Ίσως πάσχιζε να την αποζημιώσει «για όλες εκείνες τις τούρτες που πήγαν χαμένες», σιγοτραγουδά όπως η γιαγιά της...
Με την τσάντα στην πλάτη / ψηλαφίζουνε / ηχηρά μελλούμενα
Χρησιμοποιούσε διαφορετικές προφάσεις ανάλογα, να έχει κάτι να απαντήσει στην συνηθέστατη ερώτηση «Τι γυρεύεις εσύ εδώ;»
Ένα φουστάνι ανάγωγο, λάφυρο Λαιστρυγόνων / σκισμένο ως τον αστράγαλο μού χρύσωσε την τύχη
Με περίμενε αναμαλλιασμένη κι άβαφη στον δρόμο
«Μπήκε χαμπερολόγος» είπε ο πατέρας της δείχνοντας αδύναμα με το χέρι του μια πεταλούδα της νύχτας, που φτεροκοπούσε στο ταβάνι
Όλα τα στόματα ανοιχτά στην πόλη Γκερνίκα /τόσο που η κραυγή τους /φτάνει κοντά μου κάθε βράδυ. /Στο δωμάτιό μου ψιχαλίζει καρφιά
Όταν αποτραβιέται η θάλασσα / αστράφτει αλλού το φως
Θέλω να μείνω μόνος / Με το άγγιγμα σου / Στην ασφυξία των κραυγών σου
...Όμως έμενα δεν μου αρέσει να ονειρεύομαι. Δεν θέλω να κάνω σχέδια πια.
Οι αντλίες υψώνονταν μέσα στη νύχτα, σαν γίγαντες που φωσφόριζαν κι άλλος τους έβλεπε σαν απειλή κι άλλος τους έβλεπε σαν φάρο
Όταν η Λούκα ετοίμαζε το φαγητό, αργούσε και ο άντρας της παραπονιόταν: « Ήλθε η μπερζίνα…»