Το ψιλικατζίδικο της ανθρωπότητας: «Τα γαλάζια άνθη» του Ρεϊμόν Κενώ

Ρεϊμόν Κενώ
Ρεϊμόν Κενώ

Εί­μα­στε όλοι μας, μπρο­στά στο μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο, σαν τους σκλά­βους μπρο­στά στον αυ­το­κρά­το­ρα: με μια του λέ­ξη μπο­ρεί να μας χα­ρί­σει την ελευ­θε­ρία.
Μαρ­σέλ Προυστ

«Το μυα­λό του Ρεϊ­μόν Κε­νώ θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­σθεί σαν δω­μά­τιο με τζά­κι. Στη μέ­ση κά­θε­ται μια ομά­δα ηρώ­ων των Club Stories που συ­ζη­τούν ατε­λεί­ω­τα: ένας μα­θη­μα­τι­κός, ένας χιου­μο­ρί­στας, ένας ακα­δη­μαϊ­κός, ένας γλωσ­σο­λό­γος, ένας ποι­η­τής, ένας ντε­τέ­κτιβ». Τά­δε έφη Braulio Tavares στην κρι­τι­κή του για τον Ρεϊ­μόν Κε­νώ και το μυ­θι­στό­ρη­μά του Τα γα­λά­ζια άν­θη.[1] Με τη σει­ρά μου προ­ε­κτεί­νω: Το μυα­λό του Ρεϊ­μόν Κε­νώ θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­σθεί σαν τη βι­βλιο­θή­κη του Έμερ­σον: ένα εί­δος μα­γι­κού συμ­βου­λί­ου, όπου βρί­σκο­νται στοι­χειω­μέ­να τα κα­λύ­τε­ρα πνεύ­μα­τα της αν­θρω­πό­τη­τας.[2] Στοι­χειω­μέ­να; Ε, όχι και στοι­χειω­μέ­να. Ολο­ζώ­ντα­να, συν­δια­λε­γό­με­να και πλει­στά­κις πα­ρα­λο­γι­ζό­με­να. Ο Ρεϊ­μόν Κε­νώ, γεν­νη­μέ­νος το 1903 στη Χά­βρη, το μο­να­χο­παί­δι του ψι­λι­κα­τζή και της ψι­λι­κα­τζούς, στή­νει μέ­σα στα Γα­λά­ζια άν­θη το δι­κό του μα­γα­ζά­κι ψι­λι­κών, με τα άπει­ρα μι­κρο­πράγ­μα­τα, ψι­λο­λό­για, τρικ και φάρ­σες που μας ξε­λο­γιά­ζουν και μας υπνω­τί­ζουν. 
Homo universalis ο Κε­νώ [Raymond Queneau (1903-1976)], ίσως ένας από τους τε­λευ­ταί­ους. Πα­ντο­γνώ­στης αφη­γη­τής. Να πού­με ότι ήξε­ρε τα πά­ντα; Του­λά­χι­στον. Πρώ­ι­μος σι­νε­φίλ, ξε­κι­νά να συ­ντάσ­σει στα δε­κα­τρία του τον κα­τά­λο­γο των απά­ντων του, ποι­ή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κα­θώς και την ιστο­ρία φα­ντα­στι­κών χω­ρών. Φι­λό­σο­φος, ποι­η­τής, σκα­κι­στής, με έντο­νο εν­δια­φέ­ρον για τα μα­θη­μα­τι­κά και τις πα­ρα­με­λη­μέ­νες, εκ­κε­ντρι­κές μορ­φές της λο­γο­τε­χνί­ας, γυ­ρί­ζει από εκ­δο­τι­κό οί­κο σε εκ­δο­τι­κό οί­κο για να εξα­σφα­λί­σει εκ­δο­τι­κή στέ­γη για την 700 σε­λί­δων με­λέ­τη του για τους «τρε­λούς λο­γο­τέ­χνες». Τους απο­κα­λεί «αιώ­νια πε­ρι­πλα­νώ­με­νους στα πιο πα­ρά­δο­ξα μο­νο­πά­τια». Ασκεί τα πιο ασύμ­βα­τα επαγ­γέλ­μα­τα – από τρα­πε­ζι­κός υπάλ­λη­λος μέ­χρι εμπο­ρι­κός αντι­πρό­σω­πος σε βιο­τε­χνία χάρ­τι­νων τρα­πε­ζο­μά­ντι­λων. Θα κα­τα­λή­ξει σε ένα επάγ­γελ­μα εδε­μι­κό για τους απα­ντα­χού βι­βλιο­φά­γους: διο­ρι­σμέ­νος ανα­γνώ­στης αγ­γλο­σα­ξο­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας στον εκ­δο­τι­κό οί­κο Gallimard. Μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, δη­μο­σιο­γρά­φος, ζω­γρά­φος, σε­να­ριο­γρά­φος – κά­θε εί­δους γρα­φή εί­ναι παι­χνι­δά­κι του. Οι εκ­δό­σεις Gallimard θα τον διο­ρί­σουν διευ­θυ­ντή της Εγκυ­κλο­παί­δειας των Πλειά­δων. Ένας φό­ρος τι­μής στην πα­ντο­γνω­σία του. Οι μα­θη­μα­τι­κές του δαι­δα­λο­δρο­μί­ες θα τον οδη­γή­σουν στο κα­τώ­φλι της Γαλ­λι­κής Μα­θη­μα­τι­κής Εται­ρεί­ας, της οποί­ας θα γί­νει μέ­λος το 1948. Από εκεί, σε μια προ­σπά­θεια ανα­νε­ω­τι­κής εφαρ­μο­γής των μα­θη­μα­τι­κών κα­νό­νων στη λο­γο­τε­χνία, θα ιδρύ­σει μα­ζί με τον François Le Lyonnais την Ου­λι­πό, για μια λο­γο­τε­χνία με δε­σμεύ­σεις.
Ο Ίτα­λο Καλ­βί­νο, με το που δια­βά­ζει τα Γα­λά­ζια άν­θη, σκέ­φτε­ται: «Εί­ναι αδύ­να­τον να με­τα­φρα­στεί» (πα­ρ’ όλα αυ­τά, η με­τά­φρα­σή του εί­ναι η μό­νη που επι­λέ­γει ο ίδιος να εκ­δώ­σει σε βι­βλίο).[3]Η με­τα­φρά­στρια της ελ­λη­νι­κής έκ­δο­σης Σε­σίλ Ιγ­γλέ­ση-Μαρ­γέλ­λου σχο­λιά­ζει: «εί­ναι πο­λύ πιο εύ­κο­λο να χω­ρέ­σεις τον Ση­κουά­να σε κου­τά­λι πα­ρά να συ­νο­ψί­σεις τα Γα­λά­ζια άν­θη».[4]Στρα­τιές με­λε­τη­τών επί σει­ράν ετών ξε­κο­κα­λί­ζουν το κεί­με­νο για να αφή­σουν, τε­λι­κά, οι ίδιοι τα κο­κα­λά­κια τους πά­νω του. Τρό­μος. Δέ­ος. Αλ­λά και γέ­λιο. Γέ­λιο μέ­χρι δα­κρύ­ων, αυ­το­ϋ­πο­νο­μευ­τι­κό. Άκρη δε βγαί­νει. Το κεί­με­νο αντέ­χει σε ανα­λύ­σεις που πέ­φτουν βρο­χη­δόν. «Το αρι­στούρ­γη­μα», κα­τά Κε­νώ, «μπο­ρεί να συ­γκρι­θεί με βολ­βό, από το οποίο οι μεν αρ­κού­νται να αφαι­ρέ­σουν την επι­φα­νεια­κή φλού­δα, ενώ οι δε, οι ολί­γοι, ξε­φλου­δί­ζουν τις αλ­λε­πάλ­λη­λες στρώ­σεις του: κο­ντο­λο­γίς, το αρι­στούρ­γη­μα μπο­ρεί να συ­γκρι­θεί με κρεμ­μύ­δι!».[5]Τα Γα­λά­ζια άν­θη χρειά­στη­καν δε­κα­έ­ξι χρό­νια για να συ­ντε­θούν και μια αιω­νιό­τη­τα και μια αν­θρω­πό­τη­τα για να ανα­λυ­θούν. Επι­στη­μο­νι­κή φα­ντα­σία; Ιστο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα; Πα­ρω­δία ιστο­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος; Πα­ρω­δία ιπ­πο­τι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος; Πάρ­τι δια­κει­με­νι­κών ορ­γί­ων; Πραγ­μα­τεία πε­ρί ονεί­ρου; Γλωσ­σι­κό –ως τα όρια του– ξε­χαρ­βά­λω­μα; Ανα­κά­τε­μα υφών; Αλ­λη­γο­ρία αρ­χε­τυ­πι­κού και ιδρυ­τι­κού κει­μέ­νου; Μια νέα Γέ­νε­ση; Μα­θη­μα­τι­κή δια­στρο­φή; Μια αναρ­χο­αυ­τό­νο­μη κα­τη­γο­ρία από μό­νο του; Εφιαλ­τι­κή συ­νεύ­ρε­ση των πά­ντων και σε πο­λύ πιο συμ­φέ­ρου­σα τι­μή;

Κυ­ρί­ες και Κύ­ριοι, κα­λω­σο­ρί­σα­τε στο τε­ρα­τώ­δες μυα­λό του Ρεϊ­μόν Κε­νώ.

Η Αίθουσα των Κατόπτρων

Το μυ­θι­στό­ρη­μα αρ­χι­κά το­πο­θε­τεί­ται στις εί­κο­σι πέ­ντε Σε­πτεμ­βρί­ου του χί­λια δια­κό­σια εξή­ντα τέσ­σε­ρα:  «Ο δού­κας ντ’ Ωγέ στή­θη­κε στην κο­ρυ­φή του πύρ­γου του για να εξε­τά­σει κομ­μα­τά­κι την ιστο­ρι­κή συ­γκυ­ρία: η εν λό­γω ιστο­ρι­κή συ­γκυ­ρία ήταν μάλ­λον θο­λή». Το alter ego του, ο Συ­δρο­λί­νος, εί­ναι ο κα­το­πτρι­σμός του στο μελ­λο­ντι­κό 1964. Εφτα­κό­σια χρο­νά­κια τους χω­ρί­ζουν. Και οι δυο μα­ζί, λο­γο­τε­χνι­κές και φι­λο­σο­φι­κές personae του ίδιου του Κε­νώ. Ο ένας ονει­ρεύ­ε­ται τον άλ­λον. Εξο­ντω­τι­κά γεύ­μα­τα για το δού­κα ντ’ Ωγέ: αη­δο­νό­πι­τες, πα­τέ χε­λιών, λά­χα­νο με αρ­κου­δί­σιο λαρ­δί και ζε­λε­δά­κια αρ­νί­σιου λί­πους. Ο Συ­δρο­λί­νος ξυ­πνά βα­ρυ­στο­μα­χια­σμέ­νος. Όλες οι θε­ω­ρί­ες πε­ρί ονεί­ρου εί­ναι εδώ. Ομη­ρι­κές, ψυ­χα­να­λυ­τι­κές, φρο­ϋ­δι­κές, πλα­τω­νι­κές, υπερ­ρε­α­λι­στι­κές, τα­οϊ­στι­κές. Ο Κε­νώ συ­να­ντά τον Μπόρ­χες: και για τους δυο τα όνει­ρα εί­ναι μια ρευ­στή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, το ίδιο υπαρ­κτή με το ξύ­πνιο.[6]Ποιος ονει­ρεύ­ε­ται ποιον; Ο Κε­νώ μάς κλεί­νει το μά­τι, επι­στρα­τεύ­ο­ντας κά­θε πα­ρα­δο­ξο­λο­γία, συγ­χέ­ο­ντας τα όρια, δυ­να­μι­τί­ζο­ντας κά­θε βε­βαιό­τη­τα. Πώς να αρ­κε­στεί σε βε­βαιό­τη­τες αυ­τός που συ­γκε­ντρώ­νει στο κε­φά­λι του όλη την πο­λυ­φω­νι­κή μω­ρο­λο­γία του αν­θρώ­πι­νου εί­δους;

Το Καρουζέλ της Ιστορίας

Τι κι αν τα Γα­λά­ζια άν­θη ξε­κι­νούν σαν ιστο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα; Ήδη από τις πρώ­τες γραμ­μές η πα­ρά­δο­ξη, μη ευ­κλεί­δειος γε­ω­με­τρία εφά­πτει πα­ράλ­λη­λους κό­σμους, η ιστο­ρία υπάρ­χει μό­νο και μό­νο για να σα­λα­το­ποι­η­θεί. Πει­ρα­χτή­ρι άνευ όρων και ορί­ων, ο Κε­νώ παί­ζει κρυ­φτό με την επι­θυ­μία τού ανα­γνώ­στη να ξέ­ρει. Μας βά­ζει προ­βλή­μα­τα, μα­θη­μα­τι­κούς γρί­φους, βγά­ζου­με τα κο­μπιου­τε­ρά­κια. Το ξέ­φρε­νο κα­λει­δο­σκό­πιο της ιστο­ρί­ας ανοι­γο­κλεί­νει και τα παίρ­νει όλα σβάρ­να. Σε αυ­τήν την ιλιγ­γιώ­δη δί­νη του χρό­νου, όπου που­θε­νά δεν ανα­φέ­ρε­ται ρη­τά μέ­ρα της εβδο­μά­δας ή μή­νας, όπου οι επα­να­λή­ψεις στρο­βι­λί­ζο­νται γύ­ρω μας πε­ρι­παι­κτι­κά τό­σο σε επί­πε­δο αφη­γη­μα­τι­κής μα­κρο­δο­μής όσο και σε επί­πε­δο υφο­λο­γι­κό, η μό­νη αλή­θεια που κα­νο­νί­ζει το μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι η εναλ­λα­γή ημέ­ρας και νύ­χτας. «Ο Θε­ός εί­ναι η μέ­ρα και η νύ­χτα», λέ­ει ο Ηρά­κλει­τος. Το προ­σω­ρι­νό γί­νε­ται αιώ­νιο και αιώ­νιο εί­ναι το πνεύ­μα του Κε­νώ.

Το ψιλικατζίδικο της ανθρωπότητας: «Τα γαλάζια άνθη» του Ρεϊμόν Κενώ

Μια Βαβέλ Γλωσσών

Και με τη γλώσ­σα; Εδώ το γκουρ­μέ απο­γειώ­νε­ται. Ντε­λι­κα­τέ­σεν και ξε­ρό ψω­μί μα­ζί, στον γλωσ­σι­κό ου­ρα­νί­σκο. Ό,τι τρα­βά­ει η όρε­ξή μας μέ­σα στην κε­νω­ϊ­κή πια­τέ­λα. Μπι­ζου­δά­κια, με­ζε­δά­κια, κα­να­πε­δά­κια, μα­γει­ρε­μα­τά­κια. Της ώρας ζου­με­ρά, τουρ­λού αχνι­στά, πα­στά αιώ­νων. Άλ­λη μια από τα ίδια: ασκή­σεις ύφους. Αρ­γκό, κα­θη­με­ρι­νή, δη­μώ­δης, αρ­χα­ΐ­ζου­σα. Λο­γο­παί­γνια, πα­λιν­δρο­μή­σεις, ανα­κα­τα­σκευ­ές, ανα­γραμ­μα­τι­σμοί, λε­ξι­πλα­σί­ες, νε­ο­λο­γι­σμοί; Χιού­μορ πρω­τεϊ­κό, σε όλες του τις μορ­φές, από το grand guignol ως το black humor; Όλα εί­ναι εδώ, κο­χλα­στά, σε μαρ­μί­τα ετοι­μό­γεν­νη, σε εκρη­κτι­κό ελι­ξί­ριο ζω­ής, κε­φιού, αιώ­νιας νε­ό­τη­τας. Μια γλωσ­σι­κή μο­λό­τοφ στα χέ­ρια του ανα­γνώ­στη.
«Τον Συ­δρο­λί­νο τον πε­ρί­με­ναν το μα­ρα­θό­σταγ­μα και το νε­ρό της βρύ­σης, η οκά το κόκ­κι­νο κρα­σί και το βα­ζά­κι της μου­στάρ­δας. Το Αμε­λά­κι τού σέρ­βι­ρε αν­τσού­γιες με βού­τυ­ρο, χω­ριά­τι­κο λου­κά­νι­κο, πα­τά­τες τη­γα­νη­τές, ροκ­φόρ και τρεις μπα­μπά­δες. Οι αν­τσού­γιες εί­ναι κά­τι ιδρω­μέ­νες ρέ­γκες, το λου­κά­νι­κο απο­δει­κνύ­ε­ται ανυ­πό­στα­το, οι τη­γα­νη­τές πα­τά­τες ομοί­ως, το ροκ­φόρ τρί­ζει κά­τω από το μα­χαί­ρι, το ρού­μι των μπα­μπά­δων θα αδυ­να­τού­σε να διεκ­δι­κή­σει άλ­λη ονο­μα­σία πλην αυ­τής του ύδα­τος. Ο Συ­δρο­λί­νος ανα­στε­νά­ζει και ψι­θυ­ρί­ζει: Πά­ει, γα­μή­θη­κε κι αυ­τό».

Η Κιβωτός των Αλλων

Ακό­μα κι αν εί­χε συμ­βεί ένας φα­ντα­στι­κός κα­τα­κλυ­σμός, μια υπο­θε­τι­κή κο­σμο­λο­γι­κή κα­τα­στρο­φή όπου όλη η πα­ρα­γω­γή του αν­θρώ­πι­νου πνεύ­μα­τος θα εί­χε κα­τα­πο­ντι­στεί, και μό­νο τα Γα­λά­ζια Άν­θη θα εί­χαν δια­σω­θεί επι­πλέ­ο­ντας στα νε­ρά, ακό­μα και τό­τε θα μπο­ρού­σα­με μέ­σα από το κε­νω­ϊ­κό κεί­με­νο να ανα­συ­στή­σου­με μια πλή­ρη ει­κό­να τού πώς υπήρ­ξε κά­πο­τε ο κό­σμος. Θα ψα­ρεύ­α­με αμέ­τρη­τα λό­για, πα­ρα­θέ­μα­τα, δια­κει­με­νι­κές ανα­φο­ρές, έναν φό­ρο τι­μής που ο ίδιος ο Κε­νώ απο­τί­νει σε όλη την αν­θρω­πό­τη­τα, λό­για και λαϊ­κή. Το μυ­θι­στό­ρη­μα ξε­φεύ­γει από τον χω­ρο­χρό­νο και τα­ξι­δεύ­ει, μια κι­βω­τός που δια­σώ­ζει λέ­ξεις, φρά­σεις, ρή­σεις, απο­σπά­σμα­τα, κε­κα­λυμ­μέ­να παί­γνια, μι­μή­σεις, πα­ρα­φρά­σεις, ρη­τά, στί­χους, γνω­μι­κά. Πό­σο απί­στευ­τα αλ­λά και τυ­ραν­νι­κά πα­ρό­ντα θα πρέ­πει να ήταν όλα αυ­τά μέ­σα στο μυα­λό του Κε­νώ. Πό­σο ει­λι­κρι­νής και πα­θια­σμέ­νος υπήρ­ξε ο αν­θρω­πο­κε­ντρι­σμός του. Τα Γα­λά­ζια άν­θη εί­ναι η μνή­μη της αν­θρω­πό­τη­τας.

A votre santé

Και μπα­μπά­δες με ρού­μι για τον Συ­δρο­λί­νο και καλ­βα­ντός για τους Νορ­μαν­δούς και μπί­ρα για τον Μπι­ρο­τόν και υδρό­με­λο για τον δού­κα, αλ­λά, κυ­ρί­ως, πα­ντού και πά­ντα μα­ρα­θό­σταγ­μα, το αρ­χε­τυ­πι­κό πο­τό των Γα­λά­ζιων αν­θέ­ων για τον Συ­δρο­λί­νο αλ­λά και για όλους, να ρέ­ει άφθο­νο σε πε­νή­ντα εν­νέα κε­ρά­σμα­τα μέ­σα στο κεί­με­νο. Η «πο­λύ­πλο­κή» του συ­ντα­γή (μα­ρα­θό­σταγ­μα με μια στά­λα νε­ρό βρύ­σης) βα­ραί­νει τα βλέ­φα­ρα, ανα­κα­τεύ­ει αλ­χη­μι­στι­κά τα απο­στάγ­μα­τα της ιστο­ρί­ας, βοη­θά το όνει­ρο να ζα­λι­στεί. Κά­νει τα Γα­λά­ζια άν­θη να ευω­διά­ζουν. Μας με­θά­ει. Κλεί­νου­με τα μά­τια. Στα αυ­τιά μας τα γουρ­γου­ρι­στά γαλ­λι­κά του Κε­νώ ρα­γί­ζουν σε μυ­ριά­δες ξε­καρ­δι­σμέ­να γε­λά­κια: «Ανά­με­σα στα πο­τά της ζω­ής μου υπήρ­χε η ευ­ρυ­μά­θεια και το κα­λα­μπού­ρι».

ΒΡΕΙ­ΤΕ ΤΟ ΒΙ­ΒΛΙΟ ΣΤΟΝ ΙΑ­ΝΟ:
Τα γα­λά­ζια άν­θη του Ρεϊ­μόν Κε­νώ

ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ

  • Ρεϊ­μόν Κε­νώ, Ιστο­ρί­ας πρό­τυ­πον (Une Histoire modèle), Ύψι­λον 1987, μτφ. Αχιλ­λέ­ας Κυ­ρια­κί­δης.
  • Χόρ­χε Λουίς Μπόρ­χες, Ιστο­ρία της αιω­νιό­τη­τας, Ύψι­λον 1987, μτφ. Αχιλ­λέ­ας Κυ­ρια­κί­δης.
  • Χόρ­χε Λουίς Μπόρ­χες, Το εγκώ­μιο της σκιάς, Ύψι­λον 1982, μτφ. Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης.
  • Έμπνευ­ση και δη­μιουρ­γία, Αθή­να, Printa, 2004, μτφ. Α. Κα­ρα­τζάς κ.ά.

ΔΙΑ­ΔΙ­ΚΤΥΑ­ΚΗ ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: