Βλέπω στην κορυφή της ένα περιστέρι. Τσιμπολογά ένα ξεκοιλιασμένο ψάρι πάνω στην άσφαλτο
Η βελούδινη ρόμπα, μαζί με το δαντελένιο νυχτικό, έμεινε στο κάτω συρτάρι της τουαλέτας
Είδα και μια σειρά πινάκων του Στέρη με κάτι ογκώδεις και συμπαγείς βράχους να υψώνονται κατακόρυφα πάνω από ακρογιαλιές…
...Όμως έμενα δεν μου αρέσει να ονειρεύομαι. Δεν θέλω να κάνω σχέδια πια.
Οι αντλίες υψώνονταν μέσα στη νύχτα, σαν γίγαντες που φωσφόριζαν κι άλλος τους έβλεπε σαν απειλή κι άλλος τους έβλεπε σαν φάρο
Όταν η Λούκα ετοίμαζε το φαγητό, αργούσε και ο άντρας της παραπονιόταν: « Ήλθε η μπερζίνα…»
Δε διαβάζω βιβλία, τα βιβλία διαβάζουν εμένα κι έπειτα παίζει μέσα τους αυτό που σκέφτομαι
Το παράθυρο ανοιχτό / δεν άφησες για να πετάξω / Ένα κλαδί σε άμμο κινούμενη / πριν βουλιάξω να πιαστώ
Το άπειρο και αχρησιμοποίητο έως τώρα ένστικτό της την είχε οδηγήσει σε απανωτά ολισθήματα
Πέρασε το απόγευμά της τρώγοντας ένα κιλό παγωτό το οποίο έμπαινε και έβγαινε βαθμιαία από το στομάχι της
Κι όσο περνούσε η ώρα, πίστευε πως απέφευγαν να τον κοιτάξουν γιατί τα πρόδωσε και γι’ αυτό τώρα εκείνα τον περιφρονούσαν
Βαθιά στον ύπνο της βλέπει συχνά το ίδιο: να τη φωνάζουν θάλασσα στη γλώσσα των τσιγγάνων