεί­πε­ται πο­λύ συ­χνά. Η απορ­ρι­πτέα σύ­ντα­ξη αντα­γω­νί­ζε­ται πλή­ρως την προ­τει­νό­με­νη. Η έκ­φρα­ση πριν λί­γες μέ­ρες λέ­γε­ται συ­χνό­τε­ρα. Το πριν από λί­γες μέ­ρες πα­ρου­σιά­ζε­ται σε προ­σεγ­μέ­νο γρά­ψι­μο. Από­λυ­τοι κα­νό­νες δεν υπάρ­χουν, όπως δεί­χνει η στε­ρε­ό­τυ­πη έκ­φρα­ση Πέ­θα­νε πριν την ώρα της.

7. Ευ­χα­ρι­στού­με όλους όσοι μας συ­μπα­ρα­στά­θη­καν (και όχι: όσους, διό­τι εί­ναι υποκ. στο ρ. που ακο­λου­θεί), ή: ευ­χα­ρι­στού­με όσους ...

Η υπό­δει­ξη αυ­τή δεί­χνει την εμ­μο­νή σε μο­νό­πλευ­ρους κα­νό­νες. Με το σκε­πτι­κό ότι το υπο­κεί­με­νο εί­ναι πά­ντα σε ονο­μα­στι­κή πτώ­ση εκ­φο­βί­ζο­νται και νιώ­θουν ντρο­πή πολ­λοί φυ­σι­κοί ομι­λη­τές, ιδί­ως οι μα­θη­τές, κα­θώς δεν θα έλε­γαν πο­τέ «τον Γιώρ­γο εί­ναι κα­λό παι­δί». Απο­δέ­χο­νται, επο­μέ­νως, ασυ­ζη­τη­τί το «φρι­κτό λά­θος» τους. Όταν όμως μι­λούν αυ­θόρ­μη­τα ξε­χνούν τον κα­νό­να και λέ­νε «όλους όσους», χω­ρίς πολ­λοί να γνω­ρί­ζουν ότι δεν κά­νουν κα­νέ­να λά­θος, αφού η έλ­ξη του ανα­φο­ρι­κού εί­ναι ήδη αρ­χαία.

8. απα­θα­να­τί­ζω (και όχι: απο­θα­να­τί­ζω), αντε­πε­ξέρ­χο­μαι (και όχι: αντα­πε­ξέρ­χο­μαι), με­λα­ψός (και όχι: με­λαμ­ψός), χει­ρουρ­γός (και όχι: χει­ρούρ­γος), πα­ρει­σφρέω (και όχι: πα­ρει­σφρύω), ακα­το­νό­μα­στος (και όχι: ακα­τα­νό­μα­στος).

Το απο­θα­να­τί­ζω, όπως και το αντα­πε­ξέρ­χο­μαι, απο­τε­λούν στοι­χεία του προ­φο­ρι­κού λό­γου και δεν εί­ναι κα­τα­δι­κα­στέα.

Η απόρ­ρι­ψη του τύ­που με­λαμ­ψός εί­ναι ακα­τα­νό­η­τη, κυ­ρί­ως για τους αρ­χαιό­πλη­κτους, αφού η λέ­ξη υπάρ­χει ήδη στον Κο­σμά Ιν­δι­κο­πλεύ­στη, χρι­στια­νό γε­ω­γρά­φο του 6ου μ.X. αιώ­να, με τη ση­μα­σία «μαύ­ρος, μαυ­ρι­δε­ρός» (για το κόκ­κι­νο κρέ­ας). Στο Χρ­Λεξ κα­τα­γρά­φο­νται οι δύο τύ­ποι ως ισο­δύ­να­μοι, προ­κρί­νε­ται όμως με στα­τι­στι­κά κρι­τή­ρια ο τύ­πος με­λαμ­ψός. Η προ­τί­μη­ση που δεί­χνει ο κό­σμος στον τύ­πο με -μ- οφεί­λε­ται στο ότι θε­ω­ρεί­ται πιο εύ­η­χος, με πα­ράλ­λη­λη επί­δρα­ση των λέ­ξε­ων γαμ­ψός και κομ­ψός, κα­θώς δεν υπάρ­χουν νε­ο­ελ­λη­νι­κές λέ­ξεις που λή­γουν σε –ψός.

Έχει χυ­θεί πο­λύ με­λά­νι χω­ρίς λό­γο για να απα­ντη­θεί το ερώ­τη­μα: «χει­ρούρ­γος ή χει­ρουρ­γός»; Το χει­ρούρ­γος ενο­χλεί ορι­σμέ­νους για­τρούς της ει­δι­κό­τη­τας αυ­τής για­τί πα­ρα­πέ­μπει στο «κα­κούρ­γος» και «πα­νούρ­γος». Η χρή­ση έχει επι­βά­λει το χει­ρούρ­γος στον προ­φο­ρι­κό λό­γο, ενώ το χει­ρουρ­γός ανή­κει στο επί­ση­μο ύφος. Ο κό­σμος, πά­ντως, λέ­ει αυ­θόρ­μη­τα: «χει­ρούρ­γος» και «χει­ρούρ­γος οδο­ντί­α­τρος». ΄Ηδη στο λε­ξι­κό της «Πρω­ί­ας» οι δύο τύ­ποι εμ­φα­νί­ζο­νται ισο­δύ­να­μοι.

 Το πα­ρει­σφρέω ανή­κει στο απαι­τη­τι­κό λε­ξι­λό­γιο. Η κα­τα­χρη­στι­κή χρή­ση πα­ρει­σφρύω οφεί­λε­ται στην ανα­λο­γι­κή δύ­να­μη των συ­νω­νύ­μων διεισ­δύω και πα­ρεισ­δύω. Το κα­τα­χρη­στι­κό πα­ρεί­σφρυ­ση, αντί πα­ρεί­σφρη­ση, οφεί­λε­ται, επί­σης, στη δύ­να­μη της ανα­λο­γί­ας, κα­τά το διείσ­δυ­ση και πα­ρείσ­δυ­ση.

Το ακα­το­νό­μα­στος των με­τα­γε­νέ­στε­ρων χρό­νων λέ­γε­ται και γρά­φε­ται συ­χνό­τε­ρα από το απο­δε­κτό ακα­τα­νό­μα­στος, προ­φα­νώς λό­γω ανα­λο­γι­κού σχη­μα­τι­σμού, μο­νο­πώ­λη­σης σχε­δόν στη Νε­ο­ελ­λη­νι­κή του μορ­φή­μα­τος ακα­τα-: ακα­τα­μά­χη­τος, ακα­τα­νί­κη­τος, ακα­τα­νό­η­τος, ακα­τα­πό­νη­τος, ακα­τά­στα­τος κ.τ.ό., ένα­ντι μό­νο του ακα­τόρ­θω­τος. Εν­δέ­χε­ται σε λί­γες δε­κα­ε­τί­ες να μην ενο­χλεί πια.

9. Των (πρώ­ην) τρι­τό­κλι­των θη­λυ­κών ου­σια­στι­κών να προ­τι­μά­ται η γε­νι­κή σε -έως αντί σε -ης με­τά από λό­γιες προ­θέ­σεις ή λό­γιες ή μη λό­γιες τυ­πο­ποι­η­μέ­νες φρά­σεις: σχέ­διο πό­λε­ως, πρώ­της τά­ξε­ως, οδη­γί­ες χρή­σε­ως, έτος ιδρύ­σε­ως κλπ.

 Η γε­νι­κή σε -εως υπο­χω­ρεί στα­θε­ρά σε όλες τις πα­ρα­πά­νω πε­ρι­πτώ­σεις και δεν πρό­κει­ται να βελ­τιω­θεί η θέ­ση της με αυ­τές τις γε­νι­κό­λο­γες υπο­δεί­ξεις. Θα ήταν προ­τι­μό­τε­ρο να συ­γκε­ντρω­θούν οι στα­θε­ρές συ­νά­ψεις που δεν επι­δέ­χο­νται αλ­λα­γή, όπως βρέ­θη­κα προ εκ­πλή­ξε­ως και όχι προ έκ­πλη­ξης. Η έκ­φρα­ση έντα­ξη στο σχέ­διο πό­λης έχει δι­πλά­σια συ­χνό­τη­τα απ’ ό,τι η λό­για δια­τύ­πω­ση. Αντί­θε­τα, το σύ­μπλ­πο­κο μιας πρώ­της τά­ξε­ως ευ­και­ρία πα­ρου­σιά­ζε­ται τρεις φο­ρές πιο συ­χνά από το μιας πρώ­της τά­ξης ευ­και­ρία. Το έτος ιδρύ­σε­ως της εται­ρεί­ας πα­ρα­πέ­μπει σε πα­λαιό­τε­ρες επο­χές. Το έτος ίδρυ­σης αντα­πο­κρί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στη σύγ­χρο­νη γλωσ­σι­κή χρή­ση.

10. Τέ­ως βα­σι­λιάς: ο μέ­χρι προ τι­νος βα­σι­λιάς. Πρώ­ην βα­σι­λιάς: ο πριν από πο­λύ και­ρό βα­σι­λιάς.

 Η σα­φής διά­κρι­ση ανά­με­σα στα επιρ­ρή­μα­τα τέ­ως και πρώ­ην δεν ισχύ­ει πια. Στην πρά­ξη ίσως να μην ίσχυ­σε πο­τέ. Στο εν­νε­ά­το­μο Mέ­γα Λε­ξι­κόν της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σης του Δ. Δη­μη­τρά­κου (1936-1950) εί­χε ήδη κα­τα­γρα­φεί η δια­πί­στω­ση ότι το τέ­ως χρη­σι­μο­ποιεί­ται αντί του πρώ­ην (βλ. λήμ­μα τέ­ως). Οι ση­μα­σί­ες του τέ­ως «μέ­χρι πριν από λί­γο και­ρό» και του πρώ­ην «για ιδιό­τη­τα που ανή­κει στο πα­ρελ­θόν» δεν εί­ναι χρο­νι­κά ακρι­βώς προσ­διο­ρί­σι­μες, με απο­τέ­λε­σμα να συ­μπί­πτουν ως προς την πα­ρελ­θο­ντο­λο­γι­κή δή­λω­ση, επο­μέ­νως να ταυ­τί­ζο­νται στα πε­ρισ­σό­τε­ρα συ­γκεί­με­να. Δεν υπάρ­χει «χρο­νό­με­τρο» για να κα­θο­ρί­σει πό­τε ένας βα­σι­λιάς, πρω­θυ­πουρ­γός, υπουρ­γός, βου­λευ­τής, δή­μαρ­χος κ.ο.κ. εί­ναι πρώ­ην ή τέ­ως.

11. Δεν απο­φά­σι­σα ακό­μη, για­τί δεν έχω τα απαι­τού­με­να στοι­χεία (και όχι: Δεν απο­φά­σι­σα ακό­μη. Και αυ­τό για­τί ...).

Η πα­ρα­πά­νω υπό­δει­ξη στε­ρεί από τον φυ­σι­κό ομι­λη­τή τον αυ­θορ­μη­τι­σμό του. Το θε­ω­ρού­με­νο ως εσφαλ­μέ­νο εκ­φώ­νη­μα φέρ­νει στην επι­φά­νεια τη γνη­σιό­τη­τα της προ­φο­ρι­κής επι­κοι­νω­νί­ας. Ο άν­θρω­πος δεν εί­ναι ρο­μπότ. Σκέ­πτε­ται και μι­λά και συγ­χρό­νως μι­λά και σκέ­πτε­ται. Για­τί θε­ω­ρεί­ται επι­λή­ψι­μο αν κά­ποιος, κα­θώς μι­λά, κά­νει μι­κρή ή με­γά­λη παύ­ση για να βρει τρό­πο να συ­νε­χί­σει τη δια­τύ­πω­ση της σκέ­ψης του; Το συ­χνά εμ­φα­νι­ζό­με­νο σύ­μπλο­κο «και αυ­τό για­τί» λει­τουρ­γεί ως εμ­φα­τι­κό αι­τιο­λο­γι­κό της προη­γού­με­νης από­φαν­σης, με ή χω­ρίς παύ­ση. Η Γαλ­λί­δα συγ­γρα­φέ­ας Ζο­έλ Λο­πι­νό έχει στο ενερ­γη­τι­κό της υπέ­ρο­χα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα στη γλώσ­σα μας, η οποία δεν εί­ναι μη­τρι­κή της. Δεν λαμ­βά­νει υπό­ψη της τις ανού­σιες υπο­δεί­ξεις των κα­θα­ρο­λό­γων γι’ αυ­τό γρά­φει τό­σο ζε­στά και αν­θρώ­πι­να. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα Αυ­τό το σπί­τι εί­σαι εσύ (Αθή­να 2012: Κα­στα­νιώ­της) δια­βά­ζου­με: «Δεν πά’ να έχουν απο­κτή­σει όλα τα πτυ­χία του κό­σμου, δια­στρε­βλώ­νουν συ­στη­μα­τι­κά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, και αυ­τό για­τί δεν εί­ναι η γνώ­ση που μας οδη­γεί στον εαυ­τό μας, αλ­λά η σο­φία».

12. Ποιού­μαι την νήσ­σαν (κοι­νώς: κά­νω την πά­πια) (και όχι: ποιώ την νήσ­σαν).

Και οι δύο δια­τυ­πώ­σεις εί­ναι απο­δε­κτές. Η φρά­ση εμ­φα­νί­ζε­ται κυ­ρί­ως στο γ΄ πρό­σω­πο. Το ποιεί τη(ν) νήσ­σα(ν) έχει πλέ­ον κα­θιε­ρω­θεί, ενώ το ποιεί­ται τη(ν) νήσ­σα(ν) πε­ρι­θω­ριο­ποιεί­ται ολο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο ως «υπερ­κα­θα­ρευου­σια­νι­σμός». Συμ­με­ρί­ζο­μαι την άπο­ψη του Σα­ρα­ντά­κου ότι «εδώ έχου­με χα­ρι­τό­λο­γη ‘‘με­τά­φρα­ση­’’ της λαϊ­κής έκ­φρα­σης ‘‘κά­νει την πά­πια­’’ στην κα­θα­ρεύ­ου­σα, όπως άλ­λοι λέ­νε ‘‘στα πα­λαιό­τε­ρα των υπο­δη­μά­των του­’’, οπό­τε δεν βλέ­πω για­τί εί­ναι σω­στό μό­νο το ποιού­μαι και όχι το ποιώ».

13. Η λέ­ξη αυ­τή απα­ντά συ­χνά στον Όμη­ρο (και όχι: απα­ντά­ται).

Και οι δύο δια­τυ­πώ­σεις εί­ναι δό­κι­μες. Υπάρ­χουν, βέ­βαια, και άλ­λες εναλ­λα­κτι­κές δυ­να­τό­τη­τες οι οποί­ες κα­τα­γρά­φο­νται στο Χρ­Λεξ: βρί­σκε­ται, εμ­φα­νί­ζε­ται, μαρ­τυ­ρεί­ται, συ­να­ντά­ται, υπάρ­χει, χρη­σι­μο­ποιεί­ται. Ο γλωσ­σι­κός ρυθ­μι­στής σε άλ­λη πε­ρί­πτω­ση αντι­φά­σκει, κα­θώς προ­τι­μά το ποιού­μαι την νήσ­σαν και απορ­ρί­πτει το ποιεί.

14. Επί τού­τω (και όχι: επί τού­του).

  Στο Χρ­Λεξ κα­τα­γρά­φε­ται η πραγ­μα­τι­κή χρή­ση η οποία αναι­ρεί την υπό­δει­ξη του γλωσ­σι­κού ρυθ­μι­στή:

επί τού­του 1. & (σπάν.-λόγ.) επί τού­τω & επί τού­το: για τον λό­γο ή τον σκο­πό αυ­τό, επί­τη­δες: Το κά­νει ~ ~, για να με εξορ­γί­σει. Ο νό­μος έγι­νε ~ ~ (πβ. ad hoc). Ο δια­γω­νι­σμός διε­νερ­γεί­ται από την ~ τού­τω συ­γκρο­τη­θεί­σα επι­τρο­πή. 2. σχε­τι­κά με αυ­τό: Θα ενη­με­ρω­θεί­τε ~ ~. Η κυ­βέρ­νη­ση δεν θα το­πο­θε­τη­θεί ~ ~. Ου­δέν σχό­λιον ~ ~!

15. Ενήρ­γη­σα στο πλαί­σιο των αρ­μο­διο­τή­των μου (και όχι: στα πλαί­σια). Τα τε­λευ­ταία γε­γο­νό­τα φο­βά­μαι πως θα ανοί­ξουν τον ασκό του Αιό­λου (και όχι: τους ασκούς).

Οι πα­ρα­πά­νω υπο­δεί­ξεις ανα­πα­ρά­γουν τη στε­νή και μο­νό­πλευ­ρη λο­γι­κή αν­θρώ­πων που δεν συμ­βι­βά­ζο­νται με τη γλωσ­σι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις ο πλη­θυ­ντι­κός εκ­φρά­ζει έμ­φα­ση. Στα­τι­στι­κά εμ­φα­νί­ζο­νται συ­χνό­τε­ρα τα πλαί­σια (που μπο­ρεί να εί­ναι πολ­λά) και οι ασκοί (ενώ ήταν πράγ­μα­τι ένας, σύμ­φω­να με την ομη­ρι­κή Οδύσ­σεια). Η γλώσ­σα δεν λει­τουρ­γεί ομοιό­μορ­φα ού­τε στη­ρί­ζε­ται στην άτεγ­κτη λο­γι­κή. Η φρά­ση άνοι­ξε το κου­τί της Παν­δώ­ρας δεν έγι­νε τα κου­τιά για να δη­λω­θεί έμ­φα­ση.

Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά, θα έλε­γα ότι τα εν­δει­κτι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα που πα­ρου­σί­α­σα σε αυ­τήν εδώ την ερ­γα­σία κα­θι­στούν σα­φές ότι τα κρι­τή­ρια με τα οποία ορί­ζε­ται το με­τα­γλωσ­σι­κό δί­πο­λο «ορ­θό» - «λά­θος» εί­ναι σε αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις αυ­θαί­ρε­τα. Οι αλιευ­τές λα­θών ή υπο­τι­θέ­με­νων «μαρ­γα­ρι­τα­ριών» απο­δει­κνύ­ε­ται σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις ότι δεν γνω­ρί­ζουν ή πα­ρα­βλέ­πουν τους κα­νό­νες λει­τουρ­γί­ας της γλώσ­σας οι οποί­οι δεν συμ­βα­δί­ζουν με αυ­τούς που δη­μιουρ­γούν ή εφαρ­μό­ζουν εσφαλ­μέ­να οι ρυθ­μι­στές της. Οι απο­κλί­σεις από τον κα­νό­να και οι νε­ο­λο­γι­σμοί απο­τε­λούν ανα­πό­σπα­στο μέ­ρος του γλωσ­σι­κού συ­στή­μα­τος. Επι­βε­βαιώ­νουν ότι η γλώσ­σα δεν εί­ναι κά­τι το στα­τι­κό, ού­τε μπο­ρεί να πε­ριο­ρι­στεί σε στε­νά κα­λού­πια. Πρό­κει­ται για ένα άψο­γα δο­μη­μέ­νο και αρ­κε­τά ευ­έ­λι­κτο σύ­στη­μα, με πολ­λά υπο­συ­στή­μα­τα, που υπό­κει­ται σε διαρ­κείς αλ­λα­γές, ανά­λο­γες με αυ­τές που βλέ­που­με στην κοι­νω­νία χω­ρίς την οποία δεν υπάρ­χει γλώσ­σα.

 Όλες οι πε­ρι­πτώ­σεις που ανέ­φε­ρα πιο πά­νω εντάσ­σο­νται ρη­τά ή υπόρ­ρη­τα στη γε­νι­κή αντί­λη­ψη ότι η εξέ­λι­ξη της γλώσ­σας ισο­δυ­να­μεί συ­χνά με υπο­βάθ­μι­ση και πα­ρακ­μή. Ορι­σμέ­νες από τις πα­ρα­πά­νω υπο­δεί­ξεις επι­βε­βαιώ­νουν ότι όσοι τις προ­τεί­νουν ή τις ασπά­ζο­νται πε­ρι­φρο­νούν την αξία του προ­φο­ρι­κού λό­γου, ο οποί­ος σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση δεν εί­ναι υπο­δε­έ­στε­ρος του γρα­πτού. Τα στε­ρε­ό­τυ­πα εν γέ­νει, και οι γλωσ­σι­κές προ­κα­τα­λή­ψεις ει­δι­κό­τε­ρα, ανα­πα­ρά­γο­νται εδώ και χι­λιά­δες χρό­νια και δεν ανα­τρέ­πο­νται από τη μια μέ­ρα στην άλ­λη. Άλ­λο τό­σο απο­δει­κνύ­ε­ται η άγνοια ή υπο­βάθ­μι­ση της υφο­λο­γι­κής λει­τουρ­γί­ας που επι­τε­λούν λέ­ξεις και εκ­φρά­σεις που βρί­σκο­νται στο στό­χα­στρο των κυ­νη­γών λα­θών. Οι ξέ­νες λέ­ξεις, ιδί­ως οι αγ­γλι­κές, οι οποί­ες ει­σέρ­χο­νται, ιδί­ως σή­με­ρα, σε όλες της γλώσ­σες του κό­σμου, λό­γω των με­γά­λων επι­στη­μο­νι­κών ανα­κα­λύ­ψε­ων και της οι­κο­νο­μι­κής, πο­λι­τι­στι­κής και τε­χνο­λο­γι­κής επιρ­ρο­ής των Ηνω­μέ­νων Πο­λι­τειών της Αμε­ρι­κής, μπο­ρεί να ενο­χλούν πολ­λούς, τους πε­ρισ­σό­τε­ρους όμως εν­θου­σιά­ζει το πε­ριε­χό­με­νο που με­τα­φέ­ρουν και τα οφέ­λη που έχουν όλοι οι άν­θρω­ποι όπου γης. Οι λέ­ξεις σέλ­φι (αγ­γλι­κό selfie, 2002), σκάιπ (αγ­γλι­κή εμπο­ρι­κή ονο­μα­σία Skype, 2003), φέι­σμπουκ (αμε­ρι­κα­νι­κή εμπο­ρι­κή ονο­μα­σία Facebook, 2004), και γιου­τιούμπ (αμε­ρι­κα­νι­κό YouTube, 2005), για να ανα­φέ­ρω λί­γους μό­νο νε­ο­λο­γι­σμούς των αρ­χών του 21ου αιώ­να από τον χώ­ρο της υψη­λής τε­χνο­λο­γί­ας, έχουν γί­νει δε­κτές σε όλες σχε­δόν τις γλώσ­σες του κό­σμου, όχι για­τί εί­ναι ωραί­ες, αλ­λά για­τί συν­δέ­ο­νται με ανα­κα­λύ­ψεις που άλ­λα­ξαν τη ζωή των αν­θρώ­πων και τους φέρ­νουν πιο κο­ντά.

Η με­γά­λη πρό­κλη­ση για όλους, ιδί­ως για τους δα­σκά­λους, τους φι­λο­λό­γους και τους κα­θη­γη­τές ξέ­νων γλωσ­σών, εί­ναι να απα­γκι­στρω­θούν από τα γλωσ­σι­κά στε­ρε­ό­τυ­πα. Για να διευ­ρύ­νε­ται ο ορί­ζο­ντας της σκέ­ψης τους, εί­ναι απα­ραί­τη­το να συμ­βου­λεύ­ο­νται του­λά­χι­στον τρία με τέσ­σε­ρα λε­ξι­κά, να επι­ση­μαί­νουν τις ομοιό­τη­τες και τις δια­φο­ρές τους, και να δια­μορ­φώ­νουν τη δι­κή τους άπο­ψη ως απο­τέ­λε­σμα ώρι­μης κρι­τι­κής σκέ­ψης την οποία μό­νο έτσι θα μπο­ρέ­σουν να καλ­λιερ­γή­σουν και στους μα­θη­τές τους. Όπως σε ποι­κί­λες ατο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές εκ­φάν­σεις, έτσι και στη γλώσ­σα, δεν αρ­κεί η ανο­χή στη δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τα, όπως δια­κη­ρύσ­σει η Ευ­ρω­παϊ­κή Ένω­ση. Χρειά­ζε­ται να προ­χω­ρή­σου­με ένα βή­μα μπρο­στά. Προ­έ­χει ο σε­βα­σμός της δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τας ο οποί­ος όμως, για να έχει διάρ­κεια, επι­βάλ­λε­ται να εδρά­ζε­ται στην κα­τα­νό­η­σή της. Το δι­καί­ω­μα στη δια­φο­ρά ισχύ­ει για κά­θε άτο­μο και για κά­θε γλώσ­σα.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: