Tώρα που συγγράφω άνελπις πίνοντας κρασί λευκό αυτές τις ποταπές αράδες...
Απλώς υπηρεσία διατεταγμένη / κι η μάνα η οικουμένη: σκοτωμένη / κι αυτός αναστημένος, φωτιά κι αέρας
Συχνά αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε αναπαραστάσεις που ουδόλως μας απεικονίζουν
Έζησα τόσα χρόνια / στην έρημο τού φόβου, είπε. / Θέλω τώρα να ξεκουραστώ / στο βαμβάκι τής ψυχής
Βραδυκίνητη, ογκώδης και συνθλιπτική / η θλίψη ήταν πάντοτε εκεί
Μαχαίρι / Ροζ φλις: Δυο ιστορίες
Αποφάγια χείμαρρου / πριν γίνουν σκόνη
Ήρθε. / «Πολύ τρέξιμο σήμερα», είπα. / Έγνεψε. / Το δέχτηκε αμέσως
Το νήμα κάτω από τα πόδια μου που ενώνει τις δυο κορυφές της Ανάδυσης και Κατάδυσης κάνει κοιλιά
Τώρα σε κάνανε άγαλμα / όνομα έγινες, / σε 'καναν τόπο
Κανείς και καμία από την παρέα δεν τόλμησε να τον ξαναπλησιάσει
Τους τόμους σου τώρα γλεντούν τρωκτικά! / Ο σάπιενς σ’ έχει καιρό προσπεράσει