Χάρτης 76 - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2025
https://www.hartismag.gr/hartis-76/poiisi-kai-pezografia/fraoiles-stin-venetia-alla-poiimata
____________
Το απομεσήμερο ενός φαύνου
Το νερό είχε φουσκώσει
και το κανάλι ξέβραζε καβούρια
ένας Μαυριτανός κοίταζε με το μαρμάρινο μάτι του
μιαν Άρτεμη που ύψωνε αποφασιστικά το τόξο της
οι χορευτές περιηγήθηκαν στο Καναρέτζιο
δίχως τον ιμπρεσσάριό τους που απεχθανόταν το νερό
(ένα μέντιουμ τού είχε προφητεύσει θάνατο από πνιγμό)
ο οποίος πέθανε από διαβήτη
φορώντας τη βέρα του «γάμου» του με την Τέχνη
—ένα τεράστιο δαχτυλίδι από σκοτεινό ζαφείρι—
δίχως τα «ρώσικα μπαλέτα» του να χορέψουν ποτέ στη Ρωσία.
Ένα άλογο που το έλεγαν Νιζίνσκι
Νερό, παντού το ίδιο
ο ήχος του μια ατέρμονη πρόβα θανάτου.
Είμαστε μια γενιά που διψάει για ομορφιά
είπε ο Ντιαγκίλεφ σ´ ένα βενετσιάνικο μπαλκόνι
—είχε για καιρό τυραννήσει τον Νιζίνσκι—
οι δυο τους περιπλανήθηκαν σε μιαν Ευρώπη ζοφερή
εξερευνώντας άγνωστο τι.
Ο χορευτής —γερνώντας μες στο ίδιο του το γέλιο—
πέθανε μέσα σε ψυχιατρικό άσυλο
έχοντας βεβαιώσει πως θα επέστρεφε
μετενσαρκωμένος σε άλογο.
Άσενμπαχ
Η Βενετία λικνίζεται ολομόναχη μες στον εαυτό της
στο σύμπαν της πόλης εισέρχεσαι
απ´ τον θαλάσσιο δρόμο με χρονικό ασυνεχές
για μια στιγμή πισωγυρίζεις ορφικός
δεν ήρθε ακόμα η ώρα σου για τα Ηλύσια Πεδία.
Μα να, ξεπρόβαλε ήδη η πολυτέλεια του Λίντο
εκεί σε περιμένει ο έφηβος με την ουράνια ομορφιά του
ο κεχαριτωμένος ψυχοπομπός σου.
Πορσελάνη
Στο Παλάτσο του στη Βενετία ο Ιγκόρ Στραβίνσκι
είχε κρυφά φυτέψει έναν βυσσινόκηπο
μια μέρα
την ώρα που έπινε το απογευματινό του τσάι
ακούγοντας νοερά
το κυριακάτικο κουδούνισμα του ρολογιού
στους φορτωμένους από χιόνι τρούλους του Κρεμλίνου
έσκυψε απαλά επάνω απ´ το μπλε σερβίτσιο
κι έγραψε τις πρώτες νότες μιας Arabesque.
____________
Εύα
Υπέρκομψη μες στο στενό ταγέρ
με μαύρο γούνινο γιακά
—ως Εύα στην οθόνη— η Ζαν Μορό
υψώνει το βλέμμα πιο ψηλά από την κάμερα.
Παγερή βενετσιάνικη αυγή.
Ακούγεται ο ήχος από τις πρωινές καμπάνες
στην πλατεία του Αγίου Μάρκου.
Πίσω της ένας άνθρωπος του μόχθου καπνίζει το τσιγάρο του.
Με εμμονή ο Τζόζεφ Λόουζι τής γνέφει «πάλι».
Για μια στιγμή μονάχα αντιλαμβανόμαστε
πού κατευθύνεται η συμπάθεια του σκηνοθέτη.
Ταξιδιώτης
Αποβιβάστηκε στην πόλη των νεκρών
σαν ορφανό του Ντίκενς
ταπεινωμένος
πάμπτωχος
δαρμένος
με μαύρο αχινό μες στην ψυχή του.
Γιατί αυτός την είδε
την παγερή σκιά της Βενετίας
να πλέει πάνω στα νερά και τα αστέρια της.
Αστική νύχτα
Τότε ήταν παλιά
και παίρνονταν στέγες
η Λούλα
έτρωγε σε σπίτια ποιητών
οι μουσικές απ´ τα πικ απ
καθοδηγούσαν τις γάμπες
μες στο παρκέ
φορούσε φόρεμα γκρενά
και χόρευε με τον Ασλάνογλου
ώσπου μια νύχτα
ακούστηκε ένας πυροβολισμός
και κάποιος είπε:
«Το πάρτι τέλειωσε».